ενημέρωση 8:49, 22 August, 2019

άνθρωποι, θύμισες - δεν παίρνουμε μαθήματα απο το παρελθόν

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Σήμερα με τη πολλή ζέστη πήγα στη θάλασσα για να ξεσκάσω. Μεταξύ πολλών και διάφορων θεμάτων που συζητούσαμε με φίλους θυμόμουν τα Χριστούγεννα που η αιθαλομίχλη επέστρεφε στην πόλη. Οι πολυκατοικίες αλλά και μονοκατοικίες δεν αγόραζαν πετρέλαιο για καλοριφέρ, οι περισσότεροι ένοικοι δεν είχαν να το πληρώσουν, χρωστούσαν ήδη αρκετών μηνών κοινόχρηστα. Άναβαν συνεπώς τα τζάκια. Και τι έριχναν μέσα; Όχι μονάχα κούτσουρα και κλαδιά, ελιά και πεύκο. Αλλά ό,τι εύφλεκτο έβρισκαν είτε δωρεάν είτε στη χαμηλότερη δυνατή τιμή. Σπασμένα έπιπλα, πορτοπαράθυρα από παλιές οικοδομές, κυρίως δε χημικά υποκατάστατα του ξύλου τα οποία γίνονταν ανάρπαστα στα σούπερ-μάρκετ. Το αποτέλεσμα ήταν φοβερό για την ατμόσφαιρα της πόλης. Δηλητηριαζόταν η ανάσα σου, έτσουζαν τα μάτια σου απ'τη καμμένη λαδομπογιά, από τα σωματίδια που αιωρούνταν.

Λίγοι κυκλοφορούσαν έτσι κι αλλιώς κι ας είχαμε γιορτάρες μέρες. Αναρίθμητα καταστήματα είχαν κατεβάσει ρολλά λόγω της κρίσης, οι εμπορικότεροι δρόμοι έμοιαζαν με ξεδοντιασμένα στόματα. Στο κέντρο γίνονταν κάθε δεύτερη μέρα επεισόδια, διαδηλωτές συγκρούονταν με τα ΜΑΤ, μολότωφ διασταυρώνονταν με δακρυγόνα. Αγέλες "αγανακτισμένων πολιτών" προπηλάκιζαν "προσκυνημένους" πολιτικούς, τους πέταγαν αβγά και γιαούρτια, απαθανάτιζαν τα ανδραγαθήματά τους με τα κινητά, τα ανέβαζαν στο διαδίκτυο και επιβραβεύονταν με μυριάδες λάικ.

Όποιος δεν στρατευόταν στον αντιμνημονιακό αγώνα χαρακτηριζόταν γερμανοτσολιάς, οι μισοί τουλάχιστον φίλοι του τού γύριζαν περιφρονητικά την πλάτη. Στο γύρισμα του χρόνου έμοιαζε να μάς περιμένει κάτι κοσμοϊστορικό. Οι μεν έτρεμαν την άτακτη χρεοκοπία, οι δε προσδοκούσαν τη λαϊκή επανάσταση, "το ένα δεν αποκλείει το άλλο" επεσήμαιναν οι πιό διαβασμένοι.

Ήταν ο χειμώνας του 2012. Πόσο μακρινός, πόσο θολός μάς φαίνεται σήμερα και ας μάς χωρίζει μόλις μια επταετία! Λες και συνέβαιναν όσα περιέγραψα σε μια προηγούμενη ζωή...

Οι άνθρωποι ξεχνούν. Ξεχνούν και εξιδανικεύουν. Εάν ρωτήσεις τους συμπατριώτες σου πώς περνούσαν πριν από τα μνημόνια, οι πιο πολλοί θα σού περιγράψουν έναν παράδεισο, μια ευδαιμονική αφθονία. Κι όμως και τότε γκρίνιαζαν ότι ζορίζονταν, πως οι ανάγκες τους δεν ικανοποιούνταν.

"Υπάρχει καλύτερη Κηφισιά και τη θέλουμε!"

Εάν ρωτήσεις ποιοι αποθέωναν τον Νίκο Χιωτάκη, λιγοστοί θα σηκώσουν το χέρι τους. Οι υπόλοιποι έχουν λησμονήσει ειλικρινά το πάθος που απεδείχθη πλάνη.

Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Οι σοβιετικοί πολίτες πανηγύρισαν έξαλλα την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Σήμερα νοσταλγούν τον Στάλιν. Ή προσκυνούν ως γνήσιο επίγονό του τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Ένα όχι αμελητέο ποσοστό των ψηφοφόρων του Μπάρακ Ομπάμα προτίμησαν το 2016 τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν άντεχαν -λένε- τη Χίλαρι...

Το παρελθόν δεν μάς διδάσκει; Όχι, διότι το αναπλάθουμε αέναα με βάση τις ανάγκες του παρόντος. Διότι το κόβουμε και το ράβουμε, το υγροποιούμε σε μορφή δακρύων και τελικά το εξαερώνουμε. Ίσως να'ναι καλύτερα έτσι. Ίσως αν είχε μνήμη ο άνθρωπος, να συντριβόταν υπό το βάρος της Ιστορίας.

Διάβασα έφηβος ένα διήγημα του Τσέχωφ, το οποίο μού έκανε συγκλονιστική εντύπωση. Θα το αναπλάσω όπως το θυμάμαι. Δηλαδή τελείως αυθαίρετα.

Ήτανε -λέει- ένας γέρος που'χε φορτώσει στο έλκηθρο την άρρωστη γριά του και διέσχιζε την παγωμένη στέππα για να την πάει στον πλησιέστερο γιατρό. Το χιόνι έπεφτε πυκνότατο, ο αέρας ξύριζε, το ψοφάλογο αγκομαχούσε σέρνοντάς τους. Ο γέρος διαρκώς μουρμούριζε. Ελεεινολογούσε τα πενήντα χρόνια, τη ζωή του ολάκερη, που την είχε ξοδέψει σε έναν άχαρο γάμο. Έβριζε τη γριά που τον κατατυράννησε, τον στέγνωσε, του στέρησε κάθε απόλαυση. Εκείνη, η πάντοτε γκρινιάρα, δεν έβγαζε μιλιά.

Κάποια στιγμή -απορημένος για τη σιωπή της- την ξεσκέπασε. Και διαπίστωσε πως η γριά του είχε πεθάνει. Ακαριαία άλλαξε άρδην διάθεση. Άρχισε να ολοφύρεται, να τη θρηνεί γοερά, να υμνεί τις αρετές της. "Τι θα απογίνω δίχως την αγάπη μου;" κραύγαζε απελπισμένος.

Και το έλκηθρο εκεί, στη μέση του πουθενά, δεν ήξερε ποιό δρόμο να τραβήξει, ποιό πλέον το μπροστά και ποιό το πίσω. Ώσπου το χιόνι ξαφνικά σταμάτησε, φάνηκε ο ήλιος κι έγινε οδηγός τού γέρου και του αλόγου και της νεκρής γριάς.

Αυτή είναι μάλλον η σχέση μας με τον χρόνο. Με το μέλλον μας, το οποίο μαγειρεύεται στον φούρνο του παρόντος με τα υλικά του παρελθόντος.-

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 28 Ιουνίου 2019 19:47

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.