Γήπεδο Αλεξάνδρας και "πράσινης τσόχας"
Αυτοβιογραφική μαρτυρία για τον Παναθηναικό και το ποδόσφαιρο
Το βιβλίο του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή του Παναθηναικού Δημήτρη (Λώρη)Θεοφάνη
Επιμέλεια:Χαριτίνη Μαλισσόβα
Γήπεδο Αλεξάνδρας και "πράσινης τσόχας"(εκδόσεις Gutenberg)
Τη βιογραφία του,γραμμένη από τον ίδιο τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή Δημήτρη Θεοφάνη( Λώρη )εξέδωσαν οι εκδόσεις Gutenberg.
Πρόκειται για μια εκπληκτική αυτοβιογραφική μαρτυρία 300 περίπου σελίδων για τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής, για το ελληνικό ποδόσφαιρο και τους Έλληνες ποδοσφαιριστές και για την αγαπημένη του ομάδα, τον Παναθηναϊκό,διανθισμένο με φωτογραφίες,καθώς και με εισαγωγικά σημειώματα των κ.κ Αριστείδη Καμάρα,Αντώνη Αντωνιάδη και του επιμελητή της έκδοσης κ. Θανάση Βασιλείου.
Ο Διεθνής Έλληνας ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού των δεκαετιών 1956-1966 γεννήθηκε στη Ναύπακτο στις 31 Μαΐου 1933. Το 1935 η οικογένεια Θεοφάνη μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Βύρωνα. Ο Θεοφάνης ξεκίνησε ως ποδοσφαιριστής της Νέας Ελβετίας την περίοδο 1948-1953, όταν έγινε και η συγχώνευση Αθηναϊκού-Νέας Ελβετίας. Κατά την περίοδο της θητείας του (1956-1958) μετείχε στην Εθνική Ενόπλων Δυνάμεων. Από το 1956 έως το 1965, υπήρξε βασικός παίκτης του Παναθηναϊκού, με συμπαίκτες όπως ο Βουτσαράς Πανάκης, Παπαεμμανουήλ, Μπενάρδος, Δομάζος, Τζουνάκος, Κουρτζίδης, Λινοξυλάκης, Αγγελόπουλος, Νεμπίδης, Καμάρας, Παπαντωνίου, Ανδρέου, Σούρπης, Λουκανίδης, Παπουλίδης, Ροκίδης κ.ά.
Το ψευδώνυμο «Λώρης», με το οποίο ο Θεοφάνης υπήρξε γνωστός στους φιλάθλους και στους ποδοσφαιρικούς κύκλους, οφείλεται στον ποδοσφαιριστή του ΠΑΟ Λάκη Πετρόπουλο ―όνομα που το είχε πάρει από τον «Χοντρό και Λιγνό»― εξαιτίας των λίγων κιλών που είχε στην αρχή της καριέρας του ο Θεφάνης.
Ήταν ο επόμενος επιθετικός που μπόρεσε να σταθεί με επιτυχία δίπλα στον Βαγγέλη Πανάκη, ο πασίγνωστος «Λώρης» των πράσινων φιλάθλων, ένας εξαιρετικός τεχνίτης που φρόντιζε περισσότερο να μοιράζει ασίστ στους συμπαίκτες του παρά να σκοράρει. Μια μόλις εβδομάδα μεγαλύτερος σε ηλικία από τον «μπουλντόζα» (είχε γεννηθεί στις 31 Μαϊου 1933) πήρε μέρος σε 237 αγώνες του πράσινου αυτοκράτορα και πέτυχε 43 γκολ. Αέρινος επιθετικός, ενθουσίαζε τους φιλάθλους με το φαντεζί παιχνίδι του και προκαλούσε τα χειροκροτήματα με τις εντυπωσιακές ενέργειές του. Πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα του ελληνικού αθλητισμού μια ολόκληρη δεκαετία (1956-1965).
Από το 1966 έως το 2002 υπήρξε προπονητής όλων των ομάδων του Παναθηναϊκού, αλλά και πολλών ελληνικών ομάδων. Την περίοδο 1985-1992 διετέλεσε προπονητής στις ομάδες της Νιγηρίας Leventis United και National Owerri, όπου κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Νιγηρίας. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκλήθη να συμμετάσχει σε πολλούς αγώνες της Εθνικής Ελλάδος. Σήμερα, μετέχει ενεργά στο Σύλλογο Παλαιμάχων Ποδοσφαιριστών του Παναθηναϊκού ως Αντιπρόεδρος του σωματείου.
Γράφει ο ίδιος στο βιβλίο:
"Όλα αυτά τα βράδια που σκεφτόμουν όσα έτυχαν στη ζωή μου, από τότε που ήμουν ένα μικρό παιδί στο κρεβάτι έως σήμερα που έκλεισα τα ογδόντα δύο, ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα τόσο συχνά και τόσο πολύ καμιά άλλη εικόνα από το παρελθόν, όσο το να παίζω. Ούτε παλιές γνωριμίες, ούτε αγαπημένες μορφές, ούτε ταξίδια στον κόσμο, ούτε τα καθημερινά φυσιολογικά όνειρα. Ονειρευόμουν μόνο ότι παίζω. Ότι παίζω μπάλα στο γήπεδο με όλους τους παλιούς αγαπημένους συμπαίκτες μου και τους αντιπάλους. Ότι παίζω είτε στη Λεωφόρο, είτε στον δρόμο στην Κατοχή με το πάνινο τόπι, είτε στο Παρίσι, στο Τορίνο, στη Βαρσοβία, στη Νέα Υόρκη, στη Μελβούρνη, στην Πράγα, στο γήπεδο της γειτονιάς μου με τις αμυγδαλιές. Σε αυτά τα όνειρά μου δεν με ενδιέφερε να ξέρω αν τα γκολ τα έβαλα τότε στον ΠΑΟΚ, στο «αήττητο» πρωτάθλημα ή αν τα έβαλα στη Σάντος, στη Ρώμη, στη Γαλατασαράι ή σε ένα φιλικό παιχνίδι της Τετάρτης.
Για μένα όσο θα υπάρχει η Λεωφόρος θα υπάρχουν και τo όνειρo. Και αυτό το δικό μου όνειρο δεν θα μπορέσει να μου το πάρει κανείς."