Η αληθινή ιστορία πίσω από το Scarface - Ο ναζί, ο «βασιλιάς της κοκαΐνης» και το πρώτο «ναρκοκράτος»
- Κατηγορία ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- 0 σχόλια
Η απίστευτη συμμαχία ενός ναζί εγκληματία πολέμου με τον «βασιλιά της κοκαΐνης» που συνέδεσε καρτέλ, στρατό και πολιτική εξουσία στη Βολιβία
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στη Βολιβία συναντήθηκαν δύο κόσμοι που φαινομενικά δεν είχαν τίποτα κοινό. Από τη μία βρισκόταν ο Ρομπέρτο Σουάρες, ένας εύπορος κτηνοτρόφος που είχε εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους ανθρώπους του διεθνούς εμπορίου κοκαΐνης. Από την άλλη, ο Κλάους Μπάρμπι, ο διαβόητος πρώην επικεφαλής της Γκεστάπο στη Λυών, ο οποίος είχε διαφύγει στη Νότια Αμερική μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε καταφέρει όχι μόνο να ζει ελεύθερος στη Βολιβία, αλλά και να αποκτήσει ισχυρές σχέσεις με τον στρατό και την πολιτική εξουσία.
Η συνεργασία τους δεν περιορίστηκε στην προστασία ενός εμπόρου ναρκωτικών από έναν άνθρωπο με στρατιωτικές διασυνδέσεις. Σύμφωνα με μια νέα δημοσιογραφική έρευνα, γύρω τους δημιουργήθηκε ένα σύστημα στο οποίο η διακίνηση κοκαΐνης συνδέθηκε με τις Ένοπλες Δυνάμεις, τη δικτατορία και παραστρατιωτικές ομάδες. Οι συγγραφείς της έρευνας θεωρούν ότι εκεί βρίσκονται οι απαρχές αυτού που σήμερα θα ονομάζαμε «ναρκοκράτος».

Κλάους Μπάρμπι
Και κάπου σε αυτή την πραγματική ιστορία εμφανίζεται… το «Scarface».
Στην ταινία του 1983, ο Τόνι Μοντάνα του Αλ Πατσίνο ταξιδεύει στη Βολιβία για να κλείσει συμφωνία με τον βαρόνο των ναρκωτικών Αλεχάντρο Σόσα. Στη συνάντησή τους βρίσκονται ένας υπουργός Εσωτερικών και ένας συνταγματάρχης, ενώ στην τηλεόραση γίνεται λόγος για σχέσεις ανάμεσα στη στρατιωτική κυβέρνηση της χώρας και τα καρτέλ.
«Ο παραλληλισμός είναι τόσο προφανής όσο και σοκαριστικός», γράφουν οι Μπέργκμαν και Λόπες, οι οποίοι χαρακτηρίζουν την ταινία «προφητεία». Την εποχή που κυκλοφόρησε, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζούσαν μια «έκρηξη» της κοκαΐνης και η Βολιβία είχε εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές της.
Όταν είδε την ταινία μαζί με τον άνθρωπο με τον οποίο έχτισε το παγκόσμιο εμπόριο κοκαΐνης, τον Πάμπλο Εσκομπάρ, φέρεται να σχολίασε σκωπτικά: «Ποιος σας είπε ότι ο Τόνι Μοντάνα είναι Κουβανός και ζει στο Μαϊάμι; Εδώ όλοι ξέρουμε ότι είναι από την επαρχία και κάθεται δίπλα μου».
Εκείνη την εποχή οι δουλειές τους γνώριζαν τεράστια άνθηση. Η Βολιβία είχε, για πρώτη φορά, ξεπεράσει το Περού στην παραγωγή κοκαΐνης.
Τη χρονιά, όμως, που το «Scarface» έκανε πρεμιέρα, ένας από τους σημαντικότερους συμμάχους του Σουάρες έχανε την προστασία που απολάμβανε επί χρόνια στη Βολιβία. Ο Κλάους Μπάρμπι απελάθηκε στη Γαλλία για να αντιμετωπίσει τη Δικαιοσύνη για εγκλήματα που είχε διαπράξει κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η συμμαχία του «βασιλιά της κοκαΐνης» με τον Μπάρμπι
Η έρευνα των Μπέργκμαν και Λόπες περιγράφει πώς, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο πρώην επικεφαλής της Γκεστάπο, που στο μεταξύ είχε γίνει συνταγματάρχης του βολιβιανού στρατού, προστάτευε και συνόδευε τον Σουάρες, ενώ είχε αναπτύξει μαζί του και επιχειρηματικές σχέσεις.
Ο Λόπες θεωρεί ότι αυτή η συμμαχία βρίσκεται στη γέννηση του πρώτου «ναρκοκράτους».
«Η ιδέα μιας σύγχρονης κρατικής δομής που λειτουργεί με σκοπό να αποκομίζει οικονομικό κέρδος από τη διακίνηση ναρκωτικών δεν είχε υπάρξει ποτέ», λέει στην EL PAÍS.
Η αρχή της σχέσης τους εντοπίζεται σε ένα δείπνο στρατιωτικών το 1979. Εκεί, ο Μπάρμπι ζήτησε από τον Σουάρες πέντε εκατομμύρια δολάρια για να χρηματοδοτηθεί το πραξικόπημα που θα πραγματοποιούνταν έναν χρόνο αργότερα υπό τον Λουίς Γκαρσία Μέσα.
Το επιχείρημα ήταν η ανάγκη να ανακοπεί η υποτιθέμενη εξάπλωση του κομμουνισμού – ενός κοινού εχθρού για τους δύο άνδρες.

Αργότερα, ο Μπάρμπι ανταπέδωσε τη βοήθεια, εξασφαλίζοντας στον Σουάρες μια ειδική δύναμη ασφαλείας: τους «Los Novios de la Muerte» («Οι Μνηστήρες του Θανάτου»), μια παραστρατιωτική ομάδα αποτελούμενη από ξένους νεοναζί.
Το εμπόριο κοκαΐνης διείσδυσε βαθιά στη δικτατορία του Γκαρσία Μέσα, στις Ένοπλες Δυνάμεις και στον πολιτικό μηχανισμό. Σύμφωνα με έγγραφο των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, η αξία του εμπορίου κοκαΐνης ξεπέρασε το 1,5 δισ. δολάρια το 1980.
Μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε δραματικά και η παραγωγή κόκας στη χώρα. Από λίγο περισσότερους από 17.000 τόνους φύλλων κόκας το 1979, η Βολιβία έφτασε να παράγει περισσότερους από 141.000 τόνους το 1985.
Μεγάλο μέρος αυτής της εκρηκτικής ανάπτυξης οφείλεται, σύμφωνα με τον Μπέργκμαν, στον Σουάρες.
Πριν γίνει ο «βασιλιάς της κοκαΐνης», ο Ρομπέρτο Σουάρες ήταν ένας επιτυχημένος κτηνοτρόφος. Είχε ήδη μάθει να πραγματοποιεί μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, να συνεργάζεται με άλλες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις και να εξάγει ζώα στη Βραζιλία.
Όταν πέρασε στο εμπόριο ναρκωτικών, εφάρμοσε την ίδια επιχειρηματική λογική.
«Όταν μπήκε στο εμπόριο ναρκωτικών, ήταν ήδη συνηθισμένος να διαπραγματεύεται μεγάλες ποσότητες, να συνεργάζεται με άλλες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και να εξάγει βοοειδή στη Βραζιλία […] αντιμετώπισε μια παράνομη επιχείρηση όπως οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση διαχειριζόταν ήδη».
Μέχρι την εμφάνισή του, στη Βολιβία δραστηριοποιούνταν κυρίως μικροί παραγωγοί φύλλων κόκας και πάστας βάσης, οι οποίοι πουλούσαν στους Κολομβιανούς διακινητές «σε εξευτελιστικές τιμές, σχεδόν για το τίποτα», όπως εξηγεί ο Λόπες.
«Με τον Σουάρες απέκτησαν τον έλεγχο και ανέβασαν τις τιμές, γεγονός που άλλαξε την αγορά στη Βολιβία».
Η οικογένεια του Σουάρες αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες πηγές των δύο δημοσιογράφων, οι οποίοι κατάφεραν έτσι να συγκεντρώσουν πληροφορίες από πρώτο χέρι τόσο για την άνοδο της επιχείρησής του όσο και για την προσωπικότητά του.
Το βιβλίο τον περιγράφει ως έναν ικανό κτηνοτρόφο που είχε διαμορφωθεί από το σκληρό περιβάλλον της ζούγκλας όπου μεγάλωσε, στο Μπένι, στην περιοχή του Αμαζονίου της Βολιβίας.
«Μεγάλωσε βλέποντας τον θάνατο ως κάτι φυσικό και αναπόφευκτο. Από εκείνα τα ζώα έμαθε ότι αυτό που είχε σημασία ήταν η επιβίωση», αναφέρεται στο βιβλίο.

Η σχέση με τον Πάμπλο Εσκομπάρ
Σημαντικό κομμάτι της ιστορίας είναι και η σχέση του Σουάρες με τον Πάμπλο Εσκομπάρ. Η φιλία τους αποτυπωνόταν ακόμη και στα πάρτι γενεθλίων του Βολιβιανού, στα οποία έδινε το «παρών» ο επικεφαλής του καρτέλ του Μεντεγίν.
Για τον Εσκομπάρ, ο Σουάρες ήταν κυρίως ένας αξιόπιστος προμηθευτής.
«Στον Σουάρες, ο Εσκομπάρ βρήκε έναν σοβαρό επιχειρηματία που μπορούσε να εγγυηθεί σταθερή προμήθεια πάστας βάσης, ώστε στη συνέχεια να παρασκευάζεται η κοκαΐνη», εξηγεί ο Λόπες.
Η επιχειρηματική οργάνωση και η πειθαρχία του Σουάρες είχαν την άλλη όψη τους στον Μπάρμπι, ο οποίος μπορούσε να προσφέρει επιμελητεία και προστασία, αλλά και να συμβάλει στην εξόντωση αντιπάλων.
Ο πρώην ναζί είχε άλλωστε αναπτύξει σχέσεις με το στρατιωτικό κατεστημένο της Βολιβίας πολύ πριν συναντήσει τον «βασιλιά της κοκαΐνης».

Από τη Γκεστάπο στη Βολιβία
Ο Κλάους Μπάρμπι είχε διοριστεί το 1942 επικεφαλής της Γκεστάπο στη Λυών, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της γαλλικής Αντίστασης απέναντι στη ναζιστική κατοχή.
Έγινε διαβόητος για τα βασανιστήρια και τις δολοφονίες που διέπραττε. Μία από τις πιο σκοτεινές πράξεις του σημειώθηκε το 1944, όταν διέταξε την απέλαση στο Άουσβιτς 44 Εβραίων παιδιών και επτά εκπαιδευτικών που κρύβονταν στο καθολικό οικοτροφείο του Ιζιέ. Αργότερα δολοφονήθηκαν στους θαλάμους αερίων.

Ο ιστορικός Σερζ Κλάρσφελντ τον έχει χαρακτηρίσει «έναν από τους χειρότερους εγκληματίες του ναζιστικού καθεστώτος».
Μετά τον πόλεμο, ο Μπάρμπι κατάφερε να διαφύγει από την Ευρώπη μέσω των δικτύων διαφυγής που χρησιμοποιούσαν πρώην ναζί και κατέληξε στη Βολιβία.
Εκεί μπορούσε να ζει και να κινείται δημόσια, αποκτώντας παράλληλα στενές σχέσεις με τον στρατό. Η περίπτωσή του είναι χαρακτηριστική του καταφυγίου που βρήκαν στελέχη του καθεστώτος του Αδόλφου Χίτλερ σε ορισμένες στρατιωτικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής.
Για τους συγγραφείς, όμως, η παρουσία ανθρώπων όπως ο Μπάρμπι στη Βολιβία δεν μπορεί να αποκοπεί από μια παλαιότερη έλξη τμημάτων του στρατιωτικού κατεστημένου προς τον φασισμό.
«Αυτή η γοητεία από τον φασισμό και τις βίαιες στρατηγικές ενσωματώθηκε από νωρίς στη στρατιωτική ιστορία της Βολιβίας. Για παράδειγμα, ο ιδρυτής των SA [της παραστρατιωτικής πτέρυγας του Ναζιστικού Κόμματος], Ερνστ Ρεμ, είχε προσκληθεί ως σύμβουλος του βολιβιανού στρατού», θυμίζει ο Μπέργκμαν.

Τι γνώριζαν οι ΗΠΑ;
Οι Μπέργκμαν και Λόπες δεν υποστηρίζουν ότι είναι οι πρώτοι που αποκάλυψαν πως στρατιωτικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής προστάτευσαν ναζί εγκληματίες πολέμου.
Αυτό που επιχειρούν μέσα από την έρευνά τους είναι να ενώσουν τις διαφορετικές πλευρές της ιστορίας και να δείξουν τη σχέση ενός από τους πιο διαβόητους ναζί με τη δημιουργία αυτού που χαρακτηρίζουν ως το πρώτο «ναρκοκράτος».
Ένα κρίσιμο ερώτημα, πάντως, παραμένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών;
«Οι ΗΠΑ γνώριζαν τι συνέβαινε στη Βολιβία, αλλά αυτό που δεν είναι σαφές και δεν μπορέσαμε να αποδείξουμε με στοιχεία είναι σε ποιον βαθμό ήταν συνένοχες στο εμπόριο ναρκωτικών της Βολιβίας», εξηγεί ο Λόπες.
Η οικογένεια του Σουάρες υποστηρίζει ότι ο ίδιος είχε στενές σχέσεις με τον Όλιβερ Νορθ, πρώην αξιωματικό των Πεζοναυτών των ΗΠΑ και μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ο οποίος συνδέθηκε με τη χρηματοδότηση των αντικομμουνιστικών Κόντρας στη Νικαράγουα στο πλαίσιο του σκανδάλου Ιράν-Κόντρα.
Οι δύο δημοσιογράφοι δεν κατάφεραν να βρουν στοιχεία που να αποδεικνύουν αυτή τη σύνδεση. Η υπόθεση, ωστόσο, που αφήνουν ανοιχτή δίνει μια ακόμη διάσταση σε όσα συνέβησαν στη Βολιβία στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
«Πιστεύουμε ότι η Βολιβία αποτέλεσε την πρόβα τζενεράλε για εκείνο το σκάνδαλο».