Μαρτυρίες - o Σαλβαδόρ πίσω από τον Αλιέντε
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Ηταν λίγο πριν την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 – την ημέρα που ο Σαλβαδόρ Αλιέντε θα έχανε τη ζωή του στο προεδρικό μέγαρο του Σαντιάγο από τους πραξικοπηματίες του Πινοσέτ. Ο χιλιανός πρόεδρος θα έμπαινε με καθυστέρηση μισής ώρας στην αίθουσα όπου τον περίμεναν οι δημοσιογράφοι. Τους πλησίασε βιαστικά αλλά με μικρά βήματα, ζήτησε συγγνώμη και κάθισε σε μια πολυθρόνα, το ύψος της οποίας δεν του επέτρεπε να φτάνουν τα πόδια του στο πάτωμα.
Η πρόσκληση από τη Μονέδα είχε αιφνιδιάσει τους απεσταλμένους των διεθνών μέσων ενημέρωσης που είχαν ταξιδέψει στη χώρα για να καλύψουν αυτό που θα γινόταν το πρώτο κεφάλαιο της χιλιανής κρίσης. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο δημοσιογράφος της Corriere della Sera Αλφόνσο Μαντέο. «Μία ώρα αφότου άφησα τη βαλίτσα μου στο ξενοδοχείο, θα εμφανιζόμουν στη Μονέδα και θα γραφόμουν στη λίστα αναμονής, εικοστός δεύτερος ανάμεσα σε όσους είχαν ζητήσει συνέντευξη από τον πρόεδρο» έγραφε τότε στην εφημερίδα του.
Η Χιλή ζούσε τότε με τον φόβο του εμφυλίου πολέμου. «Ο Αλιέντε δεν ήταν σίγουρος ότι ήταν φρόνιμο να μιλήσει. Ηταν μια δύσκολη, ευαίσθητη στιγμή. Τελικά μου είπαν ότι θα μπορούσα να τον δω προσωπικά για λίγα λεπτά μετά τη συνέντευξη Τύπου υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα χρησιμοποιούσα δημοσιογραφικά τη συνάντηση. Δεν θα ήταν προσωπική συνέντευξη, θα ήταν απλώς μια γνωριμία. Ο πρόεδρος – του είπαν ακόμη – ήθελε να γνωρίσει τον ιταλό δημοσιογράφο».
Ο,τι είχε εξάλλου να πει ο χιλιανός πρόεδρος το είχε πει στη συνέντευξη Τύπου. Ηταν μια ατυχής στιγμή για τη Χιλή, είχε τονίσει. Ο οικονομικός αποκλεισμός προκαλούσε ασφυξία στις ασθενέστερες τάξεις, τα κόμματα της Αριστεράς ήταν ενωμένα απέναντι στην επίθεση της Δεξιάς. Επέμενε ότι η Χιλή θα ξεπερνούσε την κρίση χωρίς να πληγώσει τη δημοκρατία. Ηταν αισιόδοξος – «Το επίδικο είναι η επιβίωση της ίδιας της δημοκρατίας. Θα την υπερασπιστούν οι Χιλιανοί που διακατέχονται από ένα πραγματικό δημοκρατικό πνεύμα». Και ήταν βέβαιος για την αφοσίωση του στρατού.
Μετά τη συνέντευξη, ο ιταλός δημοσιογράφος βρέθηκε να κάθεται απέναντί του. «Μου φάνηκε τόσο μικροσκοπικός αλλά και τόσο στρογγυλός. Το δέρμα του ήταν σφιχτό, τα χέρια του περιποιημένα. Παρατηρώντας τον από κοντά, μου έκανε ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη η ανήσυχη ζωντάνια του, το βλέμμα του, η διάθεσή του να γελά. Ηταν ευγενέστατος».
Τι τον ανησυχούσε ανάμεσα στα άλλα; Το ενδεχόμενο η ακροαριστερή οργάνωση MIR να προχωρήσει σε ανοικτή σύγκρουση με την ακροδεξιά «Πατρίδα και Ελευθερία». Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία στον στρατό να επέμβει υπό το πρόσχημα της αποκατάστασης της τάξης. Αλλά τα παιδιά της ΜΙR τα συμπαθούσε. Εκτιμούσε τη βοήθεια που προσέφεραν στα φτωχά στρώματα, «στη μάζα του υποπρολεταριάτου».
Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε με τα ίδια μικρά, βιαστικά βήματα για να απαντήσει σε ένα τηλεφώνημα που η γραμματέας του είχε χαρακτηρίσει επείγον. Ο Αλφόνσο Μαντέο δεν θα τον έβλεπε ξανά από τόσο κοντά. Και όταν θα τον δολοφονούσαν οι πραξικοπηματίες μέσα στη Μονέδα, θα ήταν σίγουρος ότι μαζί του πέθανε και στη Χιλή και η δημοκρατία.