Γιατί οι Λιβανέζοι ηγέτες συνεχίζουν να επιδιώκουν συνεργασία με το Ισραήλ;
του Τζόζεφ Μασάντ | Middle East Eye
Οι άμεσες συνομιλίες στην Ουάσιγκτον, για πρώτη φορά έπειτα από 30 χρόνια, αποτελούν τη συνέχεια μιας μακράς ιστορίας προσεγγίσεων, που προηγήθηκαν της ένοπλης αντίστασης και συνεχίζονται παρά τις επανειλημμένες ισραηλινές επιθέσεις εναντίον αμάχων.
Από τότε που ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν και ο πρωθυπουργός, Ναουάφ Σαλάμ, ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στις αρχές του 2025, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εκεχειρία του Νοεμβρίου του 2024 ανάμεσα στη λιβανική αντίσταση και το Ισραήλ, η νέα ηγεσία, υπό έντονες αμερικανικές και σαουδαραβικές πιέσεις, έσπευσε να προσφέρει φιλία και πλήρη συνεργασία στο Ισραήλ.
Όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν για τις περισσότερες από 10.000 παραβιάσεις της εκεχειρίας που διέπραξε το Ισραήλ κατά τους 15 μήνες που προηγήθηκαν της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης εναντίον του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου 2026 – παραβιάσεις που περιλάμβαναν χιλιάδες αεροπορικές επιδρομές, επιθέσεις με drones και χερσαίες εισβολές, με πάνω από 500 νεκρούς, κυρίως αμάχους – αλλά έφτασαν στο σημείο να προτείνουν, σχεδόν να ικετεύουν, για απευθείας διαπραγματεύσεις με στόχο μια μόνιμη ειρήνη με το εβραϊκό εποικιστικό κράτος.
Αντί να καταλογίσουν ευθύνες στο Ισραήλ για τα συνεχιζόμενα εγκλήματα σε βάρος του λιβανικού λαού, οι δύο ηγέτες κατηγόρησαν τη Χεζμπολάχ, σαν οι ισραηλινές επιθέσεις να αποτελούσαν αντίδραση στην αντίσταση, ενώ, η αντίσταση απαντά σε μια αδιάκοπη ισραηλινή επιθετικότητα και στη συνεχιζόμενη κατοχή λιβανικού εδάφους.
Τέτοιου είδους γενναιόδωρες προσφορές είχαν διατυπωθεί τελευταία φορά από τον φαλαγγίτη πρόεδρο του Λιβάνου Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ο οποίος συνεργάστηκε με τους Ισραηλινούς εισβολείς το 1982, καθώς και από τον αδελφό του Αμίν, αλλά εγκαταλείφθηκαν εξαιτίας των έντονων αντιδράσεων.
Η ισραηλινή κυβέρνηση αρχικά απέρριψε αυτές τις πρόσφατες πρωτοβουλίες, τις οποίες ο Σαλάμ επανέφερε επανειλημμένα, μέχρι που τελικά συμφώνησε την περασμένη εβδομάδα. Υπό πίεση της κυβέρνησης Τραμπ, το Ισραήλ συναντήθηκε αυτή την εβδομάδα με Λιβανέζους αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον για τις πρώτες απευθείας συνομιλίες εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να βομβαρδίζει τον Λίβανο, ακόμη και τη Βηρυτό, έχοντας προκαλέσει πάνω από 2.000 θανάτους μόνο τις τελευταίες έξι εβδομάδες.
Ωστόσο, οι σημερινοί ισχυρισμοί ότι τα κινήματα αντίστασης προκαλούν την ισραηλινή επιθετικότητα και ότι οι Λιβανέζοι ηγέτες οφείλουν, συνεπώς, να εξομαλύνουν τις σχέσεις με το Ισραήλ προκειμένου να επιτευχθεί σταθερότητα, συσκοτίζουν το ιστορικό γεγονός ότι οι σχέσεις του Ισραήλ με λιβανικές πολιτικές και θρησκευτικές προσωπικότητες πρόθυμες να του προσφέρουν φιλία και συνεργασία χρονολογούνται ήδη από τη δεκαετία του 1920 – πολύ πριν ακόμη ιδρυθεί το ίδιο το κράτος του Ισραήλ, πόσο μάλλον πριν από την άφιξη της παλαιστινιακής αντίστασης στον Λίβανο ή την εμφάνιση της Χεζμπολάχ.
Πράγματι, οι Αούν και Σαλάμ αποτελούν κρίκους μιας μακράς αλυσίδας Λιβανέζων πολιτικών που επιδίωξαν να κερδίσουν την εύνοια του Ισραήλ.
Μύθοι του σεχταρισμού
Στον Λίβανο κυκλοφορεί ευρέως ο ισχυρισμός ότι οι δεξιοί μαρωνίτες ηγέτες επιδίωξαν φιλικές σχέσεις με το Ισραήλ μόνο μετά το 1948, ως αντίδραση στην άφιξη περισσότερων από 100.000 Παλαιστινίων προσφύγων που εκδιώχθηκαν κατά τη σιωνιστική κατάκτηση της Παλαιστίνης, καθώς και στη δημογραφική μεταβολή που αυτή επέφερε.
Αυτό, ωστόσο, αποδεικνύεται κατασκεύασμα. Η σεχταριστική εχθρότητα των μαρωνιτών απέναντι στους Λιβανέζους μουσουλμάνους προηγείται της άφιξης των Παλαιστινίων κατά σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Τον Μάρτιο του 1920, ο εκπρόσωπος της Εβραϊκής Υπηρεσίας Γεχοσούα Χάνκιν και εκπρόσωποι των μαρωνιτών του Λιβάνου υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας, στην οποία συμμετείχαν και «επιφανείς μουσουλμανικές οικογένειες», πολλές από τις οποίες ήταν απόντες γαιοκτήμονες που είχαν πουλήσει γη στην Παλαιστίνη σε σιωνιστές εποίκους.
Οι επαφές ανάμεσα στον μαρωνίτη ηγέτη Εμίλ Έντε και σιωνιστικούς κύκλους ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Κατά την περίοδο αυτή, ο Έντε εξέφρασε την υποστήριξή του στη δημιουργία φιλικών σχέσεων με τους εβραίους εποίκους και ακόμη και σε μια «σιωνιστο-μαρωνίτικη συμμαχία».
Ο Έντε εξελέγη πρόεδρος του Λιβάνου το 1936 και παρέμεινε σε επαφή με την Εβραϊκή Υπηρεσία τα δύο επόμενα χρόνια.
Πρωθυπουργός ήταν ο Χάιρ αλ-Ντιν αλ-Αχντάμπ, ο πρώτος σουνίτης μουσουλμάνος που ανέλαβε το αξίωμα στην ιστορία του Λιβάνου, ο οποίος προσέφερε εγγυήσεις «τάξης και ασφάλειας» στους εβραϊκούς αποικιακούς οικισμούς κατά μήκος των συνόρων με τον Λίβανο. Αφού αποχώρησε από την εξουσία και επιδίωξε να επιστρέψει σε αυτήν, ο Έντε επανέλαβε τις επαφές του με τους Ισραηλινούς το 1948, ενώ παραθέριζε στη Γαλλία.
Ακολούθησε η υπογραφή της διαβόητης πολιτικής συμφωνίας ανάμεσα στην Εβραϊκή Υπηρεσία και τον μαρωνίτη πατριάρχη Αντουάν Αρίντα, εκ μέρους της Μαρωνιτικής Εκκλησίας, στις 30 Μαΐου 1946.
Η συμφωνία αυτή καθόριζε τις βάσεις στενών σχέσεων ανάμεσα στους μαρωνίτες και τους εβραίους εποίκους, στηριγμένων στην αμοιβαία αναγνώριση δικαιωμάτων και εθνικών επιδιώξεων. Περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση από την Εβραϊκή Υπηρεσία του «χριστιανικού χαρακτήρα» του Λιβάνου και τη διαβεβαίωση ότι οι εβραίοι άποικοι δεν είχαν εδαφικές βλέψεις στον Λίβανο.
Σε αντάλλαγμα, η Μαρωνιτική Εκκλησία υποστήριξε την εβραϊκή μετανάστευση και την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη.
Εμβάθυνση της συνεργασίας
Ο Έντε, ο αλ-Αχντάμπ και η Μαρωνιτική Εκκλησία δεν ήταν οι μόνοι στον Λίβανο που προσέφεραν φιλία και συνεργασία στο Ισραήλ. Ακολούθησαν οι Φαλαγγίτες.
Το Ισραήλ ανέπτυξε σχέσεις μαζί τους στα τέλη του 1948 στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη διαμεσολάβηση του μαρωνίτη ιερέα Γιουσούφ Άουαντ, ο οποίος διατηρούσε επαφές με εκπροσώπους της Σιωνιστικής Ομοσπονδίας των ΗΠΑ.
Κύριος σύνδεσμος των Φαλαγγιτών ήταν ο Ηλίας Ραμπάμπι, ο οποίος, μαζί με άλλα στελέχη, πραγματοποίησε σειρά συναντήσεων με σιωνιστές εκπροσώπους στην Ευρώπη.
Ο Ραμπάμπι ενημέρωσε τους Ισραηλινούς ότι, αν οι Φαλαγγίτες καταλάμβαναν την εξουσία, θα εγκαθιστούσαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ. Σε αντάλλαγμα, ζήτησε χρηματοδότηση για την πολιτική δράση του κινήματος και για την προμήθεια όπλων.
Παρότι οι Ισραηλινοί αμφέβαλλαν για τη δύναμη του κινήματος, το υπουργείο Εξωτερικών τού κατέβαλε 2.000 δολάρια.
Τον Φεβρουάριο του 1949, τρεις απεσταλμένοι του μαρωνίτη αρχιεπισκόπου Βηρυτού Ιγνάτιου Μουμπάρακ έφτασαν στο Ισραήλ και συναντήθηκαν με αξιωματούχο του υπουργείου Εξωτερικών. Οι τρεις δήλωσαν ότι ο Μουμπάρακ «επιθυμούσε να γνωρίζει τη θέση της ισραηλινής κυβέρνησης σχετικά με σχέδια πραξικοπήματος στον Λίβανο» εναντίον του προέδρου Μπεσάρα αλ-Χούρι, εξαιτίας της υποστήριξής του στην ένταξη του Λιβάνου στον αραβικό κόσμο.
Σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, ο Εμίλ Έντε και ο Πιερ Τζεμαγιέλ συμμετείχαν επίσης στο σχέδιο. Οι Ισραηλινοί απάντησαν ότι θα έβλεπαν θετικά κάθε προσπάθεια των χριστιανών του Λιβάνου να «απελευθερωθούν από τον ζυγό των παναραβικών ηγεσιών», ζήτησαν όμως λεπτομερές σχέδιο για το πώς θα εκδηλωνόταν το πραξικόπημα, ποιες δυνάμεις το στήριζαν και τι είδους βοήθεια θα απαιτούνταν από το Ισραήλ. Τελικά, το σχέδιο δεν προχώρησε.
Ωστόσο, η ιδέα εγκαθίδρυσης φιλοϊσραηλινής κυβέρνησης στον Λίβανο μέσω πραξικοπήματος δεν ήταν νέα. Οι σιωνιστικοί κύκλοι την εξέταζαν ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Σε απάντηση στην πρόταση του πρώην πρωθυπουργού Δαβίδ Μπεν-Γκουριόν το 1954 να ενθαρρύνει το Ισραήλ στρατιωτικό πραξικόπημα στον Λίβανο με στόχο την εγκαθίδρυση χριστιανικού καθεστώτος συμμαχικού προς το Ισραήλ, ο τότε πρωθυπουργός Μοσέ Σαρέτ την απέρριψε ως «ανοησία», γράφοντας στο ημερολόγιό του ότι καμία πολιτική δύναμη δεν ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να επιβάλει αποκλειστικά μαρωνίτικο κράτος.
Καθώς το σχέδιο θεωρήθηκε ανεφάρμοστο, ο Μοσέ Νταγιάν, τότε αρχηγός του στρατού, πρότεινε το 1955 την προσάρτηση από το Ισραήλ της περιοχής του Λιβάνου νότια του ποταμού Λιτάνι.
Πριν από την αντίσταση
Όπως υπάρχει μακρά ιστορία Λιβανέζων πολιτικών που προσέφεραν φιλία στο Ισραήλ, έτσι υπάρχει και μακρά ιστορία ισραηλινών ωμοτήτων εναντίον του λιβανικού λαού από το 1948 έως το 1969 — πολύ πριν από την ύπαρξη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) ή της Χεζμπολάχ.
Κατά τον πόλεμο του 1948, παρότι ο λιβανικός στρατός δεν συγκρούστηκε με τις ισραηλινές δυνάμεις, οι σιωνιστικές δυνάμεις κατέλαβαν τον νότιο Λίβανο στο πλαίσιο της λεγόμενης «Επιχείρησης Χιράμ», καταλαμβάνοντας δεκαπέντε λιβανικά χωριά έως τον ποταμό Λιτάνι.
Ο σιωνιστής διοικητής στρατηγός Μορντεχάι Μακλέφ ζήτησε από τον Μπεν-Γκουριόν άδεια να καταλάβει τη Βηρυτό, υποστηρίζοντας ότι αυτό μπορούσε να γίνει μέσα σε δώδεκα ώρες. Εκείνος αρνήθηκε, φοβούμενος τη διεθνή κατακραυγή, δεδομένης της ουδετερότητας του Λιβάνου.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής του νότιου Λιβάνου, οι σιωνιστικές δυνάμεις διέπραξαν μία από τις χειρότερες σφαγές του πολέμου του 1948 στο λιβανικό χωριό αλ-Χούλα, όπου στις 31 Οκτωβρίου σκότωσαν 85 αμάχους. Όταν οι Ισραηλινοί εισέβαλαν ξανά εκεί το 2024, στρατιώτες βεβήλωσαν το μνημείο της σφαγής, στο οποίο αναγράφονταν τα ονόματα των θυμάτων.
Στις αρχές του 1949, Λιβανέζοι και Ισραηλινοί αξιωματούχοι ξεκίνησαν επίσημες διαπραγματεύσεις ανακωχής στη Ρας αλ-Νακούρα, οι οποίες, εξελίχθηκαν «ομαλότερα» απ’ ό,τι με οποιοδήποτε άλλο αραβικό κράτος. Αντί να εκφράσουν φρίκη για τις σφαγές που είχαν προηγηθεί εις βάρος Λιβανέζων αμάχων, οι Λιβανέζοι αντιπρόσωποι φέρονται να είπαν κατ’ ιδίαν στους Ισραηλινούς ότι «στην πραγματικότητα δεν ήταν Άραβες». Συζήτησαν επίσης το ενδεχόμενο εγκαθίδρυσης διπλωματικών σχέσεων.
Οι Ισραηλινοί αποχώρησαν από το λιβανικό έδαφος τον Μάρτιο του 1949.
Η συνάντηση αυτής της εβδομάδας στην Ουάσιγκτον αποτελεί επανάληψη εκείνης της στάσης: ο Λιβανέζος πρέσβης στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν καταδίκασε τις πρόσφατες σφαγές Λιβανέζων αμάχων και, σύμφωνα με πληροφορίες, αντάλλαξε χειραψία με τους Ισραηλινούς σε δίωρη ιδιωτική συνάντηση μακριά από τις κάμερες.
Καμία από αυτές τις κινήσεις, συνεχίζει, δεν θα ανακόψει τις συνεχιζόμενες ισραηλινές επιθέσεις κατά αμάχων στον Λίβανο, όπως ακριβώς και οι ιδιαίτερα φιλικές συνομιλίες του 1949 δεν απέτρεψαν τις κατοπινές επιθέσεις.
Κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, πολύ πριν φτάσουν στον Λίβανο αντάρτες της PLO, το Ισραήλ επιτέθηκε στη χώρα σχεδόν 200 φορές — με επιδρομές, πυροβολισμούς, κλοπή λιβανικών κοπαδιών, πυρπολήσεις καλλιεργειών σε συνοριακά χωριά και κωμοπόλεις, καταστροφή σπιτιών και περιουσιών και απαγωγές αμάχων — με αποτέλεσμα τουλάχιστον 23 νεκρούς, 39 τραυματίες και 81 απαχθέντες.
Το 1965, το Ισραήλ βομβάρδισε φράγμα υπό κατασκευή που προοριζόταν να εκτρέψει τα νερά των ποταμών Μπάνιας, Χασμπάνι και Λιτάνι στον Λίβανο και τη Συρία, ως απάντηση στις αραβικές προσπάθειες απέναντι στην ισραηλινή εκτροπή υδάτων προς την έρημο Νακάμπ. Το έργο καταστράφηκε.
Οι ωμότητες συνεχίζονται
Ίσως το πιο τολμηρό έγκλημα εκείνης της περιόδου ήταν το «γάζωμα» λιβανικού πολιτικού αεροσκάφους τον Ιούλιο του 1950 από ισραηλινό μαχητικό μέσα στον λιβανικό εναέριο χώρο.
Η επίθεση στο αεροπλάνο, που εκτελούσε πτήση από το αεροδρόμιο Καλάντια της Ανατολικής Ιερουσαλήμ προς τη Βηρυτό, προκάλεσε δύο θανάτους και τον τραυματισμό επτά Ιορδανών επιβατών, μεταξύ των οποίων ένα πεντάχρονο κορίτσι που αναγκάστηκε να υποστεί ακρωτηριασμό στο πόδι. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο Λιβανέζος ασυρματιστής Αντουάν Ουαζίρ και ο Άραβας εβραίος φοιτητής Μούσα Φουάντ Ντουέικ, του οποίου το κεφάλι διαμελίστηκε από σφαίρα.
Το 1967, το Ισραήλ κατέλαβε τα Αγροκτήματα Σεμπάα, παρότι ο Λίβανος δεν συμμετείχε στον πόλεμο. Τα κατέχει μέχρι σήμερα.
Τον επόμενο χρόνο, τον Δεκέμβριο του 1968, δύο ημέρες αφότου δύο Παλαιστίνιοι πρόσφυγες από τον Λίβανο γάζωσαν ισραηλινό επιβατικό αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Αθήνας, σκοτώνοντας έναν μηχανικό, το Ισραήλ βομβάρδισε το Διεθνές Αεροδρόμιο Βηρυτού, καταστρέφοντας δεκατρία πολιτικά αεροσκάφη αξίας σχεδόν 44 εκατομμυρίων δολαρίων της εποχής, καθώς και υπόστεγα και άλλες εγκαταστάσεις.
Όλες αυτές οι ωμότητες είχαν διαπραχθεί πριν ακόμη οι Παλαιστίνιοι αντάρτες στον Λίβανο ξεκινήσουν επιχειρήσεις αντίστασης κατά του Ισραήλ. Αντίστοιχα, οι Λιβανέζοι πολιτικοί που προσέφεραν συνεργασία στο Ισραήλ το έκαναν πολύ πριν τα γεγονότα αυτά χρησιμοποιηθούν αργότερα ως δικαιολογία για την ισραηλινή επιθετικότητα.
Ούτε ο Αούν ούτε ο Σαλάμ προσφέρουν σήμερα κάτι που να μην είχαν ήδη προσφέρει παλαιότεροι λιβανέζοι σύμμαχοι του Ισραήλ.
Η λιβανική κυβέρνηση προσφέρει σήμερα εκτεταμένη στήριξη στο Ισραήλ για την εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ, περιλαμβανομένης της ποινικοποίησης του μοναδικού λιβανικού κινήματος αντίστασης που απελευθέρωσε λιβανικό έδαφος από κατοχή, καθώς και της διάδοσης αντιιρανικής προπαγάνδας.
Παρά όμως αυτή τη στήριξη, τίποτε δεν θα αποτρέψει το Ισραήλ από το να συνεχίσει νέες ωμότητες στον Λίβανο και κανείς – ούτε οι Αμερικανοί, ούτε οι Σαουδάραβες, ούτε η φιλική προς το Ισραήλ λιβανική κυβέρνηση – δεν θα μπορέσει να εμποδίσει τη λιβανική αντίσταση να ανταποδώσει.
Τελικά, γράφει, το Ισραήλ δεν χρειάστηκε να οργανώσει πραξικόπημα στον Λίβανο για να αποκτήσει σύμμαχο καθεστώς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία έκαναν τη δουλειά για λογαριασμό του – και ακόμη περισσότερα.
Πηγή: infowar