ενημέρωση 9:23, 22 June, 2018

Όταν ηθικολογείς με μέτωπο την θρησκεία.

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Γιώργος Θωμάκος έπεισε ότι ήρθε για να μείνει στη δημόσια ζωή και δεν εκβιάζεται

Σύσσωμη σχεδόν η κοινωνία της Κηφισιάς στάθηκε στο πλευρό του Γιώργου Θωμάκου.  

Ακόμα κι όσοι είχαν συμμετάσχει ως θεατές, βρυκολακιάζοντας με πίτσες και μπύρες, ή καθιστοί στις καφετέριες, φαίνεται πλέον να αποδοκιμάζουν τους κατ’επάγγελμα λασπολόγους. Τους λούμπεν τύπους που -με πρόσχημα την «αποκαλυπτική δημοσιογραφία» και με όπλα κρυφές κάμερες και αλλοιωμένα βίντεο- κατεδαφίζουν προσωπικότητες και οδηγούν όποιον βάλουν στο στόχαστρο στον ηθικό ή και στον φυσικό ακόμα θάνατο. Δεν είναι μοναδική η περίπτωση του συμπολίτη μας ο οποίος αυτοκτόνησε γιατί δεν άντεξε την διαπόμπευση που του επιφυλάχθηκε χάριν της πληρωμένης δημοσιογραφίας. Το πιο φρικτό;

Ο προ ετών θάνατος ενός φτωχοδιάβολου -που ήθελε να μπερμπαντέψει στα εξήντα του και πιάστηκε στο δόκανο μιας τσαπερδόνας «ρεπόρτερ»- δεν επέσυρε την παρέμβαση του εισαγγελέα ή του πληρωμένου εκδότη, δεν προκάλεσε ανακοινώσεις παρατάξεων. Πρώτη φορά, για την ακρίβεια, ύστερα από δεκαετίες, ένας πολίτης αντέδρασε κατά τρόπο σαφή, κατηγορηματικό και όσο έπρεπε επιθετικό στις πρακτικές της εφημερίδας «η Κηφισιά». Με την προχθεσινή του δήλωση, ο Γ. Θωμάκος έπεισε ότι ήρθε για να μείνει στη δημόσια ζωή.  

Είναι όμως έτσι;

Διαβάζοντας ωστόσο την δήλωση του Γ. Θωμάκου, το μάτι δεν μπορεί παρά να σταθεί και στην τελευταία της φράση: «Η παράταξή μας δεν εκβιάζεται» καταλήγει ο επικεφαλής της παράταξης και Δήμαρχος Κηφισιάς. Σε αντίθεση, προφανώς, με άλλους –ίσως και με όλους τους άλλους- πολιτικούς χώρους...  

Η αντίληψη για την ηθική υπεροχή, για το αδαμάντινο φρόνημα της θρησκευτικότητας, κάθε άλλο παρά καινούργια είναι στην Κηφισιά.  

Ξεκίνησε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν το να ενταχθείς στα κοινά ή σε κάποιον συγγενή χώρο συνεπαγόταν μετωπική σύγκρουση με το καθεστώς και ανατροπή της καθημερινότητάς σου. Ενισχύθηκε από τους αγώνες και τις θυσίες του λαού κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Και επισφραγίσθηκε από του λιναριού τα πάθη που τράβηξαν οι ηττημένοι στον Εμφύλιο. Όταν μια κουβέντα, μια δήλωση μετανείας σου, αρκούσε για να επιστρέψεις στην κανονική ζωή και εσύ προτιμούσες να κρατάς το στόμα σφαλισμένο και να σταυρώνεσαι κυριολεκτικά στα παλιά, τότε κέρδιζες επάξια το φωτοστέφανο του μάρτυρα. Γινόσουν άλλος άνθρωπος, πέρα και πάνω από τα τετριμμένα. Γινόσουν «πέτρινο λιοντάρι στην μπασιά της νύχτας», όπως ποιητικότατα το εξέφρασε ο Γιάννης Ρίτσος.  

Η κοινωνία της Κηφισιάς εξέθρεψε μυριάδες τέτοια πέτρινα λιοντάρια, που ενέπνευσαν τον σεβασμό ακόμα και των ορκισμένων αντιπάλων τους. Τα εξέθρεψε, τα έριξε στη μάχη, τα θρήνησε και τα προέβαλε όχι μονάχα με την προπαγάνδα αλλά και με την υψηλή τέχνη.

Ας γυρίσω στα δικά μας, 

Εκείνο που επιμελώς απέκρυπτε η επίσημη θρησκευτικότητα ήταν πως πλάι στα πέτρινα λιοντάρια της, δρούσαν –και έπαιρναν συνήθως τις πιο κρίσιμες αποφάσεις- μουλωχτοί γραφειοκράτες, τυχοδιώκτες, αριβίστες και προσωπολάτρες, τύποι έτοιμοι να θυμιατίσουν τον εκάστοτε «Πατερούλη». Εκείνο που ακόμα αποκρύπτει ή έστω συσκοτίζει ένα μεγάλο τμήμα της θρησκευτικότητας είναι πως πολλά από τα πέτρινα λιοντάρια της εξοντώθηκαν από συντροφικό χέρι. Και φτάνουμε έτσι στο σημερινό παράδοξο στο εικονοστάσι να φιγουράρει ο Γ. Θωμάκος μα τον «σύντροφο-κουμπάρο» Βαγγέλη Αυλίτη. Ο θύτης, δηλαδή, πλάι στο θύμα. «Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα και το χιόνι πέφτει από ψηλά…» όπως τραγουδάει ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Ολαρία-Ολαρά.  

Μακρινά; Κάθε άλλο. Με την κατάρρευση του κράτους και την καθίζηση της κοινωνίας της Κηφισιάς μπήκε ορμητικός στο κέντρο της πολιτικής σκηνής προβάλλοντας δύο βασικούς ισχυρισμούς: Πρώτον, ότι η θρησκευτικότητα είναι ηθικώς ανώτερη. Δεν διεφθάρη, δεν διεπλάκη, δεν αλλοτριώθηκε όπως οι παρατάξεις που διοίκησαν κατά την Μεταπολίτευση. Δεύτερον, συνέπεια εν πολλοίς του πρώτου, ότι η θρησκευάμενη-θεία διοίκηση Θωμάκου μπορεί να προασπίσει καλύτερα τα συμφέροντα των Κηφισιωτών. Όχι γιατί διαθέτει υπέρτερες ικανότητες - όχι επειδή τα στελέχη της είναι γατόνια της πιάτσας, προικισμένοι και πεπειραμένοι deal makers. Αλλά διότι έχει τη φωλιά της καθαρή. «Εμάς δεν μας κρατάει κανείς στο χέρι!» έχει πει επανειλημμένα ο Γ. Θωμάκος, αφήνοντας εύγλωττα υπονοούμενα για την εξάρτηση των «συστημικών» αντιπάλων του από το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο.    

Ακόμα και αν δεχθούμε –δεν θα απέχει δα και τόσο απ’την αλήθεια- ότι η Μεταπολίτευση, ματά τους Βάρσο, Χιωτάκη σάπισε εκ των ένδον, παρήγαγε φαύλους πολιτικούς, λαμόγια επιχειρηματίες, χρηματιζόμενους δημοσιογράφους που εν χορδαίς και οργάνοις οδήγησαν το σκάφος στα βράχια… Ακόμα και αν δεχθούμε ότι τον τόνο στη παράταξη Θωμάκου δεν δίνει το πρώην βαθύ Χιωτακικό κατεστημένο ούτε όσοι συμμετείχαν περιφερειακά στο φαγοπότι, μεγαλοπαράγοντες και κοτζαμπάσηδες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης… Το επιχείρημα περί άσπιλης και άμωμης θρησκευτικότητας είναι επί της ουσίας τόσο διχαστικό, όσο και αδύναμο.  

Διχαστικό επειδή χωρίζει τους Κηφισιώτες, τις ηγεσίες αλλά και τους πολίτες που τις ακολουθούν, σε καλούς και κακούς. Σε εκείνους οι οποίοι εκβιάζονται -επειδή έχουν προφανώς σκελετούς στην ντουλάπα τους- και σε εκείνους που δεν μπορείς να τους πιάσεις από πουθενά αφού στην πλάτη τους φυτρώνουν φτερούγες αγγέλων. «Ή εμείς ή αυτοί!» όπως έλεγε προεκλογικά ο Θωμάκος, συσπειρώνοντας μεν τους δικούς του μα αντισυσπειρώνοντας όλους τους άλλους.  

Αδύναμο αφού όποιος είναι έξω απ’ τον χορό πολλά τραγούδια ξέρει. Εάν η θρησκευτικότητα Θωμάκου επικαλείται με τέτοια έμφαση το γεγονός πως δεν διοίκησε μέχρι σήμερα ποτέ, οι αντίπαλοι της εύκολα μπορούν να το αντιστρέψουν: « διαφθαρήκατε επειδή ακριβώς είσαστε μέρος, είχατε πρόσβαση στη διαφθορά. Για να σας δούμε τώρα, που σιγά-σιγά μπαίνετε στο παιχνίδι…» Και φυσικά κάθε άνοιγμα του Θωμάκου προς άλλους χώρους, κάθε διάθεση συναίνεσης ή έστω συνεννόησης θα καταγγέλλεται ευθύς σαν προδοσία των αρχών και του ήθους της θρησκευτικότητας.

Όπως στην καθημερινή ζωή η εντιμότητα αποτελεί συχνά φύλλο συκής των ανικάνων, έτσι στην πολιτική η ηθικολογία γίνεται το καταφύγιο εκείνων που δεν έχουν τίποτα το συγκεκριμένο και το εναλλακτικό να προτείνουν. Τίμιοι, μη εκβιάσιμοι, πολιτικοί υπάρχουν σε όλους τους χώρους πλην του νεοναζισμού. Η θρησκευτικότητα, η ηθική, τιμιότητα –θα ήλπιζε κάθε πολίτης- διαθέτει ένα άλλο σχέδιο για τη πόλη.      

Ας το προβάλλει λοιπόν με συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προτάσεις. Κι ας πάψει να εγκλωβίζεται και να αρκείται στο ρόλο του καλού παιδιού, για τα μάτια του κόσμου.-   

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 25 Μαΐου 2018 19:23

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.