ενημέρωση 5:28, 11 November, 2019

Το τέρας του υπονόμου

Τις μπριζόλες των Διαβατών τις ψήνει κάποιος Άδωνις, ενώ τα πανό των Γιαννιτσών τα φιλοτεχνεί κάποιος Βορίδης

To τιτίβισμα της Τρίτης ήταν καυστικό όσο αξίζει στον «παραλήπτη» του, αντικυβερνητικό όσο αξίζει στην κυβέρνησή μας, αλλά σε καμία περίπτωση υβριστικό. «Ντρέπομαι που αναπνέω τον ίδιο αέρα με τον Κυρανάκη. Και μόλις έκοψα το χοιρινό και την μπύρα», έγραφα, ζαλισμένος από την τσίκνα της μεσαιωνικής ψησταριάς. Το υπογραμμίζω και σήμερα, το περιεχόμενό του, μιας και εξακολουθεί να μαίνεται ο άνεμος της ξενοφοβίας.

Ντρέπομαι που αναπνέω τον ίδιο αέρα με ρατσιστές και πατριδοκάπηλους, που διοργανώνουν φαγοπότια έξω από δομές φιλοξενίας πεινασμένων μεταναστών και ντρέπομαι ακόμα περισσότερο, όταν συνέλληνες ακαμάτες ερεθίζουν το θρησκευτικό συναίσθημα ανθρώπων που δε μας έφταιξαν σε τίποτε. Ντρέπομαι που έχω όμοιο διαβατήριο με τα κωθώνια των Διαβατών και ντρέπομαι που στα έδρανα της Βουλής της πατρίδας μου στρογγυλοκάθονται με την ψήφο μου ακροδεξιά ανθρωπάκια με ηθικό ανάστημα ανωφελούς κώνωπα.

«Συγγνώμη, δεν γνώριζα ότι θα γίνει τέτοιο μπάρμπεκιου ούτε θα πήγαινα σε τέτοια εκδήλωση», ισχυρίστηκε ανερυθρίαστα αυτός ο Κυρανάκης, όταν του έβαλαν χέρι οι λιγότερο ακροδεξιοί συνοδοιπόροι του. Όταν οι πολιτικοί άνδρες που κρατούν στα χέρια τους τις τύχες του τόπου δεν έχουν τουλάχιστον την παρρησία για να επωμιστούν την ευθύνη των λόγων τους, ντρέπομαι ακόμη περισσότερο. Αν και κατά βάθος έπρεπε να ντρέπονται αυτοί. Όσοι, τέλος πάντων, δεν είναι Μιχαλολιάκοι.

Το τιτίβισμα μάζεψε καμιά 400αριά φιλικές καρδούλες από χρήστες που ντρέπονταν όσο εγώ, μέχρι που έπιασε δουλειά στα πληκτρολόγια ο εσμός των αγράμματων τρολ. Με συχνότητα δεκαλέπτου, κατέφταναν στην ηλεκτρονική παρέα μας αγανακτισμένοι πολίτες, που δε δέχονταν τέτοια ατίμωση του αγλαού Κυρανάκη ούτε ξέπλυμα των «λάθρο».

Πολλοί μου έλεγαν να πάω στο Πακιστάν να ζήσω για να δω τη γλύκα, άλλος συμβούλευε να φορέσω μπούρκα στη γυναίκα μου και να βιάσω την κόρη μου, κάποιος ρωτούσε πώς τις τρώω τις πίτσες και αν νιώθω μπουκωμένος, ορισμένοι επισήμαιναν ότι δεν είμαι παρά μία τρίχα από τα δαπίτικα καλαμπαλίκια του εγκαλούμενου. Ναι, αυτοί ψηφίζουν όσο και εσείς.

Σχεδόν όλοι φιλοτεχνούσαν τα εμέσματά τους με κεφαλαία και ανορθογραφίες που τυφλώνουν. Και είχαν ανυπερθέτως ελληνικά σημαιάκια δίπλα στο ψευδώνυμό τους. Τους μπλόκαρα όλους ανεξαιρέτως, τους υβριστές, αλλά αρκετοί επέστρεφαν με νέο λογαριασμό, ίδιο άβαταρ και ελαφρώς παραλλαγμένο «όνομα». Ο βόθρος άνοιξε και δεν έλεγε να κλείσει. Η μπόχα περνούσε μέσα από τον υπολογιστή και πλημμύριζε το δωμάτιο.

Κάποια στιγμή, βαρέθηκα να με βρίζουν ανώνυμοι αγράμματοι κάφροι και έσβησα το tweet. Αυτό ουδόλως πτόησε τους τραμπούκους, οι οποίοι συνέχισαν να αφοδεύουν απτόητοι, κάτω από άλλα, παλαιότερα τιτιβίσματά μου, σχετικά ή άσχετα με την πολιτική. Ένας φωστήρας βρήκε κάποιο κείμενο στο οποίο εξιστορούσα το δράμα της Βελγίδας Παραολυμπιονίκη που έκανε ευθανασία και μου σύστησε να ακολουθήσω το παράδειγμά της. Κάποιος άλλος μου έστειλε μπιλιετάκι, ότι δε βλέπει την ώρα να με βρει και να με δείρει.

Πολλοί από τους προαναφερθέντες θα δεχθούν πρωινές επισκέψεις μέσα στις επόμενες ημέρες ή θα δουν τον λογαριασμό τους να αναστέλλεται, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Επειδή αρνούμαι να πιστέψω ότι ένας ευγενής και μορφωμένος νέος σαν τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη και ένα ευρωπαϊκό γαλαζοαίματο κόμμα όπως η Νέα Δημοκρατία συντηρούν στρατιές κανίβαλων για την επικοινωνιακή τους πολιτική, υποχρεώνομαι να πιστέψω ότι οι κανίβαλοι προσέρχονται αυθορμήτως για να υπερασπιστούν οτιδήποτε τους μοιάζει.

Και δεν είναι ότι βρίσκουν την πόρτα ανοιχτή. Έχω μπλοκάρει χιλιάδες χρήστες από τη μέρα που ανακάλυψα το Twitter, αφού δεν ανέχομαι να λερώνουν τη σελίδα μου χούλιγκανς της πολιτικής ή του γηπέδου. Μολαταύτα, οι υβριστές πολλαπλασιάζονται σαν μύγες και τρυπώνουν από τις γρίλιες σαν κατσαρίδες.

Το διαδίκτυο τους κάνει να αισθάνονται ότι είναι πολλοί και ότι έχουν δυνατή φωνή. Τα κανάλια που εκπέμπουν σε ρυθμό ανελέητης οσφυοκαμψίας με κίνδυνο να πάθουν καμιά σπονδυλολίσθηση πολλαπλασιάζουν την οφθαλμαπάτη, οι Σταματίνες με τους Αρνιακούς τροφοδοτούν χαμογελαστές τον ρατσισμό της διπλανής πόρτας και οι κυρ Παντελήδες τραβούν τα σπαθιά από το θηκάρι. «Εμπρός, να τους φάμε πριν μας φάνε»!

Να φάμε κανένα χοιρινό λουκάνικο όμως πρώτα, μη μας κόψει η λόρδα πάνω στην πατριωτική έξαρση. Να πιούμε και κανένα μπιρόνι. Το αλκοτέστ δεν το φοβόμαστε, αφού τα όργανα της τάξης κάθονται στο διπλανό τραπέζι. Η ειρωνεία της ονοματοδοσίας είναι ότι το όνομα «Παντελής» προκύπτει από το «Παντελεήμων». Άγνωστη λέξη, η τελευταία, στις ψησταριές του βορρά.

Κυρ Παντελήδες υπήρχαν πάντοτε, αλλά η κοινωνία τους απομόνωνε και τους έβγαζε την κουκούλα, στο όνομα της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης. Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, όμως, η κρατική νομιμοποίηση του καθημερινού φασισμού άλλαξε τα δεδομένα, ενοχοποίησε την ανθρωπιά και στρίμωξε τους ευαίσθητους πολίτες στη γωνία.

Οι καννίβαλοι του Twitter δεν δημιουργήθηκαν από παρθενογένεση, αλλά από γαλαζογένεση. Σε κάθε μπάρμπεκιου σαν αυτό των Διαβατών, το χοιρινό το ψήνει κάποιος Άδωνις. Σε κάθε διαδήλωση όπως η μαθητική των Γιαννιτσών, το χέρι των εφήβων οπλίζεται από κάποιον Βορίδη.

Οι ελάχιστοι νοήμονες της σημερινής κυβέρνησης τραβάνε τα μαλλιά τους και πασχίζουν απεγνωσμένα να ρίξουν νερό στη φωτιά, αλλά είναι πολύ αργά για πυροσβεστήρες. Το τέρας βγήκε από τον υπόνομο, τινάχτηκε υπερήφανο και γέμισε την κοινωνία μας με λύματα. «Ναι, αλλά οι άλλοι είναι χειρότεροι». Όχι, δεν είναι. Τους έχουμε ξεπεράσει όλους.

Τις νύχτες, βέβαια, ο Κυρανάκης μαζεύει λέει τους φίλους του από την α και ου και δαπνουδουφοκού, παραγγέλνουν μπύρες και πίτσες μπλε με μπέικον και καμαρώνουν τον Αντετοκούνμπο, έμπλεοι εθνικής υπερφάνειας. Όταν έχουν αγώνα οι Μιλγουόκι Μπακς, το υβρεολόγιο της επόμενης ημέρας ξεκινάει κατά τις 12.

Πηγή: koutipandoras

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 08 Νοεμβρίου 2019 17:02

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.