ενημέρωση 8:26, 20 July, 2019

Η Κηφισιά μου

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Με το που ζυγώνει η Άνοιξη, με το που μπαίνει το καλοκαίρι, από χιλιάδες χείλη ακούγονται οι ίδιες και οι ίδιες φράσεις: «Αμάν και πότε θα “αποδράσουμε” από την Κηφισιά!», «Εμείς είμαστε δυστυχώς εγκλωβισμένοι - δίνει εξετάσεις το παιδί!», «Ανάθεμα την οικονομική στενότητα που μας κρατάει αιχμάλωτους στην κόλαση!» Νέοι και γέροι, επιβάτες ταξί, θαμώνες σε ταβέρνες και δημοσιογράφοι της τηλεόρασης εξαπολύουν μύδρους εναντίον της πόλης στην οποία ζουν και μηρυκάζουν τη λαχτάρα τους να την εγκατέλειπαν, αν γινόταν, οριστικά και να εγκαθίσταντο σε κάνα νησάκι, σε κάνα χωριουδάκι, ακόμα-ακόμα και στην κάτω Ραχούλα από την οποίαν κατάγονται και που παρά την εξωφρενική ατμοσφαιρική της μόλυνση, διαθέτει –θα σε διαβεβαιώσουν- πανέμορφες εξοχές…

Εάν η Κηφισιά έπαιρνε τοις μετρητοίς τα όσα της σούρνουν οι κάτοικοι της, θα έπρεπε εδώ και δεκαετίες να έχει πέσει να μας πλακώσει. Πόσο δε μάλλον που ο εναντίον της εξάψαλμος στηρίζεται σε δυό-τρεις κοινούς πλην ψευδείς τόπους.

Ψεύδος πρώτον: Η Κηφισιά είναι η άσχημη πόλη.

Έχετε ταξιδέψει σε χώρες της πρώην «σοσιαλιστικής» Ευρώπης; Έχετε αντικρύσει τις απέραντες εκτάσεις που καλύπτονται από θεώρατες πολυκατοικίες, με εκατοντάδες πανομοιότυπα διαμερίσματα, τα μπαλκονάκια των οποίων μετά βίας χωρούν μια απλώστρα; Έχετε διασχίσει έστω με το αυτοκίνητο τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, όπου πληθυσμοί εσωτερικών μεταναστών επιβιώνουν σε παραπήγματα με τα βρωμόνερα να κυλούν στο πλάι των δρόμων; Τα προάστια στο Παρίσι, που την γκρίζαδα τους απαθανάτισε γλαφυρότατα ο Ματιέ Κασοβίτς στην ταινία «Το Μίσος» και την απελπισμένη τους εξέγερση κατέπνιξε ο Νικολά Σαρκοζί πριν να εκλεγεί πρόεδρος; Το Χάρλεμ και το Μπρονξ στη Νέα Υόρκη, πόσω δε μάλλον τις παραγκουπόλεις της Λατινικής Αμερικής και της Νοτιανατολικής Ασίας;

Η κρίσιμη διαφορά της Κηφισιάς από τις πόλεις των ανεπτυγμένων χωρών είναι ότι εκεί το ιστορικό κέντρο διατηρήθηκε αναλλοίωτο ενώ εδώ καταστράφηκε εν πολλοίς με τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Το κέντρο ωστόσο του Παρισιού που τόσο ζηλεύετε, το Μανχάτταν του Γούντυ Άλλεν και των ηρωϊδων του “The Sex and the City”, δεν απευθύνονται παρά στους οικονομικά ισχυρούς και στους τουρίστες. Εάν ήσασταν ντόπιος λογιστής, γραφίστρια ή έστω υποσχόμενος πολιτικός, προκειμένου να πιείτε καφέ στο Σόχο είτε στο Μαραί, θα κάνατε ένα μικρό ταξίδι από το σπίτι σας με το μετρό. Που θα διαρκούσε μάλλον περισσότερο από τη διαδρομή Αδάμες – Πλατεία Πλατάνου…

Ψεύδος δεύτερον: Κάθε πέρυσι και καλύτερα.

Βρείτε κάποιον ηλικιωμένο Κηφισιώτη -ο οποίος να μην έχει αποβλακωθεί από γεροντική νοσταλγία- και ζητήστε του να σας περιγράψει την καθημερινότητα στην Κηφισιώτικη πραγματικότητα κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60. Θα σας μιλήσει σίγουρα για τις «αυλές» στις οποίες στεγάζονταν οικογένειες καθώς πρέπει αλλά και άλλες με κοινόχρηστη τουαλέττα και σκάφη αντί για μπανιέρα, για τα σμήνη των κουνουπιών που αιωρούνταν πάνω από τους δρόμους της πόλης, καθώς και για τη μετεμφυλιακή καχυποψία και για τις κοινωνικές προκαταλήψεις που καταπίεζαν τους ανθρώπους. Οι πολυκατοικίες στη Κηφισιά χτίστηκαν κατά την διάρκεια της Χούντας, πρόχειρα και άναρχα εν μέρει επειδή ο κόσμος επειγόταν να στεγαστεί σε διαμερίσματα στη Κηφισιά που οι εξώπορτές τους διπλοκλείδωναν και η γειτόνισσα δεν θα μπορούσε να τις παραβιάζει διαρκώς με το αδιάκριτο βλέμμα της…

Αλλά και η Κηφισιά του ’70 και του ’80 υπέφερε από προβλήματα που σήμερα έχουν εν πολλοίς αντιμετωπιστεί. Η Κηφισιά εν ολίγοις διέθετε «μια θάλασσα», η οποία απλώς δεν κολυμπιόταν. Η μετάβαση στα νησιά αποτελούσε μονόδρομο. (Και τα εισιτήρια, βεβαίως, των πλοίων ήταν ασυγκρίτως πιο φτηνά.)

Ψεύδος τρίτον: Κάθε φέτος και καλύτερα.

Αναμφισβήτητα η μετα-Ολυμπιακή Κηφισιά διαθέτει δομές που -μέχρι πριν λίγα χρόνια- θα φάνταζαν αδιανόητες. Η λειτουργία του καινούργιου αεροδρομίου, του μετρό και της Αττικής Οδού έχει μειώσει εντυπωσιακά τις αποστάσεις. Οι νότιες συνοικίες, που αποτελούσαν κάποτε τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, έχουν μπει πλέον ορμητικά στο παιχνίδι της πόλης, μιάς πόλης που χάρη στην έλευση κι’ άλλων οικονομικά εύρωστων γίνεται ολοένα και περισσότερο πολυπολιτισμική και πολύχρωμη. Παρατημένες και υποβαθμισμένες περιοχές, αναγεννώνται και παραδίδονται στο πιο νεανικό και ανήσυχο κομμάτι του πληθυσμού. Ποιος να το έλεγε ότι τα αλώνια θα γέμιζαν μπαρ και ότι σημεία «κακόφημα» θα εξελισσόταν σε κέντρο εικαστικών αναζητήσεων;

Και όμως, η Κηφισιά των αρχών του 21ου αιώνα, τείνει να γίνει ταξικότερη παρά ποτέ. Η διαφαινόμενη μετάβαση προς την κοινωνία των δύο τρίτων, η οικονομική καθίζηση που υφίστανται τα τελευταία χρόνια οι μικρομεσαίοι, αντικατοπτρίζεται καθαρά και στον κοινωνικό χάρτη της πόλης. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, οι γειτονιές του κέντρου ήταν πολυσυλλεκτικές. Στον ίδιο δρόμο στη Λ. Κηφισιάς ή στα αλώνια έμενε ο γιατρός και ο κουρέας, στο ίδιο σχολείο φοιτούσαν τα παιδιά τους, στην ίδια πλατεία –αν μη τι άλλο- έπαιζαν...

Υπήρχε ασφαλώς η Κάτω η Νέα Κηφισιά και οι εργατικές πολυκατοικίες και το Κεφαλάρι ή το Στροφίλι των πλουσίων, η μεγάλη ωστόσο μερίδα του πληθυσμού συχνωτιζόταν σε όλες της τις εκδηλώσεις – ήλεγχαν, ενιότε και υποστήριζαν οι μεν τους δε. Στην μονοκατοικία που εγώ μεγάλωσα το ‘70, κοντά στο Σταθμό του τραίνου, η διαστρωμάτωση δεν περιοριζόταν στους γειτόνους. Η διπλανή μονοκατοικία ανήκε σε έναν εφοπλιστή, στο παραδίπλα κατοικούσε ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου ψιλικατζίδικου και στο μικρό σπιτάκι ο ξυπασμένος επαρχιώτης.

Η σημερινή και αυριανή κυρίως τάση είναι ο σαφής και κάθετος κοινωνικός διαχωρισμός. Περιοχές ολόκληρες (η πέριξ της πλατείας Πλατάνου, για παράδειγμα) γκετοποιούνται. Στα βόρεια γενικότερα κατασκευάζονται ωραιότατες μεζονέτες, περιχαρακώνονται από ψηλούς φράκτες και διαθέτουν κοινόχρηστη για τους ενοίκους πισίνα καθώς και πλήθος άλλες πολυτελείς παροχές. Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό: Όταν ο νεαρός γόνος προνομιούχων δεν θα έχει τριγυρίσει ποτέ του στην κάτω Κηφισιά, όταν ο μέσος Κηφισιώτης θα νοιώθει ισόβια έγκλειστος μεσ’στο φτωχόκοσμό του, θα ψωνίζει από σούπερ-μάρκετ δεύτερης κατηγορίας, θα διασκεδάζει εκεί που το ποτό κοστίζει λιγότερο από οχτώ ευρώ είτε απλώς θα αποβλακώνεται με μπύρες μπροστά στην τηλεόραση, τότε η Κηφισιά θα’χει καταντήσει από ενιαία πόλη, μόρφωμα οικιστικών συγκροτημάτων. Και η κοινωνική κινητικότητα -που επί χρόνια αποτέλεσε το δυνατό σημείο της Κηφισιάς- θα έχει χαθεί…          

Θυμήθηκα αίφνης έναν φίλο, ο οποίος είχε κάποτε κρεμάσει στον τοίχο δίπλα στο κρεββάτι του έναν λεπτομερέστατο χάρτη της Κηφισιάς –από εκείνους που βλέπεις συνήθως στα αστυνομικά τμήματα- και είχε μπήξει επάνω του καμιά πενηνταριά καρφίτσες με πολύχρωμα κεφάλια. «Τι σημαδεύεις;» τον ρώτησα. «Τα “ανδραγαθήματά” μου…» σάρκασε. «Όπου βλέπεις πράσινη καρφίτσα, φιληθήκαμε. Όπου κίτρινη, μισοέβγαλε ο ένας τα ρούχα του άλλου. Όπου κόκκινη, κάναμε σεξ…» «Μα στο δρόμο;» απόρησα. «Γιατί δεν τις φέρνεις σπίτι σου;» «Στη βράση κολλάει το σίδερο!» μου απάντησε. «Εξάλλου, όλη η Κηφισιά σπίτι μας δεν είναι;»

Το αίσθημα δεν αποτελεί επιχείρημα, δεν μεταφέρεται καλά-καλά σε όποιον δεν διαθέτει ανάλογο βιωματικό υπόβαθρο. Για μένα ωστόσο –και για πολλούς ακόμα ελπίζω- η ζωή στην Κηφισιά κάθε άλλο παρά καταδίκη συνιστά. Δεν νοιώθουμε την Κηφισιά σαν φυλακή απ’ την οποία λαχταρούμε να αποδράσουμε αλλά ως λίκνο όπου πάντοτε θα επιστρέφουμε. Η Κηφισιά είναι η μεγάλη μας κοινή μάνα. Όσο βρισκόμαστε στην αγκαλιά της, σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να μας τρομάξει.-   

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019 19:44

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.