ενημέρωση 8:22, 1 December, 2020

ΚΑΠΝΙΣΜΑ - ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

  Γράφει η Δρ. Αναστασία Μοσχοβάκη

Το αμυντικό σύστημα του ανθρώπου περιλαμβάνει πολλούς μηχανισμούς άμυνας και προστασίας έναντι τοξικών παραγόντων.

Βασικό ρόλο στην εγγενή ανοσία έχουν τα ουδετερόφιλα και τα μονοπύρηνα λευκά αιμοσφαίρια του αίματος που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων καθώς και τα μακροφάγα των ιστών. Τα ιστικά μακροφάγα είναι μόνιμα καθηλωμένα κύτταρα στους ιστούς, με ικανότητα φαγοκυττάρωσης των εισβολέων. Ιδιαίτερα πλούσιος σε ιστικά μακροφάγα είναι ο λεμφικός ιστός που εδράζεται στους λεμφαδένες, το σπλήνα, τον θύμο, τις αμυγδαλές. Λόγω των μακροφάγων του ήπατος και του εντέρου πληθώρα μικροβίων που περνούν με τις τροφές στην πυλαία κυκλοφορία του ήπατος, καταστρέφονται πριν περάσουν στη συστηματική κυκλοφορία. Σημαντικό ρόλο στην ικανότητα του οργανισμού να καταστρέφει τους εισβολείς έχουν χημικές ουσίες που απελευθερώνονται, λόγω της φλεγμονής, όπως η ισταμίνη και η βραδυκινίνη τα πυρετογόνα, οι κυτοκίνες. Το συμπλήρωμα είναι ένα σύστημα ανενεργών ενζύμων του αίματος, το οποίο ενεργοποιείται από παράγοντες που μετέχουν στην ανοσία. Μία από τις βασικές οδούς ενεργοποίησης του καταρράκτη του συμπληρώματος είναι η σύνδεση αντισώματος-βλαπτικού παράγοντα.

Το κάπνισμα είναι ένας από τους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για προσβολή από λοιμώξεις και σοβαρή έκβαση λοιμώξεων, όπως είναι η γρίπη η πνευμονία ο νέος κορωνοιός κ.λπ. ιδιαίτερα μετά την πάροδο δεκαετίας από τη συνεχή χρήση καπνού.

Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί με τους οποίους το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο συστηματικών λοιμώξεων δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Περιλαμβάνουν βασικούς δομικούς και ανοσολογικούς μηχανισμούς, ορισμένοι από τους οποίους εκτίθενται παρακάτω:

  1. Ο καπνός του τσιγάρου και πολλά από τα συστατικά του προκαλούν δομικές αλλαγές στην αναπνευστική οδό. Αυτές οι αλλαγές περιλαμβάνουν περιβρογχιολογική φλεγμονή και ίνωση, αυξημένη διαπερατότητα των βλεννογόνων, εξασθένιση της κάθαρσης των βλεννογόνων, αλλαγές στην προσκόλληση των παθογόνων και διαταραχή του αναπνευστικού επιθηλίου. Αυτές οι αλλαγές προδιαθέτουν στην ανάπτυξη λοιμώξεων του ανώτερου και του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος με βασικό μηχανισμό την αύξηση της ικανότητας προσκόλλησης των παθογόνων μικροοργανισμών στα κύτταρα του αναπνευστικού επιθηλίου. Ένας αριθμός συστατικών του καπνού τσιγάρων, συμπεριλαμβανομένων της ακρολεΐνης, της ακεταλδεΰδης, της φορμαλδεΰδης, των ελεύθερων ριζών που παράγονται από χημικές αντιδράσεις εντός του καπνού τσιγάρου και του νιτρικού οξειδίου, μπορεί να συμβάλλουν στις παρατηρούμενες δομικές μεταβολές στα επιθηλιακά κύτταρα των αεραγωγών.
  2. Το κάπνισμα επηρεάζει ωστόσο και τον αριθμό και την λειτουργικότητα των λευκών αιμοσφαιρίων. Οι καπνιστές εμφανίζουν κατά μέσο όρο αυξημένο αριθμό περιφερικών λευκών αιμοσφαιρίων, περίπου 30% υψηλότερο από αυτό των μη καπνιστών, τα οποία ωστόσο λειτουργούν πλημμελώς. Προφλεγμονώδεις παράγοντες που απελευθερώνονται από κυψελιδικά κύτταρα όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκου α, ορισμένες ιντερλευκίνες και ο παράγοντας διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων-μακροφάγων, είναι πιθανώς υπεύθυνοι για τη διέγερση του μυελού των οστών και την αυξημένη παραγωγή λευκών αιμοσφαιρίων στον καπνιστή. Ωστόσο στους καπνιστές διαταράσσεται η αναλογία των υποπληθυσμών των λεμφοκυττάρων, γεγονός που συντελεί στην κακή λειτουργικότητα των λευκών αιμοσφαιρίων έναντι των λοιμώξεων. Η ικανότητα των λευκών αιμοσφαιρίων να κατευθύνονται στην εστία της φλεγμονής και να καταστρέφουν το παθογόνο αίτιο που την προκάλεσε μειώνεται στο συστηματικό καπνιστή. Οι καπνιστές έχουν επίσης χαμηλά επίπεδα παραγόμενων από τα λευκά αιμοσφαίρια αντισωμάτων στο αίμα και στα υγρά των πνευμόνων.
  3. Το κάπνισμα μειώνει την έκκριση προφλεγμονωδών κυτοκινών και ιντερφερόνης γ. Η υδροκινόνη, η φαινολική ένωση στην πίσσα τσιγάρων, είχε την πιο ισχυρή ανασταλτική δράση σε αυτές τις κυτοκίνες σύμφωνα με μελέτες.

4.Το κάπνισμα, μέσω των επιδράσεων της νικοτίνης, μπορεί να διεγείρει την απελευθέρωση κατεχολαμίνης και κορτικοστεροειδών που καταστέλλουν περαιτέρω την άμυνα έναντι μολύνσεων.

5. Το κάπνισμα αλλοιώνει τη συσπαστικότητα των αγγείων και διαταράσσει έτσι την αποτελεσματικότητας των φλεγμονωδών αποκρίσεων.

Οι βλαπτικές επιδράσεις του καπνού δεν αφορούν μόνο τους ενεργητικούς αλλά και τους παθητικούς καπνιστές. Παρά το γεγονός ότι μπορεί να χρειαστεί πάνω από δεκαετία για να αποκατασταθούν οι ανοσολογικές διαταραχές στους χρόνιους καπνιστές, αρκετές ανοσολογικές ανωμαλίες στους καπνιστές αποκαθίστανται εντός 6 εβδομάδων μετά τη διακοπή του καπνίσματος. Η διακοπή του καπνίσματος είναι το σημαντικότερο μέσο διαφύλαξης και ενίσχυσης του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι σοβαρών φλεγμονών.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020 10:20

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.