ενημέρωση 11:41, 21 September, 2020

Prodigy... The Firestarters!

Στις 4 Μαρτίου του 2019 έφυγε από τη ζωή ο ξεχωριστός και πάντα ιδιαίτερος Κιθ Φλιντ των Prodigy. Οι Prodigy διέγραψαν μια θρυλική τροχιά στην underground rave σκηνή από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 για να γίνουν μια από τις μεγαλύτερες μπάντες του Ηνωμένου Βασιλείου, σημειώνοντας λαμπρή καριέρα σε όλο τον κόσμο.

Γεννήθηκαν το 1990 από τον Λίαμ Χάουλετ. Τα βασικά μέλη της μπάντας σήμερα ήταν ο ίδιος ο Χάουλετ (συνθέτης και πλήκτρα), ο Κιθ Φλιντ (χορευτής και φωνητικά) και ο Maxim Reality (MC και φωνητικά), ο Λίο Κράμπτρι (live τύμπανα) και ο Ρομπ Χόλιντεϊ (live κιθάρα). Θεωρούνται από τα γκρουπ που έχουν επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά και έχουν πουλήσει περίπου 30 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως και έχουν κερδίσει πολλά βραβεία.

Πολλοί είναι αυτοί που τους έχουν χαρακτηρίσει σαν «Νονούς της rave μουσικής», ενώ έχουν θεωρηθεί από τους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής και big beat μουσικής, μαζί με τους Fatboy Slim, The Chemical Brothers, Orbital, Daft Punk και The Crystal Method τις δεκαετίες 1990 και 2000.

Γιατί οι Prodigy θεωρήθηκαν τόσο «διαφορετικοί»;

Οι Prodigy είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα underground rave συγκρότημα. Η μπάντα, στα νεότερα χρόνια της, χρησιμοποιούσε διάφορα μουσικά είδη όπως rave, hardcore techno, industrial, jungle και breakbeat, ενώ τα τελευταία χρόνια συνδύαζε είδη όπως ηλεκτρονική ροκ και big beat μουσική, με punk στοιχεία στα φωνητικά και έγιναν μια «από τις 50 μπάντες που πρέπει να δεις πριν πεθάνεις», όπως έγραφε χαρακτηριστικά το Q magazine.

Οι Prodigy δεν είχαν παρωπίδες και κατάφεραν να δημιουργήσουν κάτι μοναδικούς ήχους, έχοντας πάντα σεβασμό στα διαφορετικά ακούσματα τους. Λόγο αυτής της μουσικής τους ιδιαιτερότητας, είναι από τα λίγα γκρουπ που κατάφερε να ενώσει τόσο διαφορετικό κοινό στις συναυλίες τους, από όλες τις ηλικίες κι όλα τα μουσικά ακούσματα.
 
Παράλληλα θεωρούνται οι πρωτοπόροι της χορευτικής μουσικής και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για το πώς η χορευτική μουσική μπορεί να παιχτεί σε ένα λάιβ. Η χορευτική μουσική μπορεί να είναι συνηθισμένη στις μέρες μας, αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του '90, οι δισκογραφικές εταιρείες δεν ήξεραν πως να την παρουσιάσουν στα πλήθη. Τον δρόμο τους έδειξαν οι Prodigy, που απέδειξαν ότι η ηλεκτρονική μουσική δεν χρειάζεται απλά ένα DJ πάνω από κάποιο εξοπλισμό. Με τον τρόπο τους σχεδόν σχεδόν έγραψαν το «σενάριο» για ζωντανή χορευτική μουσική.

Για όσους έχουν πάει σε κάποια συναυλία τους, θα γνωρίζουν πολύ καλά ότι ξέρουν να ξεσηκώνουν τον κόσμο με μοναδικό τρόπο και να δημιουργούν μια φοβερή συναυλιακή και χορευτική ατμόσφαιρα. Στα λαιβ τους επικρατεί το απόλυτο χάος και δεν έχουν όρια. Παρόλο που η μουσική τους θεωρείται χορευτική, οι Prodigy προσπαθούσαν πάντα να αποφύγουν την κατηγοριοποίηση.

 Ο εμβληματικός Φλιντ

Παρόλο που Χάουλετ ήταν ο δημιουργός του συγκροτήματος, για πολλούς ο Φλιντ θα είναι πάντα το «κεντρικό πρόσωπο» των Prodigy. O Φλιντ ξεκίνησε ως χορευτής στο γκρουπ, ενώ τραγούδησε τις δύο μεγαλύτερες επιτυχίες των Prodigy, «Firestarter» και «Βreathe», που αμφότερες έφτασαν στο νούμερο ένα των charts. Ήταν από τις πλέον αναγνωρίσιμες μουσικές περσόνες, με τις ξεχωριστές εμφανίσεις, τα μαλλιά και τα τατουάζ. Γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 17 Σεπτεμβρίου του 1969 και το 1970 οι γονείς του μετακόμισαν στο Σπρίνγκφλιντ του Έσσεξ.

Η φλογερή παρουσία του Φλιντ και punk rock στάση του συνέβαλαν στην προσέλκυση ενός εντελώς διαφορετικού ακροατηρίου τη δεκαετία του 1990, πολύ έξω από τους κύκλους της ηλεκτρονικής μουσικής.

 Ως άνθρωπος, ο Φλιντ ήταν γνωστός ως ένας από τους πιο θετικούς και αξιαγάπητους ανθρώπους στον τομέα της μουσικής βιομηχανίας, που κατάφερνε να λάμπει πάντα στα dancefloors. Εκτός από τη μουσική, το άλλο πάθος του Φλιντ ήταν οι μοτοσικλέτες και δημιούργησε την ομάδα αγώνων μοτοσικλέτας, Traction Control. Μπορεί ο Φλιντ να έφυγε αλλά η ενέργεια του ζει και θα συνεχίσει να εμπνέει την κοινότητα χορευτικής μουσικής για τα επόμενα χρόνια.

Πως ξεκίνησαν όλα

Όλα ξεκίνησαν το 1988. Ο Λίαμ Χάουλετ σύχναζε τότε στο club The Barn, που ήταν ένα δημοφιλές rave στέκι. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ξεκίνησε να παίζει σαν dj στo μαγαζί. Ένα βράδυ δύο νεαροί χορευτές, ο Κιθ Φλιντ και ο Λίροϊ Θόρνχιλ, διασκέδαζαν όσο ο Χάουλετ έπαιζε μουσική. Στο τέλος της βραδιάς ο Φλιντ τον πλησίασε και του ζήτησε να γράψει μερικά remix των αγαπημένων του τραγουδιών στο B-side μιας κασέτας, πάνω στην οποία σημείωσε «The Prodigy». Πρόκειται ουσιαστικά για το όνομα του πρώτο του συνθεσάιζερ, που είχε το όνομα «Moog Prodigy» και με το οποίο έγραφε τα τραγούδια του.

Αφού άκουσαν την κασέτα και εντυπωσιάστηκαν και με τα τέσσερα τραγούδια, ο Φλιντ ρώτησε τον Χάουλετ αν ενδιαφερόταν να σχηματίσουν γκρουπ, όπου αυτός θα έπαιζε μουσική κι άλλοι δύο θα χόρευαν. Οι δυο τους συνεργάστηκαν και μαζί ξεκίνησαν σιγά σιγά να δημιουργούν τους... Prodigy. Την πρώτη τους συναυλία την έκαναν το 1990 στο Club Labyrinth στο Ντάλστον του Λονδίνου. Τότε ήταν που ο Χάουλετ συνειδητοποίησε πως η μπάντα χρειαζόταν και έναν MC, που τους οδήγησε στον Κίτι Πάλμερ, γνωστό με το ψευδώνυμο Maxim Reality.

 Δισκογραφία

Τον Φεβρουάριο του 1991 κυκλοφόρησε το πρώτο single του συγκροτήματος, το What Evil Lurks, το οποίο έγινε κλασσικό στη rave μουσική σκηνή. Έπειτα, έβγαλαν αρκετά ακόμη singles, μεταξύ των οποίων και τα Charly, Everybody in the Place, Fire και Jericho. Το πρώτο τους studio album βγήκε την ίδια χρονιά και είχε τον τίτλο Experience. Οι κριτικοί το αποθέωσαν και θεωρήθηκε το καλύτερο χορευτικό άλμπουμ της χρονιάς. Στις 4 Ιουλίου του 1994, κυκλοφόρησε και το δεύτερο άλμπουμ τους με τον τίτλο Music for the Jilted Generation, που χαρακτηρίστηκε ως πιο σκοτεινό από τον προκάτοχο του. Το 1997 βγήκε το The Fat of the Land, που έγινε και η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία τους, ενώ ακόμη ειπώθηκε γι' αυτό ότι έφερε την ηλεκτρονική και techno μουσική στο ευρύτερο αμερικάνικο κοινό.

Αφού έκαναν ένα διάλειμμα έξι χρόνων, επέστρεψαν με το single, Baby's got a Temper, που ήταν εντελώς διαφορετικό από την προηγούμενή τους δουλειά δείχνοντας το πιο «επιθετικό πρόσωπο» των Prodigy. Το καλοκαίρι του 2004 κυκλοφόρησε το πιο αμφιλεγόμενο άλμπουμ τους, το Always Outnumbered, Never Outgunned. Το 2009 επέστρεψαν με το δίσκο Invaders Must Die, που είχε επίσης εμπορική επιτυχία, ενώ το 2015 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ The Day Is My Enemy. Ο τελευταίος δίσκος του συγκροτήματος κυκλοφόρησε το 2018 με τίτλο «No Tourists», ενώ το γκρουπ αναμενόταν να κάνει περιοδεία τους επόμενους μήνες.

Πολυμέσα

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 08 Μαρτίου 2020 15:48

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.