ενημέρωση 4:28, 17 June, 2019

Η Μόμο του Μίχαελ Έντε

Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για μικρούς και μεγάλους για την αξία και την ομορφιά του παιχνιδιού, του "χαμένου" χρόνου, της φαντασίας

Ένα μικρό απόσπασμα: 

Tα πιο πολλά απ' αυτά τα παιδιά δεν ξέρανε καν να παίξουνε. Κάθονταν μονάχα κακόκεφα και βαριεστημένα γύρω γύρω και παρακολουθούσαν τη Μόμο και τους φίλους της. Καμιά φορά τους ενοχλούσαν επίτηδες και τους τα χαλούσαν όλα. Οι καβγάδες και οι τσακωμοί δεν ήταν σπάνιοι τώρα. 

Πρέπει να πούμε πως δεν κρατούσαν και πολύ γιατί η παρουσία της Μόμο επηρέαζε και τούτα τα παιδιά που δεν αργούσαν να έχουν τις καλύτερες ιδέες και να παίζουν ενθουσιασμένα με τους άλλους. Το κακό όμως ήταν πως καθημερινά έρχονταν καινούργια παιδιά κι έρχονταν μάλιστα από μακριά, από άλλες συνοικίες. Κι όλα άρχιζαν ξανά από την αρχή γιατί όπως το ξέρουμε όλοι μας συχνά φτάνει ένας και μοναδικός για να χαλάσει το παιχνίδι στους άλλους.

Ήταν ύστερα και κάτι άλλο που δεν καταλάβαινε η Μόμο. Είχε αρχίσει μόλις τον τελευταίο καιρό. Τύχαινε όλο και πιο συχνά να φέρουν τα παιδιά διάφορα παιχνίδια, που στην ουσία δεν μπορούσες να τα παίξεις, όπως π.χ. ένα τηλεκατευθυνόμενο τανκ, που μπορούσες να το πας από δω κι από κει, αλλά που ήταν άχρηστο για οτιδήποτε άλλο. Ή ένα διαστημικό πύραυλο, που έτρεχε σαν παλαβός γύρω από ένα κοντάρι, κατά τα άλλα όμως δεν χρησίμευε σε τίποτα. Ή ένα μικρό ρομπότ που προχωρούσε τρικλίζοντας με μάτια που άναβαν και γύριζε και το κεφάλι του, αλλά δεν έκανε για τίποτ άλλο.

Τα παιχνίδια ήταν βέβαια πολύ ακριβά, τέτοια που οι φίλοι της Μόμο δεν είχαν ξαναδεί στη ζωή τους κι όσο για την ίδια τη Μόμο ούτε κουβέντα να γίνεται. Ήταν τόσο τέλεια σε κάθε τους λεπτομέρεια, που δεν είχες ανάγκη να συμπληρώσεις τίποτα με τη φαντασία σου. Και τα παιδιά κάθονταν εκεί, πολλές φορές με τις ώρες και παρακολουθούσαν μαγεμένα κι όμως βαριεστημένα αυτά τα πράγματα να κινούνται βομβίζοντας, να περπατούν τρικλίζοντας ή και να περιστρέφονται σφυρίζοντας, αλλά δεν τους κατέβαινε τίποτα για το πώς να τα παίξουν διαφορετικά.

Γι αυτό και ξαναγύριζαν τελικά πάλι στα παλιά τους παιχνίδια, όπου αρκούσαν δυο χαρτόκουτα, κάποιο κουρελιασμένο τραπεζομάντιλο, λίγα χώματα και μια χούφτα χαλίκια.

Έχοντας αυτά μπορούσαν να δημιουργήσουν με τη φαντασία τους οτιδήποτε.

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 15 Μαρτίου 2019 09:21

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.