ενημέρωση 4:30, 11 August, 2020

Αποκαμωμένοι από την παλιά μας δόξα

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

«Ήμουνα σε ένα γλέντι γάμου, δεύτερος ξάδελφος της νύφης, με είχαν στριμώξει σε ένα τραπέζι με διάφορους άλλους άσχετους. Κι ενώ σκυλοβαριόμουν, ξεσπάει ξαφνικά ο πιο αστείος καβγάς που έχω δει στη ζωή μου. Δυό καλεσμένοι -ο ένας μπάρμπας, Δεξιός παλαιού τύπου, ο άλλος σαρανταπεντάρης, μοντέρνος και περπατημένος δήθεν- τσακώνονταν, κόντευαν να πιαστούν στα χέρια, γιατί νομίζεις; Για το αν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα ήταν σήμερα Νέα Δημοκρατία ή Σύριζα! Την χειρότερη ξεφτίλα δεν θα την πιστέψεις: Οι υπόλοιποι στο τραπέζι αντί να τους χωρίσουν, έπαιρναν θέση, υποστήριζαν τον έναν ή τον άλλον! Για αυτό σου λέω, δεν υπάρχει σωτηρία: Τα μπατζάκια μας καίγονται κι εμείς, οι ηλίθιοι, ασχολούμαστε με τον Κολοκοτρώνη…»

Ο κουρέας μου, που μου διηγούνταν το περιστατικό, πήρε βαθιά ανάσα και επέδραμε με την ξυριστική του μηχανή εναντίον του σβέρκου μου. Ο κουρέας μου είναι ένα πολύ ξύπνιο παλικάρι, το οποίο περιφρονεί όσο μπορεί τον περιρέοντα ζόφο. Δεν βλέπει ειδήσεις, δεν πλακώνεται στο καφενείο, στη «Πρεσβεία» εκεί που παίζει μπιλιάρδο, ζει στη δική του φάση. Κάνει συλλογή από φυσαρμόνικες και πάει μεγάλους περιπάτους με τον σκύλο του, ένα πανέμορφο κόκερ.

Δεν έχει ωστόσο δίκιο ο κουρέας μου χαρακτηρίζοντας τους καλεσμένους στον γάμο συλλήβδην ηλίθιους. Το πρόβλημα τους δεν είναι τόσο διανοητικής όσο ψυχολογικής φύσης. Όπως εγώ στα δύσκολα προστρέχω νοερά στην μακαρίτισσα μανούλα μου, έτσι εκείνοι έχουν ανάγκη από την προστατευτική σκιά του Γέρου του Μωριά. Το παρελθόν -ατομικό ή συλλογικό, ένδοξο ή στοργικό- είναι το καταφύγιο, το λίκνο όπου κουρνιάζουμε, όταν το σήμερα φαντάζει μελανό και το αύριο στην καλύτερη  αβέβαιο. Η νοσταλγία αποτελεί παρηγοριά, έστω και εύκολη.

Από την άλωση της Πόλης τουλάχιστον, ρέπουμε προς την νοσταλγία. Το «πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι» γαλούχησε γενιές. Το 1919, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός της Ελλάδας των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ζήτησε να τού σταλούν από το Άγιο Όρος, όπου φυλάσσονταν, το στέμμα και το σκήπτρο του Νικηφόρου Φωκά.  Ονειρευόταν να στέψει μέσα στην Αγιά Σοφιά τον Αλέξανδρο, δισέγγονο του Βασιλιά της Δανίας, Αυτοκράτορα των Ελλήνων. Θα επρόκειτο για την ολική επαναφορά. Το 1922 η Μεγάλη Ιδέα να θάφτηκε στα ερείπια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Οι Έλληνες όμως δεν έπαψαν να αναπολούν τα περασμένα μεγαλεία. Όσο πιο περασμένα και θολά στη μνήμη, τόσο πιο μεγαλεία…

Η πολιτική -και η πολιτιστική επίσης- ηγεσία το γνωρίζει καλά. Όποτε την εγκαταλείπει η έμπνευσή της, συχνότατα δηλαδή, σπεύδει να το εκμεταλλευθεί. Να αντλήσει κύρος και νομιμοποίηση περιφέροντας εικονίσματα ή και φορώντας μάσκες ενδόξων νεκρών.  Ξέρω δυό τουλάχιστον καταξιωμένους καλλιτέχνες που εν έτει 2014 πιθηκίζουν τα σουσούμια του Μάνου Χατζιδάκι και τρεις κυρίες που ομνύουν και ξεπατικώνουν την Ελένη Μενεγάκη. Το θέαμα είναι αξιοθρήνητο, ιδίως για όσους είχαν προφτάσει τα πρωτότυπα.

Στην κεντρική πολιτική σκηνή παίζεται εσχάτως μια ανάλογη παντομίμα. Ο μεν Κυριάκος Μητσοτάκης προφανώς ονειρεύεται να αναδειχθεί σε δεύτερο στρατάρχη Παπάγο: Να ενώσει υπό την ηγεσία του τον αστικό («εθνικόφρονα» τον αποκαλούσαν στις αρχές των 50’s) κόσμο και να ανακόψει την επέλαση του κομμουνισμού.  Ο δε Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να ξυπνήσει και με τον τόνο ακόμα της φωνής του μνήμες Ανδρέα Παπανδρέου. Να δημιουργήσει και να καβαλήσει ένα τσουνάμι υπερηφάνειας αντίστοιχο με της «Αλλαγής» του 1981.

Αμφότερων οι προσπάθειες είναι, κατά τη γνώμη μου, μεσοπρόθεσμα καταδικασμένες. Αμφότεροι μοιάζουν να αγνοούν ότι τα πρότυπά τους μεσουράνησαν σε εποχές αλματώδους, ξενόφερτης ανάπτυξης. Τι θα είχε καταφέρει ο στρατάρχης Παπάγος δίχως το σχέδιο Μάρσαλ, που –μολονότι κολοβωμένο από τους επιτήδειους- ξανάθεσε σε κίνηση την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία; Πόσο θα συγκινούσε ο ριζοσπαστισμός του Ανδρέα Παπανδρέου εάν δεν συγχρονιζόταν με το άνοιγμα των κρουνών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΕΟΚ); Εάν δεν συνέπιπτε με τον καιρό που έβρεχε στην Ελλάδα λεφτά με το καντάρι;   

Και οι δύο -θα πείτε- πρωθυπουργός και αρχηγός της αντιπολίτευσης επαγγέλλονται κι εγγυώνται την ανάπτυξη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης την διακρίνει κάθε τόσο στη στροφή του δρόμου και στέλνει τα πρωτοπαλλίκαρά του, Άδωνι και Βορίδη να της στρώσουν κόκκινα χαλιά. Ο Αλέξης Τσίπρας ισχυρίζεται πως η ανάπτυξη θα αχνοχαράξει την ημέρα που ο ίδιος θα ξανα-αναλάβει πρωθυπουργός. Παλιότερα έταζε διαγραφή των δανείων. Σήμερα την άλλη Ελλάδα, εδώ που τα λέμε συνεπικουρούμενος απ’ τον άθλιο διαχειριστή Κυριάκο. Ο κύριος όμως ισχυρισμός είναι ότι ο ίδιος θα διαπραγματευτεί επιτυχέστερα με την Ευρώπη. Ξεχνάει –φευ!- να μας πληροφορήσει  πότε και που ακριβώς έχει αποδείξει το διαπραγματευτικό του χάρισμα…      

Εκείνο που χαρακτηρίζει τις πολιτικές ηγεσίες είναι πως επιμένουν να μιλούν για κρίση. Για μια προσωρινή τουτέστιν φάση, απ’την οποίαν αργά ή γρήγορα θα συνέλθουμε. Απ’την οποίαν θα μας συνεφέρουν οι ίδιες.  

Ελάχιστοι τολμούν να πουν ευθαρσώς ότι δεν πρόκειται για κρίση αλλά για μεταμόρφωση. Ότι η κοινωνία έχει ανεπιστρεπτί αλλάξει και τα εδεμικά φαντάσματα του παρελθόντος δεν πρόκειται –όσο και να το λαχταράμε- να ξαναζωντανέψουν. Ακόμα λιγότεροι εγκυμονούν ένα καινούργιο σχέδιο για την Ελλάδα – είναι σε θέση καν να περιγράψουν πώς θα ήθελαν τη χώρα σε πέντε ή σε δέκα χρόνια.  

Κι όμως: Αυτήν την πρώιμη άνοιξη του 2018-19, κάτι μοιάζει επιτέλους να κινείται. Μπουχτισμένοι από τις άγονες συγκρούσεις μνημονιακών-αντιμνημονιακών, αηδιασμένοι από το εμφύλιο πνεύμα που καλλιεργείται από τους επιτήδειους των ΜΜΕ, ολοένα και πιο πολλοί Έλληνες αποφασίζουν επιτέλους να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Υπό συνθήκες εξαιρετικά αντίξοες, παρά την ανεργία και τη θλιβερή φτώχεια, αρχίζουν να ανασκουμπώνονται, να κάνουν σχέδια, να οργανώνουν δράσεις…

Μία φίλη στην Σπάρτη, μοσχαναθρεμμένη και ταλαντούχα ηθοποιός, σηκώνει τα μανίκια, μαθαίνει να καλλιεργεί το κτήμα του παππού της, παράγει τις δικές της ελιές, μαρμελάδες, διάφορα καλούδια της Μανιάτικης γης. Ένας επιχειρηματίας διεθνούς βεληνεκούς χρηματοδοτεί μια ομάδα πιτσιρικάδων για να στήσουν ένα μικρό εργαστήρι στη Κάτω Κηφισιά που θα κατασκευάζει ποδήλατα.

Ολοένα και πιο πολλοί Έλληνες βγαίνουν από την σκιά των περασμένων μεγαλείων. Ξεφεύγουν απ’την νοσταλγία και τον μυρηκασμό. Θάβουν τους νεκρούς τους.

Οι πολιτικές ηγεσίες συνεχίζουν τα μονότονα πατροπαράδοτα τραγούδια τους. Αν δεν αλλάξουν επειγόντως σκοπό, μέχρι τις επόμενες –άντε τις μεθεπόμενες- εκλογές θα μοιάζουν με παλιές δόξες του πενταγράμμου, οι οποίες αξιοθρήνητα γερασμένες και μπογιατισμένες, αγκομαχάνε για το μεροκάματο σε κάποιο μαγαζί πέμπτης κατηγορίας με μπόμπες-ποτά και ερείπια-πελάτες. Να μου το θυμηθείτε.-

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 28 Ιουλίου 2020 19:30

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.