ενημέρωση 4:06, 4 April, 2020

«MCMXLIV Κανένας εαυτός - του Γιώργου Βέλτσου - Μια βρεφοδόχος ποιημάτων

Στο εξώφυλλο μια φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου της περιόδου 1945-46, που απεικονίζει έναν γιατρό στη βρεφοδόχο του Δημοτικού Βρεφοκομείου, χαρακτηρίζει τη νέα ποιητική κατάθεση του Γιώργου Βέλτσου με τίτλο «MCMXLIV Κανένας εαυτός», που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις εκδόσεις Πατάκη. Ενας τίτλος που παραπέμπει στη χρονολογία της γέννησής του, όπως σημειώνει ο ίδιος στον πρόλογο, με τη βρεφοδόχο να αποτελεί τη «θυρίδα» των ποιημάτων του:

«Δύσκολη δεν είναι η υποσημείωση αλλά η αρίθμηση στο τέλος της σελίδας. Δύσκολο είναι να κρατάς λογαριασμό. Γράφοντας, κρατάω λογαριασμό των ετών που πέρασαν. Και είναι φυσικό να σημειώνω κάτω από ένα έργο που δεν έκανα, ένα σώμα που δεν είχα. Και ό,τι έκανα -ό,τι είμαι- είναι ένας μακρύς κατάλογος αναφορών όπου πασχίζω να εντάξω και τα ποιήματά μου.

Δεν τους αξίζει. Δεν τον αναγνωρίζουν. Το ποίημα είναι αυτεξούσιο στο φως της λάμπας. Μόνο, εξυψωμένο. Κερδίζει χρόνο με τους αριθμούς, αλλά ως γράμματα μιας ξένης γλώσσας, ως εάν το τέλος του είναι οι αριθμοί. ΜCMXLIV, λοιπόν, όπου και σε ξένη αρίθμηση σημειώνεται, εκτός από τη χρονολογία της γέννησής μου, η μητρόθεν κρύπτη των ποιημάτων μου. Το γράμμα μου μετέχει στην υπόσταση, αγραμματοφώνητο. Ετσι μετρώ και γράφω και νοσταλγώ τη χρονολογία από την οποία έχω διά παντός απομακρυνθεί, μην μπορώντας να φανταστώ τη χρονολογία στην οποία θα καταλήξω. Ετσι υποσημειώνω και εκμετρώ. Οχι ο μνήμων αλλά ο επιλήσμων Αγγελος της ιστορίας μου. Στρέφομαι κι εγώ στο παρελθόν, όταν στα πόδια μου στοιβάζονται τα ερείπια στη Βρεφοδόχο».

Από την έκδοση προδημοσιεύουμε ένα ποίημα του Γιώργου Βέλτσου που αναφέρεται στον Εμφύλιο:

Ξαναφέρε πίσω εκείνο το πρωί

όταν πλημμύρισε το σπίτι η μπονάτσα
αφήνοντας ιώδιο και κατράμι
στα μουσκεμένα σεντόνια
εκθέτοντας την παιδική σου καρδιά
στα απροσδόκητα ρεύματα των παραθύρων
και τα γέλια των μεγάλων απέξω
Φέρε ξανά ό,τι θα σε παρηγορούσε τώρα
αν η ψυχαγωγία εκείνων των ημερών
είχε τη θέση της στο σπίτι
και ο παράπλευρος κόσμος σου
σκιών και φθόγγων
ξανάπιανε από την αρχή το παραμύθι:
να πέφτουν τα κορμιά σ’ αριθμημένο ύψωμα στον Γράμμο
να ’χει επιστρέψει ο βασιλιάς μ’ ένα βαρύ παλτό
να βάφουν αστειευόμενοι οι μεγάλοι τα μαλλιά τους
κι ένα μαύρο Χ στους τοίχους
με το διοξείδιο μίσος τους
Φέρ’ τα ξανά λοιπόν
εμποδίζοντας την είσοδο της μασκοπρόσωπης Ιστορίας
στα υπνωτήρια και τα ηρώα που σε στεγάζουν έκτοτε
Τρέφεις τα ίδια αισθήματα για τις βουνοσειρές που
σε περιβάλλουν
ουραγός ενός κόσμου ρεμβασμών και αίματος
απών έως τη Δευτέρα Παρουσία
όπου πρόκειται να διαπρέψεις
Στο διάστημα που απομένει
μη χάνεις τον καιρό σου με τις ανεμοδούρες
και τα ναυάγια
Στο στόμα σου, ένα αποστακτήριο μίσους
ανταλλάσσει την πικρία σε γλυκύτητα
Γλώσσα φαρμακωμένη
που σου έμαθε τον Γαρμπή
που σ’ έριξε στα βράχια
που σου έδωσε τη σανίδα, χωρίς τη σωτηρία της
Γλώσσα δίχως γλώσσα
σύρριζα στα λόγια της εμφύλιας Πατρίδας
στις διαβιβάσεις με το χειροκίνητο
Λούφαξε στον Ελατιά
κουρασμένος μαχητής χωρίς υπόδηση
απέναντι στα τάγματα της Εθνοφυλακής
και τους μάυδες
Μια μάχη λοιπόν κατά το καθιερωμένο μακελειό
στα επιδόρπια
Μαθητευόμενος αντάρτης
γνωρίζεις από μνήμης την κατηφόρα
Από το γάβγισμα αγαπάς τον σκύλο
Εισέρχεσαι μετά λιβανισμένος
και το εκκλησίασμα αναριγά

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2020 20:07

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.