ενημέρωση 4:40, 20 August, 2018

Ένα πουκάμισο αδειανό

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Με βλοσυρότητα αντάξια ενός Νίκου Ξανθόπουλου στις παλιές ελληνικές ταινίες και με μελοδραματισμό εφάμιλλο μιας Μάρθας Βούρτση, κάποιοι επίδοξοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης αστράφτουν και βροντάνε καθημερινώς κατακεραυνώνοντας το «σύστημα», την «εξουσία», κυρίως δε τους «υπηρέτες» τους.

Σαν «υπηρέτες» της «εξουσίας», ως «λακέδες» του «συστήματος» ορίζονται όσοι δεν έσπευσαν να ενταχθούν ψυχή τε και σώματι στον «θρησκευτικό Αγώνα», στο κίνημα του «αλλάζω τα πάντα αλλά τίποτα δεν αλλάζω», διατήρησαν τις επιφυλάξεις και τις ενστάσεις τους προς πάσα κατεύθυνση. Όσοι όταν διαπιστώθηκε η χρεοκοπία του Κηφισιώτικου συστήματος, της «αρπαχτής» δεν έθρεψαν τη δονκιχωτική ονείρωξη να γυρίσει ο χρόνος πίσω -στις ημέρες των παχιών αγελάδων- ούτε κάλεσαν τους Κηφισιώτες να ποντάρουν σε φανταστικούς σωτήρες, στο ξανθό γένος, στους πληβείους ή στους εξωγήινους. Όσοι δεν πήραν στα σοβαρά τον λεονταρισμό ότι μπορούμε να καταργήσουμε τα παλιά αλλά ζήτησαν τα βάρη της οδυνηρότατης «νέας θρησκευτικής» πραγματικότητας να κατανεμηθούν κοινωνικά πιο δίκαια και πιο δημιουργικά. Όσοι κουβέντιασαν και την ηρωική ακόμα έφοδο σαν ύστατη λύση, και τον τσαμπουκά ακόμα σαν αποδοτικότερη στάση, ώσπου το πάθημα Θωμάκου απέδειξε περίτρανα ότι οι τσαμπουκάδες με άσφαιρα πυρά σε φτάνουν στο χείλος της πανωλεθρίας και σε οδηγούν μοιραία σε πανικόβλητες αναδιπλώσεις. Αυτοί παρουσιάζονται σαν «υπηρέτες» της «εξουσίας».

Ποια είναι όμως η «εξουσία» και ποιο το «σύστημα»; Σύμφωνα με τους Νίκους Ξανθόπουλους και με τις Μάρθες Βούρτση των εφημερίδων και των social media, η Κηφισιά υπήρξε ανέκαθεν και παραμένει διαιρεμένη σε αφεντικά και σε δούλους, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, καταπιεστές και καταπιεζόμενους, δοσίλογους και πατριώτες. Από τη μία, το «σύστημα» και η «εξουσία» -που κατασπαράζει ό,τι βρίσκει μπροστά της- και από την άλλη ο αγέρωχος, αδάμαστος λαός!

Η παραπάνω εικόνα θα ενθουσίαζε πιθανόν κάποιον λαϊκό καλλιτέχνη, (θα τον ενέπνεε να ζωγραφίσει στα δεξιά το σεράι του Πασά και στα αριστερά την καλύβα του Καραγκιόζη), θα έκανε όμως κάθε σοβαρό ιστορικό, κοινωνιολόγο, οικονομολόγο να ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια. Ο ίδιος ο Κάρολος Μαρξ θα ξεκαρδιζόταν και στη συνέχεια θα εξοργιζόταν με όλους αυτούς τους Κηφισιώτες αλμπάνηδες που τον λιβανίζουν στο εικονοστάσι τους.

Διότι ακόμα και αν θεωρεί κανείς τον ευκαιριασμό αιτία όλων των δεινών της ανθρωπότητας, η στοιχειώδης διανοητική εντιμότητα τού απαγορεύει να αντιμετωπίζει την πόλη μας σαν τυπική, κανονική πόλη.

Στη Κηφισιά της Μεταπολίτευσης δεν αναπτύχθηκαν -φευ!- μεγάλες φλούδες ελπίδες. Το μόνο που ήκμασε στην Κηφισιά της Μεταπολίτευσης ήταν ο Δήμος. Το βόλεμα. Ο Δήμος έκανε παιχνίδι, μοίραζε τα χαρτιά. Ο Δήμος προκήρυσσε τα όποια έργα και τα ανέθετε στους εκλεκτούς του κατόπιν διαγωνισμών, οι οποίοι στήνονταν ή νοθεύονταν με χίλιους τρόπους. Ο Δήμος στήριζε τις τοπικές εφημερίδες που λειτουργούσαν και εξακολουθούν «ως βδέλλες» πάνω στο δύστυχο κορμί της. Ο Δήμος προστάτευε κάθε γνωστό, φίλο του εκάστοτε Δημάρχου και κάθε συντεχνία. Ο Δήμος -διαχειριζόμενος πακτωλούς φόρων και επιδοτήσεων- τακτοποιούσε, διόριζε, εξαγόραζε…

Ποιοι αποτελούσαν το Δήμο; Οι εκλεγμένοι, πρώτα από όλα, άρχοντές του. Από τον Δημοτικό σύμβουλο -ο οποίος έφερνε ή ψήφιζε στα τυφλά και την πιο φωτογραφική τροπολογία- μέχρι και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης, που ανέθετε την κατασκευή της παιδικής χαράς στον τοπικό εργολάβο. Οι γραφειοκράτες έπειτα. Οι ανώτεροι αλλά και οι μέσοι υπάλληλοι στην πολεοδομία και στην εφορία, οι διεφθαρμένοι μα και οι νομοταγείς -δυστυχώς- μοχλοί ενός μηχανισμού που είχε κατασκευαστεί για να δουλεύει στο ρελαντί παρεκτός εάν λαδωνόταν. Οι συνδικαλιστές οι οποίοι εκπροσωπούσαν τους εργαζόμενους, είχαν εξελιχθεί όμως από πολύ νωρίς σε μιαν ανεξάρτητη κάστα με δικά της συμφέροντα και προτεραιότητες.

Ποιοι ωφελούνταν; Η πλειονότητα όσων σχετίζονταν μαζί του. Οι πολιτικοί που έχτιζαν καριέρες εξυπηρετώντας τούς ισχυρούς τους φίλους αλλά και τους ψηφοφόρους τους. Οι δημοσιογράφοι εκείνοι που εξωράιζαν την εικόνα, που ξεσκόνιζαν τη βιτρίνα, που αποκάλυπταν -στοχευμένα- ένα σκάνδαλο ενώ συγκάλυπταν δέκα. Οι πολίτες, τέλος, οι οποίοι αντήλλασσαν τις ψήφους τους με παντοειδή ρουσφέτια.

Μαύρο το όφελος για τους πολίτες! Αντί να παλέψουν για καλύτερη πόλη, βολεύονταν με το τίποτα, έστω με ένα διορισμό με «σημείωμα Δημοτικού Συμβούλου». Αντί να διεκδικήσουν υψηλότερης ποιότητας ζωή στη πόλη, αρκούνταν σε μισθολογικές αυξήσεις που τις έδιναν στα φροντιστήρια. Αντί να απαιτήσουν την ανταποδοτικότητα των φόρων, απολάμβαναν να ψιλοκλέβουν -ή να χοντροκλέβουν- το Δήμο…

Η Μεταπολίτευση που ξεκίνησε το 1974 αποτέλεσε τη μακρότερη περίοδο ειρήνης, δημοκρατίας και καταναλωτικής ευημερίας στην Ιστορία του ελληνικού κράτους. Υπήρξε όμως και η εποχή όπου οι πατροπαράδοτες μας παθογένειες (τις απαριθμεί και ο Θουκυδίδης, τις καυτηριάζει και ο Παπαδιαμάντης στους «Χαλασοχώρηδες») παροξύνθηκαν στον μέγιστο βαθμό. Η φράση «όλοι μαζί τα φάγαμε» συσκοτίζει την πραγματικότητα εφόσον άλλοι βαρυστομάχιασαν κι άλλοι αρκέστηκαν σε ψίχουλα. Το γεγονός ωστόσο είναι ότι όλοι βράσαμε στο ίδιο καζάνι. Η διαφθορά εκλαϊκεύτηκε, κατάντησε κυρίαρχη αντίληψη. Διαπότισε τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά μας ήθη, εξαπλώθηκε παντού –στον αθλητισμό, στις πολιτιστικές επιδοτήσεις-, συνέτεινε στη χρεοκοπία της Κηφισιάς ως έννοια.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, κάποιοι επιμένουν να διακινούν φαιδρές θεωρίες συνομωσίας και να καλλιεργούν απλοϊκά σενάρια σωτηρίας. Να ισχυρίζονται πως η Κηφισιά θα απαλλαγεί από τα δεινά της αρκεί ο λαός να κάνει γιούργια εναντίον ενός «συστήματος» -το οποίο απαρτίζεται από συγκεκριμένους, δακτυλοδεικτούμενους «κακούς». Αρκεί ο λαός να καταλάβει την «εξουσία».

Περί θεσμικών αλλαγών, λίγα και μασημένα τα λόγια τους, ανάλογα κάθε φορά με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται. Περί μεταρρυθμίσεων, καινούργιου παραγωγικού μοντέλου, νέας αφήγησης ούτε κουβέντα.

Οι μεταμοντέρνοι αυτοί Νίκοι Ξανθόπουλοι και Μάρθες Βούρτση βολεύονται να αντιμετωπίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα σαν μια παλιά ασπρόμαυρη ταινία. Οι ίδιοι ενσαρκώνουν το άσπιλο λευκό. Η «εξουσία» και το «σύστημα» το ερεβώδες μαύρο. Αποχρώσεις δεν υπάρχουν.

Η μικρονοϊκή τους ανάγνωση θα ήταν ίσως συγγνωστή εάν δεν υπέκρυπτε δόλο. Πίσω από τους μύδρους που ακατάπαυστα εξαπολύουν, διακρίνεται η λαχτάρα τους να καταλάβουν εκείνοι την «εξουσία». Να ηγηθούν εκείνοι του νέου «συστήματος». «Σήκω εσύ, να κάτσω εγώ!»: Σε τέσσερις μόλις λέξεις συνοψίζεται το πολιτικό τους πρόγραμμα και το κοινωνικό τους όραμα.

Το πιο εξωφρενικό δε είναι ότι επιμένουν να μην αντιλαμβάνονται ότι κανείς δεν έχει πιά να κάτσει πουθενά. Όλοι οι θρόνοι και όλες οι καρέκλες έχουν προ πολλού καταρρεύσει. Ή έχουν -ακόμα χειρότερα- βγάλει καρφιά…

Σύμφωνα με την εκδοχή του Ευριπίδη στην ομώνυμη τραγωδία του, η Ελένη δεν είχε πάει ποτέ στην Τροία. Η αιματοχυσία δέκα χρόνων συνέβη με έπαθλο ένα σύννεφο, ένα πουκάμισο αδειανό κατά τον Γιώργο Σεφέρη. Στην Κηφισιά του 2018, δεν έχουμε περιθώριο για ανάλογες χίμαιρες. Ας αφήσουμε τα άδεια πουκάμισα στους μεταμοντέρνους Νίκους Ξανθόπουλους και Μάρθες Βούρτση. Κι εμείς ας κυνηγήσουμε και ας αφοσιωθούμε στην Ελένη.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 08 Ιουνίου 2018 19:14

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.