Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Τουρκολιβυκό μνημόνιο - Εξι λόγοι για το πώς φτάσαμε στο διπλωματικό στραπάτσο της Αθήνας

Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στα όσα η κυβέρνηση επιδίωξε και πρόβαλε συστηματικά στη δημόσια σφαίρα, και στα όσα τελικά (δεν) πέτυχε.

Περίπου εφτά χρόνια μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου, και ενώ ανάμεσα στα επιχειρήματα της ελληνικής κυβέρνησης για το ανυπόστατο του χαρακτήρα του βρισκόταν η μη κύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, η ελληνική διπλωματία εμφανίστηκε να αιφνιδιάζεται όταν τελικά στις 20 Οκτωβρίου τα μέλη του συγκεκριμένου λιβυκού κοινοβουλευτικού σώματος ακύρωσαν την από το 2020 απόφασή τους και τελικά το ενέκριναν.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εξέλιξη για την ελληνική εξωτερική πολιτική, κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή αφαιρεί ένα επιχείρημα από την ελληνική πλευρά για την πολιτική και νομική αποδοχή του μνημονίου εντός της Λιβύης και, δεύτερον, επειδή η Αθήνα σε όλο αυτό το διάστημα των εφτά χρόνων είχε αναπτύξει πυκνές διπλωματικές επαφές, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτές οι επαφές θωρακίζουν την πρώτη απόφαση για τη μη κύρωση.

Η εξέλιξη δεν μεταβάλλει αυτομάτως τα νομικά επιχειρήματα της Ελλάδας κατά του μνημονίου. Όμως αναδεικνύει και την απόσταση ανάμεσα στα όσα η κυβέρνηση επιδίωξε και πρόβαλε συστηματικά στη δημόσια σφαίρα, και στα όσα τελικά (δεν) πέτυχε. Έξι χαρακτηριστικές περιπτώσεις υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων φωτίζουν το εξής ερώτημα: τι πήγε λάθος;

Η μακρά διπλωματική επένδυση στην οικογένεια Χαφτάρ

Από το 2020 η κυβέρνηση Μητσοτάκη επένδυσε συστηματικά στις σχέσεις με την ηγεσία της ανατολικής Λιβύης. Οι επαφές πύκνωσαν το 2025 και το 2026 με επισκέψεις του υπουργού Εξωτερικών στη Βεγγάζη και με αρκετές συναντήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων στην Αθήνα, ανάμεσα σε αυτούς και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, με τους γιους του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, Σαντάμ, Μπελγκασέμ και Χάλεντ.
Χαρακτηριστική συνάντηση είναι αυτή της 15ης Ιουνίου 2026, τέσσερις μήνες πριν την κύρωση, όταν ο Σαντάμ Χαφτάρ συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Γιώργο Γεραπετρίτη στο Μέγαρο Μαξίμου. Τρεις ημέρες αργότερα το Υπουργείο Εξωτερικών κατά την ενημέρωση των διπλωματικών συντακτών την παρουσίαζε ως επιβεβαίωση της βούλησης για περαιτέρω συνεργασία. Στις 5 Σεπτεμβρίου ο υπουργός Εξωτερικών σε συνέντευξή του δήλωνε ότι η Ελλάδα μπορεί πλέον να έχει «μια σοβαρή επιδραστικότητα» στη Λιβύη.

Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Εξι λόγοι για το πώς φτάσαμε στο διπλωματικό στραπάτσο της Αθήνας

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι στις 18 Οκτωβρίου, δύο μόλις ημέρες πριν από την κύρωση, ο νέος πρόεδρος της λιβυκής Βουλής, Αλ Σαλχίν Αμπντελνάμπι, συναντήθηκε στη Βεγγάζη με τον Έλληνα γενικό πρόξενο Αθανάσιο Αναστόπουλο. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του λιβυκού Κοινοβουλίου, συζητήθηκαν οι διμερείς σχέσεις, το μεταναστευτικό, η συνεργασία στον τομέα της άμυνας και η εκπαίδευση της λιβυκής ακτοφυλακής. Σύμφωνα με το ίδιο δελτίο Τύπου από τη λιβυκή πλευρά ο Έλληνας πρόξενος μετέφερε επίσης τα συγχαρητήρια του προέδρου της Βουλής των Ελλήνων προς τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Βουλής. Για το τουρκολιβυκό, ούτε λέξη.

Διαπιστώνεται πως ακόμα και παραμονές της κύρωσης του τουρκολιβυκού αποτιμώνται στη δημόσια σφαίρα θετικά οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Λιβύη – και ιδίως με επίκεντρο την ανατολική Λιβύη που ελέγχει η οικογένεια Χαφτάρ – και δεν φαίνεται καμία ένδειξη ότι υπήρξε προβληματισμός για την αποτελεσματικότητα των πυκνών επαφών με τους Χαφτάρ ή ακόμα και τη μεταστροφή τους.

Η «άμεση» επανέναρξη των συνομιλιών που χρειάστηκε τέσσερα χρόνια

Στις 14 Απριλίου 2021, μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο του λιβυκού Προεδρικού Συμβουλίου Μοχάμεντ αλ Μένφι, το Μέγαρο Μαξίμου ανακοίνωνε συμφωνία για την «άμεση επανεκκίνηση» των συνομιλιών οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών. Η λέξη «άμεση» αποδείχθηκε ιδιαίτερα ελαστική.

Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Εξι λόγοι για το πώς φτάσαμε στο διπλωματικό στραπάτσο της Αθήνας
Συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον επικεφαλής του προεδρικού συμβουλίου της Λιβύης, Μοχάμεντ Αλ Μένφι. INTIME

Τον Σεπτέμβριο του 2025, τέσσερα χρόνια και πέντε μήνες αργότερα, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών ενημέρωνε ότι οι τεχνικές επιτροπές είχαν μόλις συγκροτηθεί και ότι δεν είχε οριστεί ακόμη ημερομηνία έναρξης. Υπενθύμιζε μάλιστα ότι οι τελευταίες διαπραγματεύσεις Ελλάδας–Λιβύης είχαν γίνει το 2010.

Είχαν προηγηθεί πολιτικές επαφές και επισκέψεις του υπουργού Εξωτερικών σε Τρίπολη και Βεγγάζη. Αυτό όμως τι σημαίνει; Γίνονταν συνομιλίες σε πολιτικό επίπεδο, πριν το τεχνικό; Η τεχνική διαδικασία, πάντως, δεν επανεκκίνησε εντός του χρονοδιαγράμματος που είχε τεθεί το 2021. Γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος και ποια εμπόδια συνάντησε η ελληνική διπλωματία, παραμένει αναπάντητο.

Η πενταμερής διάσκεψη που έμεινε εξαγγελία

Στις 16 Οκτωβρίου 2025, από το βήμα της Βουλής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την πρόθεση για πολυμερή συνάντηση των παράκτιων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου: Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία, Αίγυπτος και Λιβύη. Η ανταπόκριση δεν ήταν αυτή που πιθανότατα περίμενε η Αθήνα.

Εκείνες τις ημέρες δημοσιογραφικές πληροφορίες συνέκλιναν πως δεν υπήρχε καμία ενημέρωση στις εν λόγω χώρες της ανατολικής Μεσογείου και μάλιστα ο μεγαλύτερος αιφνιδιασμός για τις ελληνικές προθέσεις ερχόταν από τη Λευκωσία.

Παρ’ όλα αυτά, στις 5 Δεκεμβρίου ο κ. Γεραπετρίτης σε ομιλία του στο 2ο συνέδριο του «Athens Policy Dialogues», επανερχόταν, παρουσιάζοντας την πρόταση ως ενίσχυση της διπλωματικής θέσης της χώρας.
Έναν χρόνο μετά την εξαγγελία, η διάσκεψη όχι απλά δεν έχει γίνει, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να προϊδεάζει καν έστω για την προπαρεσκευή της.

Η διαβεβαίωση ότι αποτράπηκε η κύρωση του τουρκολιβυκού

Αποτελεί ίσως την χαρακτηριστικότερη αντίθεση ανάμεσα στις κυβερνητικές δηλώσεις και στην πραγματικότητα. Στις 7 Ιανουαρίου 2020, από το Atlantic Council στην Ουάσιγκτον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλούνταν τη μη κύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή ως πρόσθετο επιχείρημα κατά της νομικής του βάσης. Αυτή η θέση διατηρούνταν ψηλά από την ελληνική πλευρά μέχρι τις παραμονές της κύρωσης.

Στις 24 Αυγούστου 2026 ο Γιώργος Γεραπετρίτης πήγε ένα βήμα παραπέρα: στο OPEN υποστήριξε ότι η Ελλάδα είχε διασφαλίσει πως δεν θα υπάρξει ούτε περαιτέρω επέκταση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη, ούτε κύρωση του μνημονίου.

Στις 21 Οκτωβρίου η ρητορική άλλαξε. Ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε πως δεν ήταν κάτι απροσδόκητο, και επιχειρηματολόγησε λέγοντας πως η Ελλάδα δεν είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει την κύρωση, επειδή η απόφαση εξαρτιόταν από τις εσωτερικές λιβυκές ισορροπίες: «είναι προφανές ότι όταν οι ισορροπίες, οι ανθρωπογενείς, θα άλλαζαν, όπως συνέβη με την βίαιη έξωση του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων πριν από δύο εβδομάδες και την εγκατάσταση ενός προσώπου το οποίο ήταν φίλα διακείμενο προς την Τουρκία, θα είχαμε και διαφορετικές εξελίξεις. Δεν ήταν απροσδόκητο».

Από τη διαβεβαίωση ότι η κύρωση είχε αποτραπεί μέχρι την εκτίμηση ότι δεν ήταν απροσδόκητη μεσολάβησαν λιγότεροι από δύο μήνες. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο τοποθετήσεις γεννά ερωτήματα τουλάχιστον για την αξιολόγηση των πληροφοριών, αλλά και τις ίδιες τις πληροφορίες, που διέθετε το Υπουργείο Εξωτερικών.

Η προειδοποίηση για βέτο που παραμένει ανοιχτή

Τον Ιανουάριο του 2020 ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε κατηγορηματικά. σε τηλεοπτική συνέντευξή του, ότι η Ελλάδα δεν θα συναινούσε σε πολιτική λύση για τη Λιβύη αν δεν προβλεπόταν η ακύρωση των τουρκολιβυκών μνημονίων. Προανήγγειλε μάλιστα βέτο, ακόμη και σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ.
Έξι χρόνια αργότερα, ο στόχος της ακύρωσης όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά η απειλή βέτο αποδείχθηκε πως δεν ασκούσε την πίεση εκείνη ούτως ώστε το τουρκολιβυκό να μην εγκριθεί από τη λιβυκή Βουλή.

Βεβαίως, συνολική πολιτική διευθέτηση της λιβυκής κρίσης, που θα ενεργοποιούσε την προειδοποίηση, δεν υπήρξε. Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι η κυβέρνηση υπαναχώρησε από συγκεκριμένη ψηφοφορία. Μπορεί όμως να τεθεί ένα συγκεκριμένο ερώτημα: παραμένει το βέτο μέρος της ελληνικής στρατηγικής ή η δήλωση του 2020 ήταν περισσότερο ένα μέσο πολιτικής πίεσης χωρίς, τελικά, αντίκρισμα;

Η επιχειρηματική αποστολή που καθυστέρησε

Οι αποκλίσεις δεν περιορίζονται μόνο στην πολιτική διπλωματία, αλλά και την οικονομική. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2025 το Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωνε συμφωνία για επιχειρηματική αποστολή στην Τρίπολη το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Στις 7 Μαΐου 2026 η εκπρόσωπος του υπουργείου μιλούσε ακόμη για προετοιμασία και για την ανάγκη να αποτυπωθεί πρώτα το επενδυτικό περιβάλλον.

Η ξεχωριστή επιχειρηματική αποστολή πραγματοποιήθηκε στην ανατολική Λιβύη τον Ιανουάριο του 2026, δεν αναιρεί την καθυστέρηση της πρωτοβουλίας που είχε ανακοινωθεί ειδικά για την Τρίπολη.

Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Εξι λόγοι για το πώς φτάσαμε στο διπλωματικό στραπάτσο της Αθήνας
Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Εξι λόγοι για το πώς φτάσαμε στο διπλωματικό στραπάτσο της Αθήνας" 
Συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Γενικό Διευθυντή του Ταμείου για την Ανάπτυξη και Ανασυγκρότηση της Λιβύης, Μπελκασέμ Χαφτάρ. Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025 (ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)

Η Λιβύη παραμένει βαθιά διαιρεμένη χώρα, με ανταγωνιζόμενα εσωτερικά κέντρα εξουσίας και εξωτερικούς παράγοντες. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα μπορούσε να ελέγξει τη Λιβύη. Δεν μπορούσε. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση πρόβαλε στο εσωτερικό ως σίγουρο κάτι που δεν ήλεγχε. Πρόβαλε επίσης απειλές και πρωτοβουλίες που, όπως αποδείχθηκε, δεν είχαν αντίκρισμα.
Αυτό έχει κόστος. Για παράδειγμα όταν οι εταίροι μαθαίνουν για μια πρωτοβουλία από τις εφημερίδες και ο υπουργός Εξωτερικών διαψεύδεται μέσα σε δύο μήνες, η Ελλάδα ξοδεύει αυτό που μια χώρα του μεγέθους της δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει: την αξιοπιστία της.

Αυτό που ακόμα δεν έχει εξηγήσει η κυβέρνηση είναι ποια ήταν στην πραγματικότητα η στρατηγική της και ποια τα μέσα που χρησιμοποίησε. Σε αυτό το πλαίσιο ορισμένα απλά ερωτήματα ζητούν απαντήσεις. Τι ήξερε το υπουργείο όταν έδινε τη διαβεβαίωση του Αυγούστου; Τι απέδωσε η επένδυση στους Χαφτάρ; Τι ειπώθηκε στη Βεγγάζη δύο ημέρες πριν από την κύρωση;

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.