Politico για Τραμπ - Να πιέσει το Ιράν με ρίσκο την κλιμάκωση ή να αποδεχτεί έναν συμβιβασμό που κοστίζει;
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Ο Ντόναλντ Τραμπ εντείνει τις διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν, την ώρα που ο ναυτικός αποκλεισμός και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αυξάνουν την παγκόσμια πίεση για αποκλιμάκωση.
Μετακινηθείτε εύκολα στις σκάλες, με τον ανελκυστήρα σκάλας της Draculis!
Ειδικότερα, σύμφωνα με το POLITICO, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να ανοίξει νέο δίαυλο διαπραγμάτευσης, όπως φάνηκε και από την ανακοίνωση προσωρινής εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Παρά το γεγονός ότι οι θέσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένουν σε απόσταση, η πρότασή του να φιλοξενήσει στον Λευκό Οίκο τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρόεδρο του Λιβάνου Τζόζεφ Αούν δείχνει σαφή μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής τις τελευταίες ημέρες.
Μέχρι πρόσφατα, ο Τραμπ χαρακτήριζε τις ισραηλινές επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ ως «ξεχωριστή σύγκρουση», επιμένοντας ότι δεν συνδέονται με τις συνομιλίες με το Ιράν. Ωστόσο, η πίεση προς τον Νετανιάχου για παύση των βομβαρδισμών αφαιρεί ένα βασικό εμπόδιο που θα μπορούσε να εκτροχιάσει μια ενδεχόμενη συμφωνία με την Τεχεράνη.
«Θα αποδεχτεί περισσότερους συμβιβασμούς ο Τραμπ»
Το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων στο Πακιστάν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο φαίνεται να επηρεάζει την τακτική της Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ, αντιμέτωπος με αυξανόμενο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό, εμφανίζεται πιο διατεθειμένος να εξετάσει συμβιβασμούς, παρά τη σκληρή δημόσια ρητορική του.
Ανώτερος αξιωματούχος από τον Κόλπο δήλωσε: «Νομίζω ότι θα αποδεχτεί περισσότερους συμβιβασμούς, γιατί θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει αυτό. Είναι σοβαρός για συνομιλίες, αλλά οι Ιρανοί αρνούνται να του δώσουν αυτό που χρειάζεται για να φύγει με το κύρος του άθικτο».
Παρά τις δηλώσεις του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς περί «τελικής πρότασης», οι παρασκηνιακές επαφές συνεχίζονται. Ο ίδιος ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέου γύρου συνομιλιών ακόμη και μέσα στο Σαββατοκύριακο, τονίζοντας ότι: «Το Ιράν θέλει συμφωνία και εμείς διαπραγματευόμαστε πολύ καλά μαζί τους».
Την ίδια στιγμή, επανέλαβε την «κόκκινη γραμμή» των ΗΠΑ ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αφήνοντας ωστόσο ασαφές αν θα επιτραπεί μελλοντικά κάποια μορφή εμπλουτισμού ουρανίου για ειρηνικούς σκοπούς. Η ασάφεια αυτή ενισχύει τα σενάρια για πιθανό συμβιβασμό.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λίβιτ δήλωσε: «Οι κόκκινες γραμμές των ΗΠΑ είναι ξεκάθαρες. Η απελπισία του Ιράν για συμφωνία θα αυξηθεί λόγω του αποτελεσματικού ναυτικού αποκλεισμού».
Η πρόταση και το «αγκάθι» των διαπραγματεύσεων
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ουάσιγκτον προτείνει 20ετή παύση στον εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ το Ιράν αντιπροτείνει πενταετή περίοδο. Παράλληλα, οι ΗΠΑ ζητούν την παράδοση αποθεμάτων μερικώς εμπλουτισμένου ουρανίου σε τρίτη χώρα, κάτι που η Τεχεράνη απορρίπτει μέχρι στιγμής.
Το αδιέξοδο ενισχύεται από τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ, μέσω των οποίων το Ιράν εξακολουθεί να επηρεάζει την παγκόσμια αγορά ενέργειας, περιορίζοντας τη ναυσιπλοΐα και αυξάνοντας τις τιμές πετρελαίου.
Παράλληλα, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το Ιράν κρατά πολλά από τα χαρτιά αυτή τη στιγμή. Φοβάμαι ότι αυτή είναι η πραγματικότητα».
Οικονομική επιβράδυνση λόγω του ναυτικού αποκλεισμού των ΗΠΑ
Η επιβολή ναυτικού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ αποτελεί προσπάθεια να περιοριστεί αυτό το πλεονέκτημα της Τεχεράνης και να εξαναγκαστεί σε επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι ένας παρατεταμένος αποκλεισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση ή ακόμη και ύφεση, ενώ θα απαιτούσε και σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους από τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η Κίνα, η οποία παραμένει βασικός αποδέκτης ιρανικού πετρελαίου. Η διέλευση κινεζικών δεξαμενόπλοιων παρά τον αποκλεισμό υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών μέτρων και δημιουργεί τον κίνδυνο ευρύτερης γεωπολιτικής έντασης, ιδιαίτερα ενόψει πιθανής συνάντησης του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ.
Το δίλλημα
Όπως σημειώνουν ειδικοί, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: να εντείνει την πίεση ρισκάροντας κλιμάκωση ή να αποδεχτεί έναν συμβιβασμό που ενδέχεται να προκαλέσει πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία, καθώς χώρες σε Ευρώπη και Ασία προετοιμάζονται για πιθανές επιπτώσεις στην ενεργειακή επάρκεια. Προειδοποιήσεις κάνουν λόγο για περιορισμένα αποθέματα καυσίμων και ενδεχόμενες διαταραχές στις μεταφορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επίτευξη συμφωνίας δεν φαίνεται άμεση. Η πολυπλοκότητα των ζητημάτων, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η αμοιβαία καχυποψία καθιστούν σαφές ότι, παρά την κινητικότητα, η κρίση μπορεί να παραταθεί.
«Αυτός ο πόλεμος έχει προκαλέσει τεράστιες απώλειες»
Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης Κρίστοφερ Χιλ σχολίασε: «Αυτός ο πόλεμος έχει προκαλέσει τεράστιες απώλειες και έχει απομονώσει τις ΗΠΑ. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί τι έχει συμβεί τον τελευταίο μήνα, δεδομένου ότι πολλά από τα ζητήματα αυτά είχαν ήδη συζητηθεί εκτενώς στο παρελθόν».
Η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων αναμένεται κρίσιμη, με το ερώτημα να παραμένει αν η πίεση θα οδηγήσει σε συμφωνία ή σε νέα κλιμάκωση.