Γιατί αν καταρρεύσει η Γαλλία κινδυνεύει να παρασύρει και την ΕΕ;
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Με τα δημόσια οικονομικά της σε κατάσταση διάλυσης, την άκρα δεξιά να συγκεντρώνει ποσοστά της τάξης του 35% ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027 και ένα κίνημα διαμαρτυρίας που διογκώνεται, μήπως η κρίση στη Γαλλία αποτελεί απειλή για τη γεωπολιτική αφύπνιση της ΕΕ;
Με τον ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό (RN) και την «Ανυπότακτη Γαλλία» (La France Insoumise) να προηγούνται στην κούρσα για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027, οι προοπτικές για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών της χώρας είναι δυσοίωνες. Επιπλέον, όσον αφορά στη γαλλική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ, αμφότερα τα κόμματα ζητούν ανοιχτά ανυπακοή.
Στην περίπτωση του ακροδεξιού RN, το οποίο προηγείται αυτή τη στιγμή στις δημοσκοπήσεις, η πορεία είναι εντυπωσιακή: από το αφήγημα του λεγόμενου «Frexit» το 2017, περνώντας στην υπόσχεση του 2022 για μεταρρύθμιση της ΕΕ εκ των έσω, φτάνουμε σε μια ατζέντα για το 2027 που ισοδυναμεί με την πλήρη ανακοπή της πορείας της Ένωσης.
Οι είκοσι επτά χώρες της ΕΕ έχουν στη διάθεσή τους έξι μήνες για να επιταχύνουν την ατζέντα τους. Ό,τι δεν επιτευχθεί τώρα ενδέχεται να χαθεί – και αν η Γαλλία καταρρεύσει, κινδυνεύει να παρασύρει μαζί της και την Ένωση.
Υπάρχει «γαλλικό» πρόβλημα στην ΕΕ
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πρόβλημα με την Γαλλία, σημειώνει η Shahin Vallée, ανώτερη συνεργάτιδα στο Γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (DGAP), εξηγώντας πως τα δημοσιονομικά δεινά της χώρας βρίσκονται μόλις στην αρχή τους και ενδέχεται να κλονίσουν την Ευρώπη συθέμελα τους επόμενους μήνες. Η κατάσταση αυτή θα απαιτήσει μια προσαρμογή ιστορικών διαστάσεων, σε μια συγκυρία όπου το πολιτικό σκηνικό παραμένει βαθιά πολωμένο και η συναίνεση ως προς την ανάγκη για δημοσιονομική εξυγίανση είναι περιορισμένη.
Επιπλέον, στους περισσότερους οικονομικούς κύκλους επικρατεί η άποψη ότι η εκλογή της Μαρίν Λεπέν – υποψήφιας του κόμματος «Εθνικός Συναγερμός» (RN) – στην προεδρία δεν θα αποτελούσε γεγονός μείζονος σημασίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η ίδια έχει αναγάγει το ζήτημα της γαλλικής συνεισφοράς στον προϋπολογισμό της ΕΕ, καθώς και την υποστήριξη προς την Ουκρανία, σε κεντρικούς άξονες της αντιπολιτευτικής της ρητορικής.
Πολλοί ελπίζουν ότι αν η Λεπέν, αυτή τη φορά, κερδίσει τις εκλογές, θα αναγκαστεί να κυβερνήσει σε συνεργασία με την κεντροδεξιά, θα περιοριστεί από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και το υψηλό επίπεδο χρέους της χώρας και, τελικά, θα αποδειχθεί μια «Γαλλίδα Μελόνι».
Στην πραγματικότητα, όμως, ενδέχεται να αποτελέσει πολύ μεγαλύτερη πρόκληση για τις προοπτικές της ΕΕ απ’ ό,τι φαντάζονται πολλοί σήμερα.
Ο ακροδεξιός κίνδυνος και η γεωπολιτική αφύπνιση της ΕΕ
Διαφορετική είναι η άποψη της Τζοβάνα Ντε Μάιο, ερευνήτριας στο Πρόγραμμα για την Ευρώπη του Ιδρύματος Carnegie για την Διεθνή Ειρήνη, η οποία υποστηρίζει ότι τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η Γαλλία αποτελούν ένδειξη της συζήτησης που συνεπάγεται η γεωπολιτική αφύπνιση της Ευρώπης.
Οι μαζικές διαδηλώσεις με αφορμή δημοσιονομικά ζητήματα αναδεικνύουν μια ζωντανή δημοκρατία, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει ένα ερώτημα που απασχολεί και πολλούς άλλους Ευρωπαίους: Πώς μπορούν τα κράτη να διασφαλίσουν την παροχή επαρκών κοινωνικών υπηρεσιών στις κοινωνίες τους, σε μια συγκυρία όπου μαίνεται πόλεμος στα σύνορα της ΕΕ και το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για την προστασία της Ευρώπης φθίνει;
Η απάντηση της ακροδεξιάς σε αυτό το ερώτημα είναι η αντίσταση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει απαραίτητα τη γεωπολιτική αφύπνιση της ΕΕ. Η αφύπνιση αυτή έχει ήδη συντελεστεί σε ολόκληρη την Ένωση, άλλωστε, ως αποτέλεσμα τόσο του πολέμου στην Ουκρανία όσο και της στάσης που τηρεί η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση απέναντι στις Βρυξέλλες. Για τον Εθνικό Συναγερμό (RN), η εθνική κυριαρχία – η οποία συνδέεται με τη γεωπολιτική αφύπνιση – αποτελεί κεντρικό ζήτημα· μάλιστα, η θέση του κόμματος απέναντι στη Ρωσία έχει εξελιχθεί προς μια πιο επικριτική στάση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τη μείωση του αμυντικού προϋπολογισμού της Γαλλίας.
Παρόλα αυτά, είναι αλήθεια ότι μια ακροδεξιά κυβέρνηση στο Παρίσι θα στερήσει από την ΕΕ τη δημιουργικότητα και το όραμα για το μέλλον της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και ενοποίησης, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να αναλάβουν πρωτοβουλίες άλλες χώρες.
Και ο Ρικάρντο Αλκάρο, συντονιστής Ερευνών στο Ιταλικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων (IAI), πιστεύει ότι η Ευρώπη έχει «γαλλικό» πρόβλημα. Εάν η Μαρίν Λεπέν κερδίσει την προεδρία, επισημαίνει, ο αντίκτυπος στην ΕΕ θα μπορούσε να είναι τεράστιος. Χωρίς σημαντικές προσαρμογές, τα επιβαρυμένα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια νέα κρίση κρατικού χρέους στην Ευρώπη.
Με τη δυσαρέσκεια να κλιμακώνεται σε όλες τις γενιές ενόψει των εκλογών, η Λεπέν δεν θα έχει ιδιαίτερο κίνητρο να υποσχεθεί δημοσιονομική υπευθυνότητα. Αντιθέτως, θα υποστηρίξει ότι η διατήρηση του γενναιόδωρου γαλλικού κοινωνικού κράτους απαιτεί περικοπές στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας: στον προϋπολογισμό της ΕΕ και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – με το επιχείρημα ότι ο κοινός μηχανισμός τιμολόγησης αναγκάζει τους Γάλλους να πληρώνουν περισσότερα – καθώς και στις αμυντικές δαπάνες ή, τουλάχιστον, στη στήριξη προς την Ουκρανία, η οποία ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των υποστηρικτών της.
Αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί σε χειρότερη στιγμή για την Ευρώπη. Η γαλλική οικονομία είναι τόσο μεγάλη, που οι χώρες της ευρωζώνης θα δυσκολεύονταν πολύ να περιορίσουν τις συνέπειες. Εάν η Λεπέν μειώσει τη γαλλική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ, ενδέχεται να ακολουθήσουν και άλλες χώρες, μειώνοντας δραστικά την οικονομική ισχύ της Ένωσης. Μια Γαλλία υπό την ηγεσία της Λεπέν θα έδινε επίσης ώθηση σε άλλες δυνάμεις της ακροδεξιάς, προκαλώντας περαιτέρω ρήγματα στην ΕΕ και υποσκάπτοντας την ίδια την ιδέα μιας ενωμένης Ευρώπης.
Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος η ΕΕ να περιέλθει σε κατάσταση γεωπολιτικής ανυποληψίας, εάν λαϊκιστές φιλικά διακείμενοι προς την Ρωσία ανέλθουν στην εξουσία στη Γαλλία και σε άλλα κράτη-μέλη. Στον γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης, η ασφάλεια και η δημοκρατία είναι στενά συνυφασμένες, υπογραμμίζει η Κρίστι Ράικ, διευθύντρια του Διεθνούς Κέντρου Άμυνας και Ασφάλειας (ICDS).
Όπως σημειώνει, μάλιστα, η ΕΕ δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα «πρόβλημα Γαλλίας», αλλά και ένα ευρύτερο ζήτημα που σχετίζεται με την άνοδο της ριζοσπαστικής δεξιάς, την πόλωση και τη μειωμένη εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Όσο για τον Νικολάι φον Οντάρζα, επικεφαλής του Τομέα Έρευνας για την ΕΕ/Ευρώπη στο Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (SWP), εκτιμά ότι η παρακμή και ο κατακερματισμός του πολιτικού κέντρου στη Γαλλία αποτελούν σύμπτωμα μιας ευρύτερης πολιτικής δυσφορίας που αποδυναμώνει την Ευρώπη.
Δύο δυναμικές ενισχύουν η μία την άλλη, όπως λέει: Η πρώτη είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δημοκρατική σταθερότητα. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να είναι βέβαιες ότι οι εταίροι τους δεν θα διολισθήσουν σε αντιφιλελεύθερες πρακτικές μετά τις επόμενες εκλογές. Πόσο θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί μια γαλλική πυρηνική εγγύηση, εάν η Λεπέν εκλεγεί επόμενη πρόεδρος; Τι θα σήμαινε μια γερμανική επανεξοπλιστική προσπάθεια, αν το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) συμμετείχε στην κυβέρνηση;
Το δεύτερο ζήτημα είναι η μεταφορά των εσωτερικών πιέσεων και της πόλωσης από το εθνικό στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΕ λειτουργεί ως μηχανισμός συμβιβασμών· ωστόσο, για να λειτουργήσει αυτός ο μηχανισμός, προϋποθέτει ότι οι κυβερνήσεις επιδιώκουν συμβιβασμούς από τους οποίους επωφελούνται όλα τα μέρη. Οι εθνικιστές λαϊκιστές, όπως η Λεπέν – οι οποίοι αντιλαμβάνονται την πολιτική ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου ο νικητής τα κερδίζει όλα – δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για συμβιβασμούς, εκτός εάν επικρατήσει η δική τους πλευρά. Ένας από τους άμεσους στόχους της, εξάλλου, είναι η δραστική μείωση της γαλλικής συνεισφοράς στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Συνδυαστικά, η προθυμία των κρατών-μελών της ΕΕ να εμπιστευτούν το ένα το άλλο και να προχωρήσουν σε συμβιβασμούς φθίνει, ωθώντας τις χώρες στην αναζήτηση εθνικών λύσεων και υπονομεύοντας τη βάση για κοινή δράση, ακριβώς τη στιγμή που αυτή είναι περισσότερο αναγκαία.