ενημέρωση 9:12, 25 September, 2018

Αρκτική - η μάχη των μεγάλων δυνάμεων για την κατάκτηση του «τελικού συνόρου»

Στις 14 Δεκεμβρίου ο Βλαντίμιρ Πούτιν πραγματοποίησε την ετήσια συνέντευξη Τύπου, η οποία κράτησε σχεδόν τέσσερις ώρες και μεταδόθηκε σε όλη τη Ρωσία. Τα βρετανικά και αμερικανικά ΜΜΕ επικεντρώθηκαν στην αναμενόμενη ανακοίνωση του Πούτιν ότι θα συμμετάσχει εκ νέου στις φετινές προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, ένα μακράν πιο ενδιαφέρον θέμα, στο οποίο και αναφέρθηκε, δεν έλαβε ιδιαίτερη δημοσιότητα.

Μόλις λίγες μέρες νωρίτερα από εκείνη την συνέντευξη, ο Ρώσος πρόεδρος είχε επιστρέψει από τα πιο μακρινά, παγωμένα σύνορα της Σιβηρίας, περίπου 400 μίλια βόρεια του Αρκτικού Κύκλου. Είχε μόλις εγκαινιάσει το εργοστάσιο υγροποιημένου φυσικού αερίου Yamal LNG, κόστους άνω των 21 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το Yamal LNG χτίστηκε από την Novatek, τον μεγαλύτερο ιδιωτικό παραγωγό φυσικού αερίου της Ρωσίας, ενώ στην χρηματοδότηση συμμετείχαν με δάνεια οι ρωσικές κρατικές τράπεζες (3,1 δισ.), το Ρωσικό Ταμείο Εθνικού Πλούτου (1,8 δισ.) και, ιδιαίτερα σημαντικό, οι κινεζικές τράπεζες (9,5 δισ).

Στην εταιρία που συστάθηκε για την διαχείριση του εργοστάσιου, συμμετέχουν η Novatek, με 50,1%, η TOTAL (20%), ο κρατικός φορέας πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κίνας (20%) και το Ταμείο του Δρόμου του Μεταξιού (9,9%), το φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα της Κίνας για να επεκταθεί οικονομικά στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας. Με το δίδυμο εργοστάσιο του Yamal, το Arctic LNG 2, που πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία το 2023, η Ρωσία σκοπεύει να ανατρέψει το Κατάρ από τον θρόνο του, ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία.

Μπροστά στα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης που είχαν μαζευτεί στο Κρεμλίνο, ο Πούτιν έκανε αναφορά στον σπουδαίο Ρώσο επιστήμονα του 18ου αιώνα, Μιχαήλ Λομονόσοφ (σσ. το όνομά του δόθηκε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, ένα από τα μεγαλύτερα του πλανήτη) ο οποίος είχε πει πως η Ρωσία θα επεκταθεί πέρα από την Σιβηρία. Ο Πούτιν έθεσε εκείνον τον στόχο προσαρμοσμένο στις νέες, προωθημένες βλέψεις της Μόσχας: «Τώρα η Ρωσία πρέπει να επεκταθεί στην Αρκτική».

Η Αρκτική... «ανήκε» στα ψάρια της

Η κλιματική αλλαγή είναι η κρίσιμη προϋπόθεση. Τον Αύγουστο του 2017, το ρωσικό πλοίο «Christophe de Margerie», το πρώτο στον κόσμο παγοθραυστικό δεξαμενόπλοιο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ολοκλήρωσε ένα ταξίδι - παγκόσμιο ρεκόρ, από την Νορβηγία στην Νότια Κορέα σε μόλις 19 ημέρες, ακολουθώντας τη διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας, από την ρωσική αρκτική ακτή και το Μούρμνασκ μέχρι τον Βερίγγειο Πορθμό.

Αν ακολουθούσε τη συνήθη διαδρομή μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και του Ινδικού Ωκεανού, το ταξίδι θα είχε κρατήσει σχεδόν ένα μήνα. Αλλά η τήξη του πάγου της Αρκτικής μετασχηματίζει, όχι μόνο το γεωγραφικό ανάγλυφο, αλλά και την παγκόσμια ναυτιλία και γεωπολιτική. Οι Ρώσοι κατασκευάζουν 15 νέα υπερ-δεξαμενόπλοια υγροποιημένου φυσικού αερίου, το καθένα με παγοθραυστική ικανότητα, για να προσθέσουν στον υπάρχοντα στόλο τους που αποτελείται από 40 παγοθραυστικά.

Δεν είναι οι μόνοι. Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονταν για την Αφρική. Τώρα, τον 21ο αιώνα, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μια άγρια μάχη για την Αρκτική. Σε ένα από τα πιο αφιλόξενα μέρη του κόσμου, ο ανταγωνισμός γίνεται για το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο, την αλιεία και για τον έλεγχο των αναδυόμενων ναυτιλιακών διαδρόμων του μακρινού Βορρά.

Αυτό που κάνει την Αρκτική να ξεχωρίζει από τα άλλα «θέατρα» των ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων, είναι το γεγονός, ότι δεν ανήκει σε κανέναν. Αντίθετα από την Ανταρκτική - όπου ισχύει από το 1959 η Συνθήκη της Ανταρκτικής, η οποία καθιέρωσε την ήπειρο ως επιστημονική περιοχή και απαγόρευσε την στρατιωτική δραστηριότητα - η πολική περιοχή του Βορρά είναι ένα από τα λιγότερο, ή ίσως το μοναδικό, ακυβέρνητο μέρος που απέμεινε στον πλανήτη. Ένα είδους, «τελικού συνόρου». Ακόμη και στο διάστημα ισχύουν ήδη περισσότεροι κανόνες από τον Βόρειο Πόλο. Εύλογα λοιπόν όλα τα αρκτικά κράτη, οι χώρες, δηλαδή, που γειτνιάζουν με την Αρκτική, έχουν επιδοθεί σε έναν λυσσαλέο αγώνα κυριαρχίας.

Υπάρχουν όμως και μη αρκτικοί «ενδιαφερόμενοι», με τον σημαντικότερο από αυτούς να είναι η Κίνα, η οποία επελαύνει με πολύ - πάρα πολύ - χρήμα, αλλά πραγματικό στρατηγικό όραμα για την εκμετάλλευση της περιοχής. Γεγονός το οποίο οδηγεί περίπου σε αυτό που λέει και το περιοδικό «The New Statesman»: «Ήρθε η ώρα για την Δύση να δώσει προσοχή».

Ακόμη και πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αρκτική ήταν ένα ήσυχο μέρος, όπου Εσκιμώοι και τοπική πανίδα συμβίωναν σε απόλυτη ειρήνη και οικολογική ισορροπία. Μοναδικές δυτικές «επισκέψεις» ήταν μόνο από τους κατά καιρούς εξερευνητές.

Ωστόσο, μετά το 1945 και ειδικά με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, η περιοχή ανέβηκε στην κορυφή των προτεραιοτήτων των μεγάλων δυνάμεων. Το πρώτο κύμα στρατιωτικοποίησης του Βόρειου Πόλου ήρθε με την ανάπτυξη, περιμετρικά του, από τις δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, στρατηγικών βομβαρδιστικών και βαλλιστικών πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές.

Πολύ σύντομα, άλλοτε έρημες αχανείς εκτάσεις, άρχισαν να φιλοξενούν στρατιωτικές υποδομές. Ο Καναδάς και οι ΗΠΑ ανέπτυξαν ισχυρή στρατιωτική παρουσία, με μια σειρά από σταθμούς ραντάρ υψηλής τεχνολογίας από την Αλάσκα μέχρι την Νέα Γη. Το ΝΑΤΟ επίσης έχτισε βάσεις στην Γροιλανδία, την Ισλανδία και την Νορβηγία.

Το δεύτερο κύμα ακολούθησε από τα τέλη της δεκαετίας του '70 εξαιτίας της ανάπτυξης κατευθυνόμενων πυραύλων που εκτοξεύονταν από εναέρια, θαλάσσια και υποθαλάσσια μέσα και δοκιμάζοντας στα πολικά εδάφη.

Στο ίδιο μακρύ διάστημα, από το 1955 έως και το 1990, η ΕΣΣΔ πραγματοποίησε 130 υπόγειες πυρηνικές δοκιμές στην ονομαζόμενη «Βόρεια Περιοχή Δοκιμών), στο αρχιπέλαγος «Novaya Zemlya» (σσ. Νέα Γη).

Μέχρι τη δεκαετία του 1980 οι συχνά καλυμμένες από πάγο θάλασσες αποτέλεσαν τον κύριο επιχειρησιακό χώρο για μια νέα γενιά πυρηνικών υποβρυχίων. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 60% των υποβρύχιων στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεων της Ρωσίας είχαν την βάση του ή επιχειρούσαν στην χερσόνησο Κόλα, πολύ κοντά στην Νορβηγία. Επί περίπου τέσσερις δεκαετίες, οι περιοχές εκείνες ήταν από τις πιο επικίνδυνες στον πλανήτη για την έναρξη πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Η στρατηγική σημασία της Αρκτικής ήταν και τότε τόσο μεγάλη, που ακόμη και οι συνεχείς συνθήκες και συμφωνίες μείωσης του πυρηνικού οπλοστασίου μεταξύ ΕΣΣΔ και ΗΠΑ κατά την δεκαετία του ’80, άφηναν τον παγωμένο Βορρά, εκτός. Όχι μόνο τα πυρηνοκίνητα αμερικανικά και σοβιετικά υποβρύχια ενάλλασσαν τους ρόλους της γάτας και του ποντικού κάτω από τις παγωμένες επιφάνειες του βόρειου ωκεανού, αλλά και τα όπλα που υποχρεωτικά έπρεπε να μετακινηθούν λόγω των συμφωνιών από την Μαύρη Θάλασσα, π.χ. μεταφέρονταν απλώς στην Αρκτική.

Η Σοβιετική Ένωση έκανε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αφοπλισμού της περιοχής, με την γνωστή και ως «Πρωτοβουλία του Μούρμανσκ» το 1987, με την οποία πρότεινε να μετατραπεί η Αρκτική σε μια διεθνή «ζώνη ειρήνης», με αποπυρηνικοποιημένες ζώνες πυρηνικά και περιορισμούς στις ναυτικές στρατιωτικές δραστηριότητες. Η Πρωτοβουλία προχωρούσε ακόμη περισσότερο, καλώντας την διεθνή κοινότητα σε ειρηνική, κοινή ανάπτυξη των φυσικών πόρων, περιβαλλοντική συνεργασία και άνοιγμα της διαδρομής της Βόρειας Θάλασσας σε ξένα πλοία. ‘Ηταν μια πρωτοβουλία η οποία για πρώτη φορά προσπάθησε να προσαρμόσει την γεωπολιτική στην αντιμετώπιση των κινδύνων, όχι μόνο από έναν πυρηνικό πόλεμο, αλλά και από την κλιματική αλλαγή και την ορατή, από τότε, τήξη του πολικού πάγου, που οι πάντες καταλάβαιναν ότι θα προσέλκυε τους «γύπες» της παγκόσμιας οικονομίας αφού η πρόσβαση στις πολικές πηγές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα γινόταν πιο εύκολη και η άντλησή τους πιο φθηνή.

Κλιματική αλλαγή: Από καταστροφή... «κελεπούρι»

Αν και η ΕΣΣΔ δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει αυτήν την πρωτοβουλία διότι διαλύθηκε, ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1990, αν και η Αρκτική παρέμεινε γεμάτη από τα οπλοστάσια του Ψυχρού Πολέμου, έγινε επίσης το «πεδίο δοκιμών» για μια πιο συνεργατική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις. Το 1991, οι οκτώ χώρες της Αρκτικής (χώρες με έδαφος στον Αρκτικό Κύκλο) η Νορβηγία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ρωσία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Δανία και η Ισλανδία, συναντήθηκαν με εκπροσώπους των αυτοχθόνων λαών και υπέγραψαν την Στρατηγική Περιβαλλοντικής Προστασίας της Αρκτικής. Πέντε χρόνια αργότερα αυτή εξελίχθηκε στο Συμβούλιο της Αρκτικής, ένα φόρουμ για την προώθηση της συνεργασίας στην διαχείριση της περιοχής, που όμως δεν ασχολείται με στρατιωτικά ζητήματα.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, το Συμβούλιο της Αρκτικής απέκτησε μεγαλύτερη πολιτική πολιτική σημασία, διότι ο Αρκτικός Ωκεανός ξεπαγώνει με ρυθμούς ρεκόρ: Η έκταση του πάγου το Σεπτέμβριο του 2017 ήταν 25% μικρότερη από τους μέσους όρους του τέλους των καλοκαιριών μεταξύ του 1981 και του 2010.

Φυσικά, η τήξη των πάγων είναι φυσική καταστροφή για όλους, εκτός από τις μεγάλες δυνάμεις. Γι’ αυτές και τις εταιρίες τους είναι μια οικονομική ευκαιρία, με αποτέλεσμα και άλλες χώρες να επιδιώκουν την είσοδό τους στο Αρκτικό Συμβούλιο. Τα οκτώ ιδρυτικά κράτη, τα οποία αποτελούν τα μόνιμα μέλη του συμβουλίου, έχουν παραχωρήσει καθεστώς παρατηρητή σε πολλά ευρωπαϊκά και ασιατικά κράτη. Για παράδειγμα, η Βρετανία - μόνιμος παρατηρητής στο συμβούλιο από το 1998 - περιγράφεται ως ο «πλησιέστερος γείτονας της Αρκτικής», αν και παραμένει ασαφές τι πραγματικά σημαίνει αυτό, ή αν σημαίνει κάτι γενικά.

Ακόμη χειρότερη είναι η «ευελιξία» των όρων σε ό,τι αφορά στην Κίνα, η οποία έχει καθεστώς μόνιμου παρατηρητή στο Συμβούλιο από το 2013, αποκαλούμενη ως χώρα «πλησίον της Αρκτικής», αν και το βορειότερο σημείο της είναι περίπου 900 μίλια νότια του Αρκτικού Κύκλου.

Στις 30 Νοεμβρίου του 2017, οι πέντε χώρες που έχουν αρκτικές ακτές - Καναδάς, Γροιλανδία (Δανία), Νορβηγία, Ρωσία και ΗΠΑ - καθώς και η Κίνα, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ισλανδία και η ΕΕ προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις στην Ουάσινγκτον. Συμφώνησαν να απαγορεύσουν για 16 χρόνια την ανεξέλεγκτη αλιεία στα νερά που απελευθερώνονται από τον πάγο στον αρκτικό βορρά - μια έκταση που ισοδυναμεί με το μέγεθος της Μεσογείου - ή τουλάχιστον έως ότου οι επιστήμονες μπορέσουν να αναλύσουν την οικολογία του ωκεανού που χάνει με γοργούς ρυθμούς τον πάγο του και να θέσουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο βιώσιμης αλιευτικής δραστηριότητας.

Η συμφωνία αυτή πρέπει να υπογραφεί και να επικυρωθεί - κάτι μάλλον δύσκολο με τον Τραμπ να αρνείται την κλιματική αλλαγή εν γένει - αλλά οι επιτυχημένες διαπραγματεύσεις θεωρούνται ως ένα σημαντικό βήμα στις προσπάθειες διατήρησης του περιβάλλοντος και ένα παράδειγμα αυτού που οι διπλωμάτες αποκαλούν «αρκτική εξαίρεση». Δηλαδή την προθυμία της Μόσχας και της Ουάσινγκτον να αφήσουν στην άκρη κάποιες από τις γεωπολιτικές τους διαφορές για χάρη κοινών συμφερόντων.

Βέβαια, η συμφωνία για το νερό είναι ένα πράγμα, αλλά το έδαφος είναι κάτι διαφορετικό. Διότι υπάρχει ένα τεράστιο οικονομικό συμφέρον που διακυβεύεται. Το 2008, η υπηρεσία γεωγραφικών ερευνών των ΗΠΑ εκτίμησε, ότι η Αρκτική διαθέτει το 13% του παγκόσμιου αποθέματος πετρελαίου που δεν έχει ανακαλυφθεί και το ανάλογο 30% του φυσικού αερίου. Η αξία τους με σημερινές τιμές ανέρχεται σε περίπου 13,5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί με ολόκληρη την αμερικανική οικονομία.

Ο ανταγωνισμός είναι ήδη έντονος. Η Ρωσία, ο Καναδάς, η Νορβηγία και η Γροιλανδία έχουν στρέψει την προσοχή του στην υποθαλάσσια οροσειρά Λομονόσοφ που εκτείνεται σε 1.240 μίλια σχεδόν ευθεία στο κέντρο του Αρκτικού Ωκεανού και μέσω του Βόρειου Πόλου. Κάτω και γύρω από αυτόν τον γεωλογικό σχηματισμό βρίσκεται το 1/4 όλων των ενεργειακών πόρων που έχουν απομείνει στον πλανήτη.

Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (Unclos) τέθηκε σε ισχύ το 1994, ορίζοντες τις  οικονομικές ζώνες των 200 ναυτικών μιλίων, στις οποίες ένα κράτος έχει αποκλειστικά δικαιώματα αλιείας και εξόρυξης. Πέρα από αυτό το όριο, τα κράτη με αρκτικές  ακτές δεν επιτρέπεται να ψαρεύουν ή να εξορύσσουν. Ωστόσο, ένα κράτος μπορεί να ασκήσει πιέσεις για μια ζώνη 350 ναυτικών μιλίων από την ακτή ή ακόμα περισσότερο, εάν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη ενός υποβρύχιου σχηματισμού που αποτελεί επέκταση της μάζας του εδάφους στην επιφάνεια (υφαλοκρηπίδα ). Οι αιτιάσεις αυτές κρίνονται από την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα όρια της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, η οποία ιδρύθηκε με την Unclos. Σχεδόν 170 χώρες προσχώρησαν στην Συνθήκη ή την επικύρωσαν. Οι ΗΠΑ υπέγραψαν την Unclos επί προεδρίας Κλίντον, αλλά η συνθήκη δεν επικυρώθηκε ποτέ από την Γερουσία των ΗΠΑ.

‘Ομως, αυτή η διάταξη της Σύμβασης για την υφαλοκρηπίδα ανοίγει διάφορα «παράθυρα» διεκδικήσεων. Το 2001, η Ρωσία υποστήριξε ότι της ανήκε όχι μόνο ο Βόρειος Πόλος αλλά και μια περιοχή που ανέρχεται στο ήμισυ της Αρκτικής, 1.325.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα διεθνούς θαλάσσιου βυθού. Έξι χρόνια αργότερα, σε μια δραματοποίηση της παραπάνω διεκδίκησης, οι Ρώσοι άνοιξαν μια τρύπα στον πάγο, έριξαν ένα μικρό βαθυσκάφος και κάρφωσαν τελετουργικά την ρωσική σημαία σε βάθος 4.300 μέτρων.

Αυτό προκάλεσε την κατακραυγή της Δύσης. «Δεν βρισκόμαστε στον 15ο αιώνα» δήλωσε ο Καναδός υπουργός Εξωτερικών Peter MacKay. «Δεν μπορείτε να πάτε σε όλο τον κόσμο, να βάλετε σημαίες και να πείτε: “Απαιτούμε αυτήν την επικράτεια”».

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ απάντησε: «Όταν οι εξερευνητές φτάσουν σε κάποιο σημείο που κανένας άλλος δεν έχει φτάσει, καρφώνουν μια σημαία. Έτσι έγινε και στην Σελήνη, παρεμπιπτόντως»…

Μέχρι στιγμής, η Ρωσία και η Δανία έχουν υποβάλει πλήρεις απαιτήσεις για τον Βόρειο Πόλο και την κορυφογραμμή Λομονόσοφ, ενώ ο Καναδάς αναμένεται να καταθέσει ανάλογο πλήρες αίτημα φέτος. Από τις άλλες δύο αρκτικές, οι ΗΠΑ αποκλείστηκαν από το παιχνίδι της διεκδίκησης εξαιτίας της αποτυχίας τους να κυρώσουν τη συνθήκη Unclos, ενώ η Νορβηγία δεν έχει γεωγραφικούς λόγους να υποβάλει απαίτηση.

Ρωσική «επέλαση»

Για την Ρωσία, η Αρκτική είναι μέρος της γενικότερης προσπάθειάς της να ανακάμψει από την ήττα της στον Ψυχρό Πόλεμο. Έχοντας εδραιωθεί στο εσωτερικό του, ο Πούτιν αρχίζει να δοκιμάζει την Δύση στην Κριμαία, την Ουκρανία και την Συρία. Το 2009 ανακοινώθηκε το νέο δόγμα της εθνικής στρατηγικής για την ασφάλεια, σύμφωνα με το οποίο η Ρωσία θα μετατραπεί σε παγκόσμια δύναμη μέχρι το 2020.

Η Αρκτική είναι το κλειδί αυτής της πολιτικής, διότι μόνο εκεί - όπως το έθεσε ο Πούτιν τον Δεκέμβριο - υπάρχουν πραγματικά περιθώρια εδαφικής επέκτασης και απόκτησης πόρων. Οι φυσικοί πόροι στην ρωσική περιοχή της Αρκτικής αντιπροσωπεύουν ήδη το 1/5 του ΑΕΠ της χώρας. Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο κάτω από τον Βόρειο Πόλο ανοίγει την προοπτική του τεράστιου επιπλέον πλούτου, αλλά θα χρειαστούν χρόνος, χρήματα και τεχνολογία για να τον εκμεταλλευτούν. Λίγο πιο εύκολο κομμάτι ανοίγει στο βόρειο χείλος της Σιβηρίας - 14.000 μίλια ακτογραμμής από το Μούρμανσκ έως τον  Βερίγγειο - τόσο στην στεριά όσο και στο θαλάσσιο τμήμα της Ρωσίας.

Η υποχώρηση του πάγου απόψυξη ανοίγει νέες ευκαιρίες για εξόρυξη μερικών από τα πιο πολύτιμα ορυκτά του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου του χρυσού, του αργύρου, του γραφίτη, του νικελίου, του τιτανίου του ουρανίου, πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Η «απόψυξη» της διαδρομής της Βόρειας Θάλασσας κατά μήκος των ακτών της Ρωσίας δημιουργεί επίσης μια προσοδοφόρα λωρίδα ναυτιλίας, την οποία το Κρεμλίνο θα είναι σε θέση να ελέγξει. Τον Νοέμβριο, ο Πούτιν επεσήμανε ότι μόνο τα πλοία υπό τη ρωσική σημαία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την εμπορική διαδρομή.

Συμπληρώνοντας στρατιωτικά αυτό το οικονομικό σενάριο, η Ρωσία έχει αναπτύξει μια πολιτική ασφάλειας για την Αρκτική, η οποία περιλαμβάνει βάσεις και παγοθραυστικά. Τον Δεκέμβριο του 2014, η Ρωσία ανακοίνωσε ότι προγραμματίζει την κατασκευή στρατιωτικών βάσεων μονάδες σε όλη την ακτή της Αρκτικής και άρχισε να ρίχνει χρήματα σε αεροδρόμια, λιμάνια, σταθμούς ραντάρ και στρατόπεδα. Οι νέες υποδομές περιλαμβάνουν ήδη δύο τεράστια συγκροτήματα: Το βόρειο Shamrock στο νησί Kotelny και το Arctic Trefoil στη γη Franz Josef, μόλις 620 μίλια από τον Βόρειο Πόλο.

Συνολικά, στις έξι μεγαλύτερες βάσεις της Ρωσίας στην Αρκτική θα υπηρετήσουν περίπου χίλιοι στρατιώτες επί 18 μήνες. Η Μόσχα επικεντρώνεται τώρα στο να καθιστά τα αεροδρόμια του μακρινού βορρά προσβάσιμα όλο το χρόνο. Υπό τον Γκορμπατσόφ και τον Γέλτσιν, «οι αρκτικές συνοριακές περιοχές μας απογυμνώθηκαν», δήλωσε ο καθηγητής Πάβελ Μακαρέβιτς, μέλος της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας. «Τώρα αποκαθίστανται».

Καμία άλλη χώρα δεν έχει στρατιωτικοποιήσει τον Αρκτικό Βορρά σε τέτοιο βαθμό. Και κανένας δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τον στόλο της Ρωσίας, με τα 40 παγοθραυστικά που χρησιμοποιειούνται για την εκκαθάριση των θαλάσσιων διόδων για στρατιωτική και μη, χρήση. Τρία πυρηνοκίνητα παγοθραυστικά, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου στον κόσμο, είναι αυτήν την στιγμή υπό κατασκευή, για να προστεθούν στα έξι ήδη σε υπηρεσία. Η Ρωσία εξοπλίζει και τα πολεμικά πλοία του στόλου της Βόρειας Θάλασσας με παγοθραυστικές δυνατότητες, ενώ μέχρι το 2020 ο Βόρειος Στόλος, με βάση το Μούρμανσκ, πρόκειται να ενισχυθεί με δύο παγοθραυστικές κορβέτες, οπλισμένες με κατευθυνόμενους πυραύλους.

Για να κατανοηθεί η διαφορά δύναμης, η Φινλανδία διαθέτει οκτώ παγοθραυστικά, ο Καναδάς επτά, η Σουηδία τέσσερα, η Κίνα τρία και οι ΗΠΑ δύο. Ως εκ τούτου, «μια νέα ισχυρή δυτική απάντηση στη ρωσική στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων στην Αρκτική είναι απαραίτητη», δήλωσε ο ναύαρχος Paul Zukunft, διοικητής της αμερικανικής ακτοφυλακής, τον περασμένο Δεκέμβριο.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για στρατιωτικοποίηση «τύπου» Ψυχρού Πολέμου. Τότε, η δύναμη πυρός της ΕΣΣΔ στην Αρκτική ήταν μεγαλύτερη, ισχυρότερη, αλλά δυσκίνητη. Η Ρωσία δημιουργεί τώρα μια μόνιμη και ευκίνητη συμβατική στρατιωτική παρουσία, σε μικρά τμήματα, που είναι ιδιαίτερα ικανά για ταχεία αντίδραση.

Παρόλ΄ αυτά, η κλίμακα των φιλοδοξιών της Ρωσίας στην Αρκτική δεν αμφισβητείται. Τον Μάρτιο του 2015, η Μόσχα διεξήγαγε τη μεγαλύτερη άσκηση πλήρους ετοιμότητας στην Αρκτική από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Ανέπτυξε 45.000 στρατιώτες, 3.360 οχήματα, 110 αεροσκάφη, 41 πλοία και 15 υποβρύχια, σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο άμυνας. Και την Ημέρα του Ναυτικού στις 30 Ιουλίου του 2017, η Ρωσία έκανε μια επίδειξη σε ολόκληρο τον κόσμο, από την βάση της στην Ταρσό της Συρίας έως τη Σεβαστούπολη και το Βλαδιβοστόκ και κυρίως στα βαλτικά νερά της Αγίας Πετρούπολης.

Η «ανατολή» της Κίνας

Ωστόσο, για να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες της, η Ρωσία πρέπει να λύσει το πρόβλημα της χρηματοδότησης. Θα πρέπει να κατασκευαστούν λιμάνια και σταθμοί ανεφοδιασμού κατά μήκος της διαδρομής της Βόρειας Θάλασσας, καθώς και σιδηροδρομικών γραμμών μεγάλων αποστάσεων, αυτοκινητοδρόμων και υπόγειων καλωδιακών δικτύων δεδομένων οπτικών ινών. Λόγω των κυρώσεων των ΗΠΑ και της ΕΕ από το 2014, η Ρωσία δεν μπορεί να στηριχθεί στις επενδύσεις από τη Δύση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχει αρχίσει να απευθύνεται στην Κίνα για χρήματα και αγορές για τα προϊόντα της.

Οι ρωσικές φιλοδοξίες, από την άλλη, δίνουν μια ευκαιρία στην Κίνα να χρησιμοποιήσει την οικονομική της δύναμη για να αυξήσει την παγκόσμια επιρροή της. Ο Ξι, όπως και ο Πούτιν, θεωρεί την Αρκτική ως κρίσιμο στοιχείο του γεωπολιτικού οράματος της χώρας.

Έτσι, η σινο-ρωσική αρκτική συμμαχία δεν είναι απλώς η συνέπεια της κλιματικής αλλαγής, αλλά και ένα προϊόν της realpolitik. Και αυτό ο δεσμός ισχυροποιήθηκε με την άφιξη του Τραμπ στο Λευκό Οίκο.

Η κλίμακα του οράματος του Ξι  είναι επίσης αξιοσημείωτη. Το 2013 η Κίνα ξεκίνησε την πρωτοβουλία «One Belt, One Road», το πιο ακριβό σχέδιο του είδους του στην ιστορία. Πρόκειται για μια αναπτυξιακή στρατηγική με δύο άξονες, η οποία περιλαμβάνει την «Οικονομική Ζώνη του Μεταξιού» και τον «Ναυτικό Δρόμο του Μεταξιού του 21ου Αιώνα», οι οποίες μαζί καταγράφουν ένα ιδιαίτερα ολοκληρωμένο σύνολο χερσαίων και θαλάσσιων οικονομικών διαδρόμων που συνδέουν χιλιάδες μίλια αγορών από την Ασία στην Δυτική Ευρώπη. Στα τέλη του περασμένου έτους, ο Ξι απεύθυνε κάλεσμα για στενή σινο-ρωσική συνεργασία στη διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας.

Αυτό είναι το είδος οραματικής ηγεσίας που η Ουάσινγκτον δεν έχει δείξει από την αρχή του Ψυχρού Πολέμου, όταν ξεκίνησε να ανοικοδομεί τη δυτική Ευρώπη. Και μόλις η κινεζική πρωτοβουλία φτάσει τις προβλεπόμενες δαπάνες της στο 1 τρις δολάρια θα είναι σχεδόν οκταπλάσια της αξίας, σε πραγματικές τιμές, του μεταπολεμικού αμερικανικού σχεδίου Μάρσαλ.

Το μεγάλο παγκόσμιο όραμα του Ξι συνδυάζεται με την έξυπνη διπλωματική τακτική. Η σειρά επισκέψεών του τον Μάιο του 2017 στη Φινλανδία, την Αλάσκα και την Ισλανδία δεν ήταν σύμπτωση. Η Φινλανδία ήταν έτοιμη να αναλάβει την εκ περιτροπής προεδρία του Αρκτικού Συμβουλίου από τις ΗΠΑ, την οποία θα ακολουθήσει η Ισλανδία δύο χρόνια αργότερα.

Στην Ισλανδία - που βρίσκεται στο σταυροδρόμι των διατλαντικών οδών θαλάσσιων μεταφορών και της πύλης προς τον Αρκτικό Ωκεανό - η Κίνα χρησιμοποίησε την ευκαιρία της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης για να πιέσει για μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών που ολοκληρώθηκε το 2013. Η νέα κινεζική πρεσβεία στο Ρέικιαβικ είναι η μεγαλύτερη στη χώρα.

Η Αρκτική έχει περιγραφεί ως το «τελευταίο σύνορο» του κόσμου, το «τελευταίο λευκό σημείο στο χάρτη». Τώρα αρχίζει να «χρωματίζεται». ‘Ενα νέο πολυπολικό σύστημα στην διεθνή πολιτική διαμορφώνεται εκεί, καθώς η Ρωσία και η Κίνα επιδιώκουν να αμφισβητήσουν μια αμερικανική ηγεμονία που, κατά την άποψή τους, κράτησε πάρα πολύ.

Όπως και αν εξελιχθούν τα πράγματα, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι Εσκιμώοι δεν θα ψαρέψουν ποτέ ήσυχα ξανά…

* Φωτογραφία και πληροφορίες από το NewStatesman

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 13 Μαρτίου 2018 11:44

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.