ενημέρωση 4:48, 5 March, 2024

Κάπου παράπεσε η αληθινή μας μέρα

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Σε κάθε γενιά Ελλήνων φαίνεται πως αναλογεί μία –τουλάχιστον;- εθνική και κοινωνική τραγωδία. Οι προπαππούδες μας βίωσαν την Μικρασιατική Καταστροφή. Οι παππούδες μας την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα επακόλουθά του. Οι γονείς μας την 21η Απριλίου ως βίαια επιβολή του κακού και του άσχημου σε πάμπολλους τομείς της ζωής τους. Εμείς την Χρεοκοπία του 2010.

Σε σύγκριση με τις προηγούμενες τραγωδίες, η δική μας σίγουρα ωχριά σε αίμα και σε δάκρυα. Ούτε πληθυσμοί ξεριζώθηκαν, ούτε αδέλφια αλληλοσκοτώθηκαν, ούτε η δημοκρατία καταλύθηκε από μια ομάδα γελοίων συνταγματαρχών που τελικά οδήγησαν στην απώλεια της μισής Κύπρου. Φαλήρισε απλώς το κράτος μας, χάσαμε το 25% του εθνικού μας εισοδήματος και αναγκαστήκαμε «να τρέχουμε τον κόσμον με εξαπλωμένην χείρα, ψωμοζητούντες...»

Λίγο είναι αυτό; Κάθε άλλο. Ιδίως για μια γενιά που είχε διαπλαστεί με αισιόδοξες βεβαιότητες και έχει αποκτήσει μιαν αυτοπεποίθηση στα όρια της αλαζονείας.

Με την υπαγωγή στα μνημόνια και τις συνέπειες της έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μας. Και αφυπνίστηκαν τα αρνητικότερα χαρακτηριστικά μας: Η μισαλλοδοξία, το εμφύλιο πνεύμα, η πλήρης απώλεια της ψυχραιμίας, που σε βυθίζει στην απόλυτη απελπισία και σε κάνει να γραπώνεσαι από τις πιο αφελείς, τις πιο παιδαριώδεις ελπίδες.  

Μπαϊλντισμένοι μπαίνουμε στον πειρασμό να ιδιωτέψουμε μια και καλή. Να μην ξαναβγούμε ποτέ από τους μικρούς, προσωπικούς μας κήπους. Να ζήσουμε όσο καιρό μας απομένει με Μάλερ και μακαρονάδες, με Βισκόντι και με περιπάτους στα Αναφιώτικα, αδιαφορώντας παγερά για ό,τι συνιστά τον δημόσιο, τον πολιτικό βίο σε αυτή τη χώρα...

Όταν νιώσαμε στο πετσί μας τι σημαίνει χρεοκοπία, οι μισοί Έλληνες αφέθηκαν να πειστούν ότι η λύση βρίσκεται στο σκίσιμο των μνημονίων, στη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην επιστροφή στη δραχμή ή ακόμα και στην ανταλλακτική οικονομία χωρίς τη χρήση νομίσματος. Άνθρωποι σοβαροί στη διαχείριση των προσωπικών τους υποθέσεων και ζυμωμένοι στην πιάτσα, ψήνονταν ότι θα μας έσωζε ο Πούτιν ή ο Τσάβες. Πως η Κίνα θα εξαγόραζε και θα μας χάριζε το χρέος. Ότι η Μέρκελ –έντρομη από τη γροθιά μας στο τραπέζι της- θα υποχωρούσε άτακτα και θα μας άφηνε να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε...

Οι άλλοι μισοί Έλληνες παρηγοριόμασταν με την εκτίμηση πως η κρίση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία.

«Θα υποφέρουμε, θα μας κολλήσει το στομάχι στην πλάτη» λέγαμε «αλλά η πατρίδα μας θα απαλλαγεί τουλάχιστον από τις κακοδαιμονίες της. Απ'το ρουσφέτι και τη διαπλοκή. Από τη δαιδαλώδη γραφειοκρατία που εξυπηρετεί όσους ρουσφετολογούν και όσους διαπλέκονται. Απ'την εξόφθαλμη αναξιοκρατία, την επηρμένη σάχλα που περνιέται για λάιφ στάιλ...»

Πιστέψαμε ειλικρινά ότι η κρίση θα σήμαινε την επανεκκίνηση στους πιο κρίσιμους τομείς της κοινής μας ζωής.

Γιατί εμπιστευθήκαμε για την επανεκκίνηση εκείνη τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και τα εν πολλές αμαρτίαις γηράσαντα στελέχη τους;

Διότι τα παραδοσιακά κόμματα, παραδόξως, εμφανίζονταν πιο ειλικρινή στην ανάγνωση της κατάστασης. Πιο ρεαλιστικά στην αντιμετώπισή της.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παρίστανε το ποντίκι που βρυχάται και επέμενε –ακόμα και μετά το πάθημα της Κύπρου την άνοιξη του 2013- ότι με δυο-τρεις τσαμπουκάδες θα γυρίσουμε πανευρωπαϊκά το παιχνίδι... Όταν ο Πάνος Καμμένος αγόρευε για τους υδατάνθρακες του Αιγαίου... Οι συγκυβερνώντες επεσήμαιναν, στα λόγια τουλάχιστον, την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών. Τόνιζαν το αυτονόητο: Πως η Ελλάδα δεν σώζεται με γιούργια μα με τη δημιουργία μιας καινούργιας παραγωγικής βάσης. Εμφανίζονταν μετανιωμένοι για τα δεινά που είχαν σωρεύσει κατά την Μεταπολίτευση και πρόθυμοι να συμβάλλουν στην εκπόνηση ενός νέου εθνικού αφηγήματος, το οποίο θα μας έβγαζε από την κρίση και θα μας έδινε πνοή.

Ακόμα και ο Αντώνης Σαμαράς φαινόταν να έχει εγκαταλείψει τις πομφόλυγες του Ζαππείου και να έχει πάρει αποστάσεις από το εθνικιστικό του παρελθόν.

Η δε συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση εγγυόταν στα μάτια μας τη δικαιότερη κατανομή των βαρών του μνημονίου. Αποτελούσε αντίβαρο, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, στις ακροδεξιές φωνές που παρέμεναν στην Νέα Δημοκρατία. Η «Αριστερά της Ευθύνης» -ελπίζαμε- θα περνούσε το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, θα έβαζε στη θέση τους τούς παραληρούντες Μητροπολίτες, ίσως και να νομοθετούσε, με μια ταρζανιά, το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ομοφύλων...

Δυόμισυ χρόνια αργότερα, πρέπει να το παραδεχθούμε: Καταδεχθήκαμε μάταιες ελπίδες, φρούδες.

Βεβαίως η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε άτακτα, δεν ζήσαμε σκηνές Αργεντινής, αυτό ας το πιστώσουμε σε όσους κρατούσαν το πηδάλιο.  

Όταν νιώσαμε στο πετσί μας τι σημαίνει χρεοκοπία, οι μισοί Έλληνες αφέθηκαν να πειστούν ότι η λύση βρίσκεται στο σκίσιμο των μνημονίων, στη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην επιστροφή στη δραχμή ή ακόμα και στην ανταλλακτική οικονομία χωρίς τη χρήση νομίσματος.

Μα -κατά τα λοιπά- είναι φανερό ότι εκείνοι που κρατούσαν και κρατάνε το πηδάλιο έχουν ως πρώτο μέλημα τη διατήρηση των κεκτημένων τους. Μάχονται να κρατήσουν όση πελατεία τούς έχει απομείνει. Προσέχουν σαν τα μάτια τους τα μικρομάγαζα που παραδοσιακά τούς ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Στα λόγια συγκατανεύουν όμως στην πράξη φαλκιδεύουν τις περισσότερες εκσυγχρονιστικές απόπειρες.

Η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση –διάδοχος της αμαρτωλής ΕΡΤ- αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ίδια η κυβέρνηση, που ιδρύοντας την διακήρυξε την ανεξαρτησία της, επιμένει να την κουμαντάρει υπογείως ή έστω μακρά χειρί.

Στο μεταξύ, ο Σύριζα δείχνει να εδραιώνεται στην πρώτη θέση. Μαθαίνει –είναι αλήθεια- πολύ γρήγορα τα πατροπαράδοτα κόλπα των διεκδικητών της εξουσίας: Την ακατάσχετη παροχολογία, τον βερμπαλισμό που διεγείρει τα πλήθη, το πονηρό κλείσιμο του ματιού σε όσους ισχυρούς μπορούν να του εξασφαλίσουν την νίκη...

Οι προσεχείς εκλογές –το γράφω και με πιάνω σύγκρυο- προδιαγράφονται ως μια ακόμα κλασσική μονομαχία: Νεοκοτζαμπάσηδες εναντίον παλαιοκοτζαμπάσηδων. Κι εμείς τι κάνουμε; Συνειδητοποιούμε ως άλλες Μαρίες-Νεφέλες του Ελύτη ότι κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε –για μια ακόμα φορά- η αληθινή μας μέρα.

Μπαϊλντισμένοι μπαίνουμε στον πειρασμό να ιδιωτέψουμε μια και καλή. Να μην ξαναβγούμε ποτέ από τους μικρούς, προσωπικούς μας κήπους. Να ζήσουμε όσο καιρό μας απομένει με Μάλερ και μακαρονάδες, με Βισκόντι και με περιπάτους στα Αναφιώτικα, αδιαφορώντας παγερά για ό,τι συνιστά τον δημόσιο, τον πολιτικό βίο σε αυτή τη χώρα.

Όμως όχι! Δεν κάνει να παραιτηθούμε απ'την προσπάθεια. Πρέπει να τη βρούμε, επιτέλους κάποτε, την αληθινή μας μέρα. Να τη βρούμε και να την παραδώσουμε στα παιδιά μας.  

Πηγή: lifo

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014 15:32

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.