Δεν είναι παιχνίδι να παίζεις με το φέσι
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Η κυβέρνηση υπερασπίζεται τα «ήρεμα νερά» με την Τουρκία. Όμως, κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβει ότι δεν θα «καθαρίσει» κάποιος άλλος για εμάς
Καταλαβαίνω την αμηχανία της κυβέρνησης για τα ελληνοτουρκικά. Σε τελική ανάλυση, η εξωτερική πολιτική είναι ο μόνος τομέας που οι πολίτες της δίνουν κάπως θετική βαθμολογία στις δημοσκοπήσεις και αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο ότι έχουμε αποφύγει εδώ και αρκετό καιρό κάποια ένταση με την Τουρκία.
Όμως, η Τουρκία δεν έχει σταματήσει να είναι μια αναθεωρητική δύναμη, με την έννοια ότι δεκαετίες τώρα θεωρεί ότι χρειάζεται ως προς τα κυριαρχικά της δικαιώματα ένας διακανονισμός, που να μην ακολουθεί το διεθνές δίκαιο, αλλά να αποτυπώνει την ειδική της ισχύ.
Σε σχέση με το Αιγαίο η Τουρκία έχει μια αντίληψη πολύ συγκεκριμένη. Θεωρεί ότι εάν εφαρμοστεί το γράμμα του διεθνούς δικαίου το Αιγαίο θα γίνει ελληνική θάλασσα και αυτό αφορά και την εκμετάλλευσή του, είτε πρόκειται για εξορύξεις, είτε π.χ. σχέδια όπως οι θαλάσσιες ΑΠΕ. Κυρίως, όμως, ακριβώς επειδή κάνει προβολές ισχύος θεωρεί ότι διαμορφώνεται ένα πλαίσιο που την αδικεί. Κάτι που το δοκίμασε ήδη με το Κυπριακό όταν επέλεξε το δρόμο της εισβολής και παράνομης κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού.
Θέλει η Τουρκία πόλεμο; Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι γενικά δεν θα ήθελε το κόστος μιας μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης. Από την άλλη, είναι πάντα μια χώρα πιο έτοιμη για αυτό, πιο συνηθισμένη να έχει φαντάρους σε εμπόλεμες καταστάσεις και με έναν τρόπο πιο διαποτισμένη από έναν σκληρό εθνικισμό. Από την άλλη, όπως και εδώ οι απλοί άνθρωποι δεν θεωρούν τους Τούρκους εχθρούς, έτσι και απέναντι οι απλοί άνθρωποι δεν μας θεωρούν εχθρούς.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Είναι σαφές ότι μια υποχωρητικότητα, έστω και μέσα από σιωπηρές μετατοπίσεις, δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματα. Ούτε βέβαια και χρειάζονται κλιμακώσεις χωρίς σχέδιο που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «θερμό επεισόδιο» που – ας μη γελιόμαστε – θα σημαίνει ότι θα πέσουν όλοι πάνω μας να πάμε σε διαπραγμάτευση για «αμοιβαίες υποχωρήσεις».
Και βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι μπορεί να έχουμε εμείς συμμάχους, έχει όμως και η Τουρκία.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Το πρώτο και βασικό είναι να βγάλουμε την επικοινωνία από την εξίσωση. Με αυτό εννοώ ότι στα εθνικά θέματα η επικοινωνιακή λογική, είτε στην κατεύθυνση της πατριδοκαπηλίας, είτε σε αυτή του «κατευνασμού» δεν βοηθάει.
Το δεύτερο είναι ότι η πραγματική ισχύς μιας χώρας δεν είναι ποτέ μόνο αμυντική. Αντιθέτως, αφορά την οικονομία, την τεχνολογία, την κοινωνική συνοχή. Και η χώρα μας ως προς αυτό έχει μεγάλο δρόμο να καλύψει, γιατί αυτή τη στιγμή αναπτυξιακά και κοινωνικά υποχωρεί στο περιθώριο της Ευρώπης. Άρα η οικονομική ανασυγκρότηση και η συσπείρωση της κοινωνίας γύρω από ένα θετικό κοινωνικό όραμα είναι κομμάτι της άμυνάς της.
Το τρίτο προφανώς είναι η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων, με κριτήριο την αποτελεσματικότητα και όχι απλώς την «εξοπλιστική διπλωματία».
Και το τέταρτο, αυτό που συζητάμε λιγότερο, είναι ότι χρειάζεται και ένα σχέδιο διαπραγμάτευσης. Γιατί προφανώς μπορούμε να μείνουμε στη σημερινή κατάσταση και απλώς να ανταλλάσσουμε «κινήσεις επί χάρτου» και «χωροθετήσεις» και να ανταλλάσσουμε δηλώσεις και αυτές να είναι όλο και πιο έντονες και μετά κάποια στιγμή να βγάλουν και οι δύο πλευρές πολεμικά πλοία και να περιμένουμε πότε θα φτάσουμε κοντά στο «θερμό επεισόδιο». Από ορισμένες απόψεις αυτό θα μπορούσε να είναι «πατριωτική στάση». Έστω και εάν στην πραγματικότητα απλώς θα παράτεινε μια διαρκή εκκρεμότητα.
Γνωρίζω ότι εδώ και δεκαετίες θεωρούμε ότι δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα άλλο πέρα από τα της υφαλοκρηπίδας και αυτό μέσα από συμφωνημένη προσφυγή στη Χάγη. Όμως, στο τέλος θα πρέπει να υπάρξει και ένας ειλικρινής διάλογος. Με ορίζοντα μια συνολική διευθέτηση που θα ανοίγει όντως δρόμους συνεργασίας ανάμεσα σε δύο χώρες που είναι, σε τελική ανάλυση, καταδικασμένες να συνυπάρχουν.