ενημέρωση 2:58, 23 September, 2020

Ο Θωμάκος στις Θερμοπύλες - η παράταξή του και η ευφορία της ηρωικής πτώσης

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Θυμάμαι μια θυελλώδη συζήτηση στο Δημοτικό συμβούλειο στις αρχές του 2012. Ο Γιώργος Θωμάκος είχε πάρει το λόγο και ξιφουλκούσε λαύρος εναντίον των διάφορων συμφερόντων, διακηρύσσοντας πως ο λαός θα τα σκίσει και θα τα τρίψει στη μούρη των διαφόρων επιτήδειων. Ο Βασίλης Βάρσος, τον παρακολουθούσε με σηκωμένο φρύδι. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η ειρωνεία του καθηγητή πανεπιστημίου, ο οποίος αναγκάζεται να ακούει τις αρλούμπες ενός πρωτοετούς –και αμελέστατου- φοιτητή.

«Ό,τι μας είπατε είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας» ξεκίνησε την απάντησή του. «Κανείς –ούτε καν εσείς ο ίδιος- δεν πιστεύει στα αφελή σας παραμύθια…»  

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Θωμάκος θα έκανε το jack pot το οποίο σήμερα πλέον φαντάζει στα στελέχη του σαν όνειρο θερινής νυκτός. Στις κάλπες αποδείχθηκε περίτρανα πως το ένα τρίτο των Κηφισιωτών πίστευαν και δικαίως ότι το σύστημα Χιωτάκη έπρεπε επειγόντως να πάει στο κάλαθο των αχρήστων.

Ή τουλάχιστον ήθελαν να τα ακούνε όχι στους νέους «Χιωτάκηδες»…  

Εάν οι μεν ορίζουν τον διχασμό των τελευταίων ετών ως σύγκρουση ανάμεσα σε Κηφισιώτες και μη – σε γενναίους έστω και σε δειλούς-, πολλοί άλλοι πονηροί εμφανίζονται διαρκώς κατάπληκτοι με την ευπιστία και με την ευήθεια όσων δεν υποστηρίζουν το μασημένο φαγητό.  

«Πώς γίνεται να βρίσκει ακροατήριο ο «Γιώργος ο Ψεκασμένος;» τσιμπιούνται.

«Ποιοι είναι εκείνοι που έστειλαν τιμονιέρη στο καλύτερο Δήμο της Χώρας από άποψη περιβάλλοντος, αισθητικής και όχι μόνο. Ο άνθρωπος που μεγάλωσε ως πνευματικό παιδί του Μιχάλη Λιάπη για να μας δώσει –σαν καρικατούρα του Άρη Βελουχιώτη- ραντεβού στα γουναράδικα;

Αμ τον κλαψιάρη Αυλίτη –λες- και είναι βγαλμένος από ταινία του Αλμοδόβαρ;

Μιλάμε για πολύ χαμηλό επίπεδο…» καταλήγουν και φτύνουν τον κόρφο τους, που οι ίδιοι διαθέτουν αρκετή παιδεία και ψυχραιμία ώστε να μην χάβουν παλαβομάρες.      

Είναι πράγματι ζήτημα παιδείας και ψυχραιμίας. Αποδεικνύεται όντως –κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνάει- ότι αμφότερες αποτελούν είδη εν ανεπαρκεία στην Κηφισιά.  

Από ποιόν όμως να ζητήσεις να ψυχράνει το αίμα του για να αποκτήσει καθαρή ματιά; Από εκείνον που έχασε μέσα σε μια τετραετία τα αβγά και τα πασχάλια; Που απολύθηκε ή αναγκάστηκε -για να διατηρήσει τη δουλειά του- να αρκεστεί στο μισό μισθό; Που, για να επιβιώσει, βάζει χέρι στην πετσοκομμένη σύνταξη του παππού και της γιαγιάς; Που είδε την αγοραστική αξία του σπιτιού του να κατρακυλάει και διατηρεί παράλληλα την υποχρέωση να πληρώνει κάθε μήνα τη δόση του στεγαστικού, με τις τράπεζες να μην προσαρμόζουν το ύψος των οφειλόμενων δανείων στις μετά το 2010 συνθήκες; Πού έχει αλαλιάσει από τους φόρους και τρέμει ότι αν φανεί –λόγω αντικειμενικής αδυναμίας- ασυνεπής προς τις ΔΟΥ ή τα ασφαλιστικά ταμεία, δεν αποκλείεται και να τον χώσουν φυλακή;  

Ακούει, ο άνθρωπος αυτός, τους διάφορους Θωμάκους και Αυλίτηδες να μιλούν για ανάκαμψη, για έξοδο από την καμπή και συγκρατείται για να μην σπάσει ότι βρει μπροστά του. Πληροφορείται σχετικά με το επερχόμενο τσουνάμι και καγχάζει. Σηκώνει, στην καλύτερη, αδιάφορα τους ώμους.  

Όταν λοιπόν βλέπει του Κηφισιώτες σαν Κινέζους να φωτογραφίζουν σαν αξιοθέατο την προσηλυτισμό Θωμάκου στο Άγιο όρος, κάθε άλλο παρά αισθάνεται πως μία τέτοια θρησκευτικού τύπου ανάπτυξη τον αφορά. Νοιώθει, αντίθετα, βαθιά προσβεβλημένος. Και κερατάς και δαρμένος.      

Ποιανού τις γνώσεις και την αναλυτική σκέψη να επικαλεστείς; Εκείνου που τελείωσε ένα δημοτικό, το οποίο λειτουργούσε σαν πάρκινγκ παιδιών; Και ένα λύκειο, όπου οι μαθητές κοιμόντουσαν για να έχουν τις δυνάμεις να παρακολουθούν το απόγευμα το φροντιστήριο; Που απομνημόνευσε τριακόσιες σελίδες στο μάθημα της Ιστορίας και δέκα προκάτ ιδέες στην Έκθεση και έτσι έδωσε Πανελλαδικές και μπήκε σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ; Που έμαθε, από την πρώτη εβδομάδα της φοιτητικής ζωής του, ότι οι κομματικές νεολαίες διακινούν τα θέματα των εξετάσεων;

Που προσκολλημένος στο Δημοτικό κορβανά αποκτώ πελατάκια δηλαδή χρήματα ακούραστα και παράλληλα ψηφαλάκια και έδεσε τον γάιδαρό του, αφού καθήκον του ήταν να επαναλαμβάνει μονότονα τις ίδιες και τις ίδιες εργασίες και υποχρέωσή του να μην παίρνει καμία πρωτοβουλία, η οποία θα κινδύνευε να μπλοκάρει το σύστημα και άρα να τον εκθέσει; (Όσοι άντρες υπηρέτησαν στο στρατό, είχαν ήδη εκπαιδευθεί στη λούφα και στην παραλλαγή…)    

Ζητάς όχι μονάχα ευθυκρισία αλλά και ηθικό κριτήριο από γενιές Κηφισιωτών που συμφιλιώθηκαν εξ απαλών ονύχων με την ιδέα πως όποιος καταλαμβάνει κάποια δημόσια θέση χρηματίζεται, κάνει «δωράκια» στον εαυτό του; Που συμμετείχαν, εκόντες-άκοντες, στο πανηγύρι της γενικευμένης διαφθοράς – απ’το οποίο ούτε οι παπάδες καν απουσίαζαν, αφού για να περιφέρεσαι με την ομπρέλλα, την σφυρίχτρα και το θυμιατό σου μέσα στο νεκροταφείο και να ψάλλεις προσοδοφόρα τρισάγια, έπρεπε να καλλιεργείς τις σχέσεις σου με την οικεία Μητρόπολη;

Που διαπαιδαγωγήθηκαν μέσω της τηλεόρασης με την ιδέα ότι η πρωτιά στην Γιουροβίζιον αποτελεί εθνικό θρίαμβο, η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες μείζον εθνικό θέμα και ο αποκλεισμός των ντοπαρισμένων υπεραθλητών μας από τους Ολυμπιακούς παγκόσμια συνομωσία εναντίον της Ελλάδας;  

Όλην εκείνη τη χαρισάμενη εποχή, ο Γιώργος Θωμάκος κατείχε θέσεις κομβικές. Δεν αντιστάθηκε – τουναντίον ενεθάρρυνε αντικειμενικά το τζανκ ως τρόπο ζωής. Γύμνασε και επέδειξε όπου και όπως μπορούσε το δικό του πνεύμα, αδιαφόρησε ωστόσο παγερά για το πνευματικό επίπεδο των ψηφοφόρων του. Η συστηματική αποχαύνωση των «πλατιών λαϊκών μαζών» (όπως ανέκαθεν τις αποκαλούσαν οι καθοδηγητές τους) ελάχιστα έμοιαζε να τον ενοχλεί.  

Φυλάσσοντας σήμερα τις Θερμοπύλες της Κηφισιάς, βλέποντας όχι λίγους από τους παλιούς συντρόφους του να έχουν εγκαίρως αλλαξοπιστήσει και να γνωρίζουν πιένες αντισυστιμικής μαγκιάς, ο Γιώργος Θωμάκος δεν αποκλείεται και να πλημμυρίζει από την ευφορία της ηρωικής -μοναχικής σχεδόν- πτώσης.   Σίγουρα ωστόσο θα γνωρίζει πως πάνω κι απ’τον Λεωνίδα στέκεται, ηθικά κι αισθητικά, ο βασιλιάς Δημήτριος ο Πολιορκητής.

Που, όπως διδάσκει ο Καβάφης, «σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο, καθόλου δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε κι έβγαλε τα χρυσά φορέματα του, και τα ποδήματά του πέταξε τα ολοπόρφυρα. Με ρούχα απλά ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε. Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός που όταν η παράστασις τελειώσει, αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 11 Αυγούστου 2020 19:30
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο φόβος φυλάει τα έρμα Η φυσική εξέλιξη της ζωής »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.