ενημέρωση 5:53, 16 November, 2018

Βρέθηκαν οι «ρίζες» της αναβλητικότητας στον εγκέφαλο

Τα άτομα με πτωχό έλεγχο ως προς τη δράση έτειναν να έχουν μεγαλύτερη αμυγδαλή, μια εγκεφαλική περιοχή που παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση των συναισθημάτων και της κινητοποίησης

Η τάση να αναβάλλει κανείς να κάνει διάφορα πράγματα τελικά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας, και δεν είναι απλά ένα στοιχείο του χαρακτήρα μας, σύμφωνα με γερμανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Psychological Science.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου Ruhr στο Μπόχουμ, υπέβαλλαν σε εγκεφαλικές απεικονίσεις 264 άνδρες και γυναίκες, 18-35 ετών.

Οι μαγνητικές τομογραφίες αποκάλυψαν μια εγκεφαλική περιοχή που εμπλέκεται στην κινητοποίηση και τείνει να είναι μεγαλύτερη στα άτομα που συνήθως είναι αναβλητικά, ενώ η επικοινωνία μεταξύ του τμήματος αυτού του εγκεφάλου και ενός άλλου που παίζει ρόλο στην ανάληψη δράση είναι πιο αδύναμη.

«Οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς την ικανότητα να αναλάβουν δράση σκοπίμως. Ενώ μερικοί τείνουν να αναβάλλουν να κάνουν διάφορα πράγματα, άλλοι εύκολα αναλαμβάνουν δράση στη στιγμή», εξηγεί η κύρια συγγραφέας της μελέτης Καρολιν Σλουτερ.

Οι εγκεφαλικές απεικονίσεις αποκάλυψαν επίσης ότι τα άτομα με πτωχό έλεγχο ως προς τη δράση έτειναν να έχουν μεγαλύτερη αμυγδαλή, μια εγκεφαλική περιοχή που παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση των συναισθημάτων και της κινητοποίησης.

«Και αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι ο κύριος ρόλος της αμυγδαλής είναι να μας προειδοποιεί για τις πιθανές αρνητικές συνέπειες συγκεκριμένων δράσεων», εξηγεί η ερευνήτρια.

Και συμπληρώνει ότι, πιθανόν τα άτομα με μεγαλύτερη αμυγδαλή να είναι πιο αγχώδη για τις αρνητικές συνέπειες μιας πράξης, κάτι που με τη σειρά του οδηγεί σε δισταγμό και αναβλητικότητα.

Οι Γερμανοί ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι αναβλητικοί άνθρωποι έτειναν να έχουν πιο αποδυναμωμένη επικοινωνία μεταξύ της αμυγδαλής και του ραχιαίου πρόσθιου κοιλιακού φλοιού,, περιοχή που εμπλέκεται στη ρύθμιση των συναισθημάτων, της ενσυναίσθησης, του ελέγχου της παρόρμησης και της λήψης αποφάσεων.

«Υποθέτουμε ότι αν η αλληλεπίδραση αμυγδαλής και ραχιαίου πρόσθιου κοιλιακού φλοιού είναι εξασθενημένη, τότε δεν μπορεί να εκτελεστεί επιτυχώς ο έλεγχος της δράσης», σύμφωνα με την Δρ Σλουτερ.

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 10:02

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.