ενημέρωση 5:16, 15 February, 2019

Dior - ο χρυσός θεός της μόδας

«Η μόδα είναι μια έκφραση πίστης. Σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε τα μυστικά μάς αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, η εμπιστοσύνη μας προδίδεται και οι αποκαλύψεις είναι στημένες. Η μόδα παραμένει η ενσάρκωση του μυστηρίου, η καλύτερη απόδειξη της μαγείας».

Σχεδόν επτά δεκαετίες από την εποχή που ο Κριστιάν Ντιόρ ξεστόμιζε και σχεδίαζε πράγματα που θα άλλαζαν για πάντα την ιστορία της μόδας, το Λονδίνο υποκλίνεται στον μέγα Γάλλο μόδιστρο με μια έκθεση -πού αλλού;- στο Μουσείο Victoria & Albert, τον ναό της μόδας, που τα τελευταία χρόνια μάς συνήθισε σε μεγαλειώδεις ρετροσπεκτίβες. «Christian Dior: Designer of Dreams» έχει τίτλο και τα εκθέματα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης (έως 14 Ιουλίου 2019).

Αφιέρωμα στον Dior
 
Οι Βρετανοί ανταποδίδουν στον Γάλλο couturier την αγάπη και την αφοσίωση που έδειχνε στη χώρα, στις συνήθειες, στον τρόπο ζωής, ακόμα και στους βασιλιάδες τους. «Αγαπώ την αγγλική ευγένεια, την αρχιτεκτονική, αγαπώ ακόμη και την αγγλική κουζίνα», έλεγε συχνά ο Γάλλος σχεδιαστής.

Εξ ου και σε περίοπτη θέση και μέσα σε μια μεγάλη βιτρίνα θαυμάζει κανείς στην έκθεση την εμβληματική τουαλέτα που φόρεσε η καλή του φίλη πριγκίπισσα Μαργαρίτα για τα 21α γενέθλιά της. Πρόκειται για ένα πανέμορφο λευκό τούλινο φόρεμα (το πέρασμα του χρόνου τού έχει πια αφήσει μια σχεδόν κίτρινη απόχρωση), που άφηνε γυμνό τον έναν ώμο και το στόλιζαν μοναδικά κεντήματα, με το οποίο η νεαρή γαλαζοαίματη πόζαρε στον φακό του Σεσίλ Μπίτον και έβαλε την τουαλέτα στο βιβλίο της ραπτικής ιστορίας.

Η περιήγηση στο σύμπαν του Ντιόρ (η έκθεση στο Μουσείο Victoria & Albert είναι χωρισμένη σε έντεκα ενότητες και την επιμελήθηκε η Οριόλ Κάλεν) χορταίνει τους επισκέπτες με τόνους από τούλια, συγκλονιστικά κεντήματα, μαγικά σχέδια, περίτεχνες τουαλέτες που φόρεσαν οι κορυφαίες πρωταγωνίστριες του κινηματογράφου και οι διασημότερες τραγουδίστριες, πρωτοποριακές γραμμές που τον έκαναν συνώνυμο της γαλλικής μόδας και κομψότητας.

Από το περίφημο ασπρόμαυρο ταγέρ (Τhe «Bar» Suit) από την πρώτη συλλογή του 1947, που άλλαξε για πάντα τις ισορροπίες μεταξύ ραπτικής και θηλυκότητας, και ένα ολόκληρο τμήμα αφιερωμένο στη μεταφυσική σχέση του με τα αρώματα μέχρι την αστραφτερή ενότητα «Ballroom», όπου ζαλίζεσαι από τα παραμυθένια βραδινά φορέματα που έχουν την υπογραφή του οίκου, και βιτρίνες με αναμνηστικά από τα ατελείωτα ταξίδια που πραγματοποιούσε ο Ντιόρ, αμέτρητα προσωπικά αντικείμενα και γούρια (με πρώτο και καλύτερο το αστέρι που είχε κάποτε βρει στον δρόμο).

Ενδιαφέρον επίσης έχει και το τμήμα «Designers for Dior», όπου καταγράφεται πώς οι έξι καλλιτεχνικοί διευθυντές που διαδέχτηκαν τον Ντιόρ επηρέασαν την ιστορία του οίκου και άφησαν το δικό τους στίγμα στην εξέλιξή του: πρώτος και καλύτερος o Ιβ Σεν Λοράν, ο Μαρκ Μποάν, που διηύθυνε την επιχείρηση επί τρεις δεκαετίες, ο Ιταλός Τζιανφράνκο Φερέ, η μεγαλοφυΐα Τζον Γκαλιάνο, ο Ραφ Σίμονς και από το 2016 η πρώτη γυναίκα στο τιμόνι του, η φοβερή και τρομερή Μαρία Γκράτσια Κιούρι.

Η λονδρέζικη έκθεση «Christian Dior: Couturier du Rêve» παρουσιάστηκε το 2017 στο Musee des Arts Decoratifs του Παρισιού με αφορμή τον εορτασμό των 70ών γενεθλίων του οίκου. Απλώς, στις 230 δημιουργίες υψηλής ραπτικής που φιλοξενήθηκαν στη γαλλική πρωτεύουσα, οι Λονδρέζοι πρόσθεσαν ακόμα 100 εκθέματα και μια ολοκαίνουργια ενότητα που διερευνά τη γοητεία που ασκούσε στον σχεδιαστή η λονδρέζικη κουλτούρα.

Αυτό πάντως δεν σημαίνει πως οι Βρετανοί κριτικοί τής χαρίστηκαν. Σύμφωνα με τη Ρέιτσελ Κουκ της Guardian, η έκθεση στο V&A (τρία στα πέντε αστεράκια τής βάζει) δεν καταφέρνει «να δημιουργήσει αφήγημα, καθώς μπορεί στα ρούχα να υπάρχουν οι ημερομηνίες δημιουργίας, αλλά απουσιάζουν στοιχεία και λεπτομέρειες για τις εποχές τους».

Επίσης η έκθεση -σύμφωνα με την ίδια κριτική- στερείται ρεαλισμού.

«Είναι λίγο σαν να δημιουργεί ψευδαισθήσεις: ακούμε για πολλούς θριάμβους αλλά ποτέ για τις αποτυχίες ή ακόμη και τα σφάλματα του σχεδιαστή, κάτι που θεωρώ ότι έχει παραμελήσει το τμήμα του V&A. Εάν υποστηρίζουμε ότι η μόδα είναι τέχνη, τότε πρέπει να είναι ανοιχτή στην ερμηνεία και την κριτική όσο και κάθε άλλη μορφή τέχνης. Δεν γίνεται η δουλειά μόνο με κολακείες και φιλάκια», γράφει.

Αφιέρωμα στον Dior
 
Ευγενής, ανασφαλής (παρ’όλο που ο Τύπος της εποχής τού είχε προσδώσει από νωρίς φιλοφρονήσεις αδιανόητης υπερβολής όπως «Ναπολέων της μόδας» και «Μέγας Αλέξανδρος της ραπτικής»), εργασιομανής, λάτρης των αρωμάτων, όχι ιδιαίτερα καλότυχος στα προσωπικά του, προληπτικός μέχρι εμμονής, αδυναμία της Αβα Γκάρντνερ, της Μάρλεν Ντίτριχ, της Ρίτα Χέιγουορθ, της Λορίν Μπακόλ και σχεδιαστής που αποφάσισε να κάνει συμμέτοχους στο όραμά του κορυφαίους φωτογράφους, όπως ο Ρίτσαρντ Αβεντον και ο Ιρβινγκ Πεν, ο Ντιόρ γεννήθηκε το 1905 στη Νορμανδία.

Σπούδασε πολιτικές επιστήμες καθώς η οικογένειά του τον προόριζε για διπλωμάτη, αλλά στα 23 άνοιξε μια μικρή γκαλερί τέχνης και διακινούσε στην καλή παρισινή κοινωνία έργα Πικάσο και Μπρακ. Το 1931 η μητέρα του πέθανε και ο πατέρας του χρεοκόπησε και ο νεαρός Κριστιάν αναζήτησε δουλειά στον Ρομπέρ Πιγκέ.

Τα επίμονα, προσωπικά του όνειρα, όμως, δεν μπόρεσαν να στριμωχτούν κάτω από ξένες ετικέτες κι έτσι το 1946, με τρεις σχεδιαστές στο ατελιέ και 85 άτομα προσωπικό, ίδρυσε στον αριθμό 30 της Avenue Montaigne τον δικό του οίκο.

Αφιέρωμα στον Dior
 
Η Σαρλίζ Θερόν στη διαφήμιση του αρώματος J' adore

Η πρώτη του κολεξιόν παρουσιάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1947 σε μια Ευρώπη αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι’ όμως, δέκα χρόνια αργότερα, είχε 28 βοηθούς στο ατελιέ, 1.000 εργαζόμενους, μια ανεκτίμητη συλλογή αρωμάτων, ήταν συνυπεύθυνος για την εκτόξευση των γαλλικών εξαγωγών στον τομέα της μόδας, είχε γίνει εξώφυλλο στο «Time», είχε προσλάβει για δεξί του χέρι τον άνθρωπο που μερικά χρόνια μετά η παγκόσμια μόδα ανακήρυξε «ιδιοφυΐα του περασμένου αιώνα»: τον Ιβ Σεν Λοράν.

Στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο του New Look που λάνσαρε ο Κριστιάν Ντιόρ το 1947 χωρίς να λάβουμε υπ' όψιν ότι δεν απευθυνόταν σε έναν ανυποψίαστο κόσμο, αλλά σε ανθρώπους που είχαν υπομείνει τα δεινά και την εξαθλίωση του πολέμου.

Μην ξεχνάμε πως μέχρι το 1949 στη Βρετανία ίσχυε ακόμα η διανομή κουπονιών υφάσματος με τα οποία ο κόσμος ντυνόταν. Βέβαια, το ύφασμα για τη δημιουργία ενδυμάτων ήταν πανάκριβο και δινόταν με το σταγονόμετρο, καθώς προτεραιότητα ήταν να στηριχθεί η πολεμική μηχανή και να έχει ο στρατός επαρκή αποθέματα για να καλύπτει τις ανάγκες του. Τίποτα δεν περίσσευε, τίποτα δεν μπορούσε να σπαταληθεί.

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019 11:37

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.