ενημέρωση 1:38, 23 July, 2018

Τομ Γουλφ - ο Μπαλζάκ της Νέας Υόρκης

Ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφέας πέθανε χθες σε ηλικία 88 ετών αφήνοντας πίσω του ένα θαμπό σύννεφο από επιγόνους και την υπενθύμιση ότι η λάμψη κρύβεται τελικά μονάχα πίσω από τις αστραφτερές λέξεις.

Ως ικανότατος συγγραφέας λοιπόν ο Γουλφ τις αβύσσους δεν τις αγνοούσε όπως δεν αγνοούσε το παράλογο και τα αδιέξοδα της φύσης, τα ηχηρά και ανέλπιστα χτυπήματά της, όπως φαίνεται φερ' ειπείν από το βιβλίο του πάνω στην ανθρώπινη φύση με τον τίτλο «Άντρας με τα όλα του».

 Βλέποντας το μούχρωμα στη Νέα Υόρκη καθώς ο ήλιος βυθίζεται στο ακρότατο όριο της πόλης -που τελικά δεν είναι παρά ένα μονίμως ανεξερεύνητο νησί- δεν μπορείς να μη σκεφτείς, κάθε φορά, τον Τομ Γουλφ. Τον συγγραφέα που τίμησε τις χαρές και τις πίκρες αυτής της πόλης όσο κανείς άλλος και φεύγει από τη ζωή μαζί με το αλλοτινό, θριαμβευτικό μεγαλείο της που χάνεται στις ανώνυμες εταιρείες, τις αγριότητες του Τραμπ, τα ανώνυμα στάτους του διαδικτύου.  

Σε αντίθεση με τα παλαιότερα χρόνια που τα πάρτι και οι ήρωες του Μανχάταν είχαν όνομα, ντύνονταν με φανταχτερά ρούχα και αντάλλασσαν εμπειρίες ξέροντας πως η ποπ κουλτούρα μπορεί επάξια να διεκδικήσει το δικό της μερτικό στη χρυσή βίβλο της μεγάλης αφήγησης, σήμερα η Νέα Υόρκη θρηνεί γιατί έχασε τον δικό της συγγραφέα, μετά τον Τρούμαν Καπότε.  

Μνημειώδεις, άλλωστε, έχουν μείνει οι καυγάδες του Γουλφ με τον Καπότε στις σελίδες του New Yorker όπως και οι φαρμακερές ατάκες που αντάλλασσαν οι δυο πανούργοι συγγραφείς στα πάρτι που δίνονταν σε μεγαλοπρεπή κτίρια του Upper Manhattan καταγράφοντας με τον ιδανικό τρόπο την αφήγηση του νεοϋορκέζικου vanity.   

«Τίποτα δεν γεμίζει τη φαντασία όσο τα πραγματικά γεγονότα» έλεγε σε παλαιότερη συνέντευξή του. «Δεν χρειάζεται ούτε πρέπει να επινοείς για να γράψεις» επέμενε και ίσως γι'αυτό θεωρείται ο βασικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοσιογραφίας μαζί με τον Τρούμαν Καπότε.    

Αν υπήρξε ένας συγγραφέας που αφουγκράστηκε κάθε εναλλαγή -πνευματική, ματαιόδοξη, βρόμικη, ανώτερη, δήθεν- στις λεπτομέρειες των βιβλίων που τον έκαναν διάσημο αυτός ήταν ο Τόμας Γουλφ, ανατέμνοντας κάθε δεκαετία με τον δικό του ιδιοσυγκρασιακό τρόπο: Από τη δεκαετία του '60 όπου πέρασε γενεές δεκατέσσερις την υποκρισία των ψυχεδελικών εξερευνήσεων με το The Electric Kool-Aid-Acid Test έως το μαξιμαλιστικό βιβλίο του για τον αστροναύτη Γκους Γκρίσομ και την αποθέωση της εξερεύνησης του διαστήματος  επί Κένεντι με το The Right Stuff, μόλις μια χρονιά μετά τα περιπετειώδη '80s.  

Ήξερε, άλλωστε, εκτός από το αμερικανικό όνειρο, τι σήμαινε απελπισία και τι ευωχία και κυρίως το μάταιο παιχνίδι επιτυχίας στο οποίο εμπλέκεται κάθε Νεοϋορκέζος που σέβεται τον εαυτό του: ακόμα και η πτώση που μπορεί να γεννήσει το υπαρξιακό ταξίδι – το γνώριζε με τον ίδιο τρόπο που το αντιλήφθηκε από την πλευρά του κάποτε ο Όσκαρ Ουάιλντ στην Αγγλία.  

Φορώντας αντίστοιχα φανταχτερά κουστούμια και ντυμένος με μια θεατρική παραφορά που έφερνε στον νου τον σπουδαίο Ουάιλντ ο Γουλφ προσπάθησε ταυτόχρονα να γίνει ο απόλυτος συγγραφέας του μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος αλλά και ο καταγραφέας κάθε αξιομνημόνευτης γεύσης – από αυτήν που αφήνει η σαμπάνια σε αφίλητα χείλη μέχρι της μοναξιάς όταν το πάρτι τελειώνει.  

Στο κορυφαίο, ίσως, έργο του Ο βωμός της ματαιοδοξίας (είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Aquarius) ζωγράφιζε με τις λέξεις ανάγλυφα τον καμβά της δεκαετίας του '80, το υπαρξιακό αδιέξοδο των γιάπις και τη στιγμή που το λαμπερό σκηνικό μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία: και αυτό συμβαίνει όταν ο άκρως πετυχημένος πρωταγωνιστής του με το αστραφτερό γερμανικό αυτοκίνητο και το τεράστιο σπίτι στο Μανχάταν χτυπάει στο Μπρονξ ένα μαύρο. Τότε όλα αλλάζουν και ο πετυχημένος wasp έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική ζωή της άλλης όχθης.  

Οι δυο όψεις της Νέας Υόρκης, οι δυο πλευρές της Αμερικής: η ματαιότητα πλάι στο ξεραμένο χορτάρι της αλάνας, τα νερά του Χάτσον που λαμποκοπούν από τον ήλιο αλλά και τη μυρωδιά που αποπνέουν τα απόβλητα.  

Ναι, στη Νέα Υόρκη, όπως και στα κείμενα του Γουλφ, μπορεί να είναι κανείς υπέρ της ποίησης αλλά και του ακραίου κυνικού ρεπορτάζ, υπέρ του αυθεντικού και του τεχνητού, του φλεγματικού και του κυριολεκτικού, της ζωής και των αντικειμένων που δεσπόζουν στα κορυφαία μουσεία της πόλης. 

Εν ολίγοις υπέρ της παραστατικής ζωγραφικής που αποκαλύπτει ωραίες κοπέλες με μακριά φορέματα και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού ενός Πόλοκ. Όλα αυτά είναι Νέα Υόρκη και Τομ Γουλφ μαζί.  

Γι' αυτό και ο ίδιος άντλησε από την αστείρευτη πηγή της πόλης-που-δεν-κοιμάται-ποτέ το υλικό του αρνούμενος να γίνει απλώς συμβολικός. «Τίποτα δεν γεμίζει τη φαντασία όσο τα πραγματικά γεγονότα» έλεγε σε παλαιότερη συνέντευξή του. «Δεν χρειάζεται ούτε πρέπει να επινοείς για να γράψεις» επέμενε και ίσως γι'αυτό θεωρείται ο βασικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοσιογραφίας μαζί με τον Τρούμαν Καπότε.  

Όπως στις αρχαίες πόλεις των τραγωδιών, η Νέα Υόρκη ήταν ο βασικός τόπος της νέας τραγωδίας, της κωμωδίας, της νίκης και της αποθέωσης. Το πραγματικό ωστόσο δεν το ανίχνευε στην κυριολεξία αλλά στην ασήμαντη λεπτομέρεια που δεν έχει ενδιαφέρον για έναν δημοσιογράφο αλλά για ένα λογοτέχνη.  

Και αυτό ήταν εμφανές από τα πρώτα, φοιτητικά χρόνια του ξεχωριστού φοιτητή Τόμας Γουλφ: όταν, για παράδειγμα, κάποια στιγμή τον έστειλαν από την εφημερίδα Springfield Union να γράψει ένα review για ένα κοντσέρτο κλασικής μουσικής, εκείνος τους επέστρεψε ένα τεράστιο κείμενο όπου απλώς περιέγραφε, με κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια, το κοινό που καθόταν στα γρασίδια.  

Και όταν τον έστειλαν να καλύψει τον λόγο του Κοσμήτορα του Mount Holyoke College, αυτός έγραψε ένα τεράστιο κείμενο για τις σπασμωδικές κινήσεις του την ώρα που εκφωνούσε τον επίσημο λόγο του και τι ακριβώς αυτές υποδήλωναν.   Ο συγγραφέας δεν μπορεί να έχει χρόνο παρά μόνο γι' αυτά που εκείνος θεωρεί ως σημαντικά και δεδομένα. Και αυτό ο Γουλφ το ήξερε από μικρός καλά.  

Ως ικανότατος συγγραφέας λοιπόν ο Γουλφ τις αβύσσους δεν τις αγνοούσε όπως δεν αγνοούσε το παράλογο και τα αδιέξοδα της φύσης, τα ηχηρά και ανέλπιστα χτυπήματά της, όπως φαίνεται φερ' ειπείν από το βιβλίο του πάνω στην ανθρώπινη φύση με τον τίτλο Άντρας με τα όλα του. 

Εκτός του ότι πούλησε σχεδόν 1,5 εκατομμύρια αντίτυπα και συζητήθηκε όσο κανένα άλλο, ο «Άνδρας» έκανε ακόμα και τον δύστροπο Νόρμαν Μέιλερ αλλά και τον Τζον Απντάικ να πουν, με τον δικό τους φλεγματικό τρόπο, το hats off στον συνάδελφο τους. Μπορεί να το βρήκαν υπερβολικά παράφορο στις περιγραφές του, ωστόσο, δεν αρνήθηκαν ότι είναι ένα βιβλίο που κανείς δεν μπορεί ποτέ να λησμονήσει.  

Στη Νέα Υόρκη, όπως και στα κείμενα του Γουλφ, μπορεί να είναι κανείς υπέρ της ποίησης αλλά και του ακραίου κυνικού ρεπορτάζ, υπέρ του αυθεντικού και του τεχνητού, του φλεγματικού και του κυριολεκτικού, της ζωής και των αντικειμένων που δεσπόζουν στα κορυφαία μουσεία της πόλης.  

Οι μεταξύ τους άλλωστε διάλογοι έχουν αφήσει εποχή. Γενικότερα το βιβλίο γνώρισε σπουδαία υποδοχή αλλά αυτό δεν φάνηκε να επηρεάζει τον Γουλφ.   Αγνοώντας τους διθυράμβους και ξέροντας πως παραμένει, πάνω από όλα, ένας ματαιόδοξος εκφραστής της πόλης που τον έθρεψε, φόρεσε το γνωστό λευκό κουστούμι του -λέγεται πως είχε πάνω από σαράντα, όλα ραμμένα σε κορυφαίους ράφτες- και πόζαρε για το εξώφυλλο του Time έχοντας προηγουμένως πιει ένα μπουκάλι από την αγαπημένη του σαμπάνια και έχοντας φορέσει τα επίσης κατάλευκα γάντια του.  

Πόζα; Όχι. Πραγματικότητα; Ναι. Με νεοϋορκέζικη σάρκα και οστά, με φλέγμα και χιούμορ και με την επίγνωση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι θλιβερή.  

Άλλωστε και ο ίδιος δεν είχε ζήσει πάντα καλά: μεγαλωμένος στη Βιρτζίνια στις δύσκολες εποχές, κατάλαβε τι σήμαινε σκλαβιά και ματαιότητα και όλες αυτές τις εικόνες μπόρεσε και ενσωμάτωσε και στον «Άνδρα με τα όλα του».  

Πρωταγωνιστής ο Τσάρλι Κρόκερ, ένας εξηντάρης μεγαλογαιοκτήμονας με επιχειρήσεις και με μια ενζενί σύζυγο. Φαινομενικά τα έχει όλα αλλά τίποτα δεν τον ευχαριστεί πέρα από το κυνήγι του χρήματος και η στιγμή που ακούει από τους εργάτες του να τραγουδούν το «Charlie Croker was a man in full / He had a back like a Jersey Bull».  

Σε ένα παιχνίδι που φέρνει στον νου κορυφαίες στιγμές από τον Μακιαβέλι ή το τηλεοπτικό House of Cards o Κρόκερ επιδίδεται σε ένα μάταιο παιχνίδι εξουσίας -εκτός από χρήματος- φτάνοντας τελικά σε οικονομικό αδιέξοδο. Δάνειο στο δάνειο, επιπόλαια ανοίγματα που φέρνουν στον νου και τις δικές μας πρόσφατες εποχές, τον αναγκάζουν να σκεφτεί δραστικές λύσεις για την επιχείρηση.  

Αποτέλεσμα; Αρχίζει τις περικοπές και τις απολύσεις με σκηνές που μεταφέρουν τον Γουλφ ως συγγραφέα από το κέντρο του λαμπερού κόσμου στην αντίπερα όψη της εξαθλίωσης – κάτι που ξέρει να κάνει με ανάλογα μοναδικό τρόπο και ο Καπότε.  

Οι απολυμένοι, εν προκειμένω, δεν είναι απλές περιπτώσεις αλλά πρωταγωνιστές με ονοματεπώνυμο, θύματα μιας σκληρής πολιτικής που έχει έναν υπεύθυνο, τον Κρόκερ. Όλοι θα θυμούνται τον ατυχή απολυμένο πρωταγωνιστή του που μετέφερε τα κατεψυγμένα και μαζί με τη θέση του στην επιχείρηση έχασε τις μοναδικές ελπίδες που είχε να ξεφύγει από το δύσμοιρο βίο.  

Άπειροι όμως είναι ο πρωταγωνιστές που παρελαύνουν από αυτή την αναπαράσταση του αμερικανικού βίου: αθλητές που γίνονται βιαστές, ανυπεράσπιστα θύματα πολύ πριν την εποχή του #Metoo και άλλοι ανάγλυφοι εκφραστές των αδιεξόδων του αμερικανικού ονείρου.  

Το είχε δει, άλλωστε, ο Γουλφ -όπως χρόνια πολλά πριν από αυτόν ο Μπαλζάκ- τι ακριβώς σημαίνει θρίαμβος και ματαιότητα της αμερικανικής ψυχής.  

Έχοντας αυτό στο μυαλό του το 1985, επί εποχής Ρίγκαν, ο Γουλφ πρότεινε στο Rolling Stone τη δημοσίευση μιας μυθιστορίας σε συνέχειες όπως έκανε κάποτε ο αγαπημένος του Μπαλζάκ. Και περιγράφοντας σκηνές, κατευθείαν βγαλμένες από το υλικό του σπουδαίου Γάλλου κλασικού, ολοκλήρωσε το έργο του «Στον βωμό της ματαιοδοξίας».  

Αν άλλωστε η Αμερική διέθετε έναν δικό της Μπαλζάκ, αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Γουλφ. Φεύγει από τη ζωή χορτάτος σε ηλικία 88 ετών αφήνοντας πίσω του ένα θαμπό σύννεφο από επιγόνους και την υπενθύμιση ότι η λάμψη κρύβεται τελικά μονάχα πίσω από τις αστραφτερές λέξεις.

Πηγή: lifo

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 16 Μαΐου 2018 12:41

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.