ενημέρωση 3:20, 17 October, 2019

Πέθανε ο Ρόμπερτ Φρανκ, ο φωτογράφος που «αιχμαλώτισε» την Αμερική

Εφυγε από τη ζωή, στα 94 του, ο άνθρωπος που μέσα από τα φωτογραφικά κάδρα του προσέφερε στον κόσμο μια μοναδική ψυχανάλυση αμερικανικής κοινωνίας και προφήτευσε τις αλλαγές που θα έρχονταν. Κατόπιν σκηνοθέτησε τους Rolling Stones στο απόγειο της καριέρας τους το 1972

Επηρέασε όσο ελάχιστοι άλλοι την λεγόμενη «φωτογραφία δρόμου», δημιουργώντας ένα από τα πιο εμβληματικά φωτογραφικά λευκώματα μεταπολεμικά, ενώ στην συνέχεια πέρασε και στην σκηνοθεσία αφήνοντας παρακαταθήκη ένα από τα σημαντικότερα μουσικά ντοκιμαντέρ όλων των εποχών. Ο σπουδαίος φωτογράφος και κινηματογραφιστής Ρόμπερτ Φρανκ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών προλαβαίνοντας, κατά κοινή παραδοχή, να αλλάξει όλη την τέχνη της φωτογραφίας.

Το πλέον εμβληματικό έργο του, «Οι Αμερικάνοι», ουσιαστικά προφήτευσε από τη δεκαετία του 1950 τι θα συνέβαινε στην Αμερική μια δεκαετία αργότερα, αιχμαλωτίζοντας στα κάδρα του, την αποξένωση της αμερικανικής νεολαίας από τη γενιά που μόλις είχε κερδίσει δύο πολέμους, τον ρατσισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τον καταναλωτισμό.

Ο Φρανκ γεννήθηκε το 1924 στη Ζυρίχη, στην Ελβετία, όπου και ξεκίνησε τη φωτογραφική του καριέρα, επηρεασμένος από τις γραφικές τέχνες, αλλά και φωτογράφους όπως οι Γκόταρ Σου και Γιακόμπ Τούγκενερ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το 1947 άρχισε να δουλεύει στο Harper’s Bazaar μαζί με τον Μπιλ Μπραντ και τον θρυλικό Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, όμως γρήγορα απογοητεύτηκε από τις απαιτήσεις της εμπορικής φωτογραφίας να άρχισε να κάνει ταξίδια στη Νότια Αμερική και την Ευρώπη.

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, το 1949, γνώρισε την Μαίρη Λόκσπιζερ, την οποία παντρεύτηκε στα 15 χρόνια της, όταν έμεινε έγκυος. Με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο, την οικογένειά του και τα χρήματα από μια υποτροφία από το ίδρυμα John Simon Guggenheim Memorial Foundation ξεκίνησε το 1955 ένα τεράστιο ταξίδι, διασχίζοντας όλη τη χώρα και τραβώντας συνολικά πάνω από 25.000 φωτογραφίες (700 φιλμ).

Τρόλεϊ στη Νέα Ορλεάνη. Οι Αφροαμερικανοί στις πίσω θέσεις. «Οι Αμερικάνοι» (© Robert Frank, Sammlung Fotostiftung Schweiz, Eigentum der Schweizerischen Eidgenossenschaft, Bundesamt für Kultur, Bern)  

Γυναίκες καπνίζουν σε καφετέρια, κάπου στις ΗΠΑ, την δεκαετία του ’50, από το φωτογραφικό λεύκωμα «Οι Αμερικάνοι» (@Robert Frank, Collection Swiss Foundation for Photography, Donation of the Artist)

Από αυτό τον μεγάλο αριθμό, επέλεξε 83 ασπρόμαυρα καρέ γεμάτα ανθρώπινο ρεαλισμό και διεισδυτικότητα για το παρθενικό του φωτογραφικό λεύκωμα, το «The Americans» (Οι Αμερικανοί).

Διόλου τυχαία βρήκε πιο εύκολο να το εκδώσει στο Παρίσι τo 1958. Το «Les Americains» ήταν ο καρπός αυτής της δίχρονης περιήγησης του στις εσχατιές της αμερικανικής ενδοχώρας και τα γκέτο των μεγαλουπόλεων –δεν ήταν εύκολο για τον μέσο Αμερικανό να το εκτιμήσει, πόσο μάλλον να το αγοράσει. Το λεύκωμα αυτό θεωρείται μνημειώδες για τη φωτογραφία καθώς κατάφερε να αποτυπώσει τις παράξενες αντιφάσεις της αμερικανικής κουλτούρας, τη μοναξιά και τη θλίψη της, τον ρατσισμό και τη βία και, πρωτίστως, την απαρχή της καταναλωτικής κουλτούρας της δεκαετίας του ’50.

Το εξώφυλλο της πρώτης, γαλλικής έκδοσης των «Αμερικανών» (1958)

Η επιτυχία του στην Ευρώπη οδήγησε σε μια δεύτερη έκδοση, το 1959, στις ΗΠΑ. Αυτή τη φορά τον πρόλογο θα έγραφε ο Τζακ Κέρουακ, ο οποίος ήταν επίσης στους δρόμους την ίδια περίοδο. «Γιατί φωτογραφίζεις όλο φτωχούς ανθρώπους;» τον ρωτούσε επίμονα η μητέρα του. «Δεν φωτογραφίζω φτωχούς, φωτογραφίζω ανθρώπους που βασανίζονται» της απαντούσε.

Αυτή η ματιά του δεν άρεσε φυσικά στα περιοδικά — κι όμως έπειτα τον αποκάλεσαν «Μανέ της φωτογραφίας» και όχια άδικα. Ο Φρανκ γνώρισε και έκανε παρέα με όλη την σπουδαία γενιά των μπίτνικ, τον Κέρουακ, τον Γκίνσμπεργκ και άλλους. Επηρεάζοντας το πνεύμα τους και επηρεασμένος από αυτό την ίδια στιγμή, μας κληροδότησε έναν νέο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο.

Ο Ρόμπερτ Φρανκ παραλαμβάνοντας βραβείο στη Βέρνη τον Απρίλιο του 2012 (EPA/LUKAS LEHMANN)

Στη συνέχεια, και με την θέση του στο πάνθεον της φωτογραφίας εξασφαλισμένο προ πολλού, ο Φρανκ δοκίμασε τις δυνάμεις του και στην σκηνοθεσία, παραδίδοντας ένα από τα πλέον διάσημα, για την ωμότητα και τον ρεαλισμό τους, μουσικά ντοκιμαντέρ της ιστορίας. Το 1972 πήρε την κάμερα του και ακολούθησε τους Rolling Stones, που βρίσκονταν τότε στο απόγειο της καριέρας της, στην αμερικανική περιοδεία τους.

Το αποτέλεσμα της περιήγησης αυτής ήταν το θρυλικό Cocksucker Blues, ένα μουσικό ντοκιμαντέρ που απαγορεύτηκε αρχικά σε πολλές χώρες, καθώς απεικονίζε την μπάντα να κάνει σκληρά ναρκωτικά και σεξ στα παρασκήνια.

Με τον Μικ Τζάγκερ στα γυρίσματα του Cocksucker Blues

Πέραν της αδιαμφισβήτητης επαγγελματικής επιτυχίας, η οικογενειακή ζωή του Φρανκ σημαδεύτηκε από τραγωδίες.

H κόρη του, Αντρέα, σκοτώθηκε το 1974, στα 20 χρόνια της, σε συντριβή αεροπλάνου στη Γουατεμάλα, ενώ το 1994 ο γιος του, Πάμπλο, που είχε παλέψει για καιρό με την ψυχασθένεια, πέθανε κι αυτός λίγο μετά τα 40 του χρόνια. 

Πολυμέσα

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019 16:11

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.