Ένα σπίτι τόσο όμορφο που δεν περιγράφεται με λόγια
- Κατηγορία ART-DISING
- 0 σχόλια
Το κομψό νεοκλασικό του αρχιτέκτονα Αλεσάντρο Νταβίντ, κάτω από την Ακρόπολη, σε ταξιδεύει, χωρίς πολλή προσπάθεια, στη Βραζιλία, στον Λίβανο, στη Ρωσία, στη Βιέννη, στην Ιταλία και στην Κωνσταντινούπολη.
Το σπίτι του Αλεσάντρο είναι σαν κόσμημα στον δρόμο. Είναι απ’ τα σπίτια που είχα προσπεράσει πολλές φορές και πάντα αναρωτιόμουν ποιος τυχερός έμενε σε αυτό. Έμελλε λοιπόν και να δω το σπίτι και να γνωρίσω τον ιδιοκτήτη του. Ο Αλεσάντρο είναι έξω καρδιά, φιλόξενος και η αισθητική του είναι απαράμιλλη. Αισθάνομαι σαν παιδί που το πήγαν στο λούνα παρκ για πρώτη φορά. Με το που μπαίνω σε αυτό το κομψό νεοκλασικό οδηγούμαι σε έναν απροσδόκητο μαγικό κήπο που ο Αλεσάντρο έχει επιμεληθεί προσωπικά: έχει σχεδιάσει και φυτέψει τεράστιους φοίνικες και άλλα εξωτικά φυτά που αμέσως σε μεταφέρουν αλλού. Όταν ανεβαίνουμε τη σκάλα, μένω στήλη άλατος.
Τα περισσότερα σπίτια μπορείς να τα περιγράψεις. Mιλάς για τα έπιπλα, τα χρώματα, αναφέρεσαι στα έργα τέχνης και δίνεις μια εικόνα. Το σπίτι του Αλεσάντρο δεν περιγράφεται. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν το ετερόκλητο σύμπαν του. Ξέρω εξαρχής πως ό,τι κι αν γράψω, θα το αδικήσει, καθώς εδώ ισχύει το μια εικόνα χίλιες λέξεις!
Η παλιά κουζίνα έγινε μπάνιο, η τραπεζαρία υπνοδωμάτιο, το γραφείο άλλαξε θέση. Το κέλυφος όμως παρέμεινε. Τα κουφώματα αντικαταστάθηκαν για λόγους μόνωσης, αλλά κατασκευάστηκαν στη Γερμανία ως πιστά αντίγραφα των παλιών. Οι αυθεντικές πόρτες αναπαλαιώθηκαν.

Όσο προχωράω από δωμάτιο σε δωμάτιο καταλαβαίνω ότι όλα είναι μελετημένα. Κάθε αντικείμενο, κάθε έργο, κάθε χρώμα κουβαλά ένα ταξίδι, έναν άνθρωπο, μια ιστορία, μια ζωή που κάποτε άγγιξε τον Αλεσάντρο. Σαν να ανοίγει ένα τεράστιο χαλί και να απλώνει επάνω του ολόκληρη τη διαδρομή του. «Αυτό ακριβώς ήθελα», μου λέει. «Να φέρω το σύμπαν μου εδώ».
Αρχικά είχε πάει να δει το διπλανό σπίτι, αλλά δεν υπήρξε χημεία με τους ιδιοκτήτες του. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης αυτού του σπιτιού και του πρότεινε να συναντηθούν στις 8:30 το πρωί σε ξενοδοχείο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. «Σκέφτηκα, Έλληνας και ραντεβού τόσο νωρίς;» Πήγε. Στις εννιά ήρθε η σερβιτόρα. Ο κύριος παρήγγειλε ουίσκι. Τον κοίταξε. «Και για εσάς;» «Το ίδιο», απάντησε, «αλλά διπλό». Κάπου εκεί, ανάμεσα σε δυο ουίσκι, την ώρα που οι υπόλοιποι ψάχνουμε ακόμη τον πρώτο καφέ, κατάλαβαν ότι θα τα βρουν. Μου εξηγεί ότι πρέπει να βρίσκεις τα κουμπιά των ανθρώπων. Ότι μπήκε στη δική του συνθήκη και αυτό τον «έλυσε». Μισή ώρα αργότερα είχε αγοράσει το σπίτι. «Αυτό, αν μη τι άλλο, λέγεται χημεία», του λέω και γελάμε.
Ο παλιός ιδιοκτήτης τού αφηγήθηκε την ιστορία του κτιρίου που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα – τμήμα του προστέθηκε αργότερα, στον Μεσοπόλεμο. Το όνομα του αρχιτέκτονα δεν έχει βρεθεί στα αρχεία, υπάρχουν όμως έντονες βιεννέζικες αναφορές, ιδιαίτερα στα κουφώματα.
«Και κάπως έτσι άρχισε η αποκατάσταση ή, για να το πω σωστότερα, η διάσωση του κτιρίου», εξηγεί. Άλλωστε, ο Αλεσάντρο έχει διαλέξει αυτόν ακριβώς τον δρόμο στην καριέρα του στην αρχιτεκτονική. Δεν τον ενδιαφέρει το καινούργιο. «Νιώθω διασώστης της ομορφιάς». «Και πώς αποφάσισες πώς ήθελες να φτιάξεις αυτό το σπίτι;» ρωτάω. «Κοίταξα το layout και αναρωτήθηκα αν μπορεί να λειτουργήσει σήμερα. Δεν ήθελα να το αλλάξω. Άλλαξα μόνο τις λειτουργίες».





Η παλιά κουζίνα έγινε μπάνιο, η τραπεζαρία υπνοδωμάτιο, το γραφείο άλλαξε θέση. Το κέλυφος όμως παρέμεινε. Τα κουφώματα αντικαταστάθηκαν για λόγους μόνωσης, αλλά κατασκευάστηκαν στη Γερμανία ως πιστά αντίγραφα των παλιών. Οι αυθεντικές πόρτες αναπαλαιώθηκαν. Τα γύψινα στοιχεία αντιγράφηκαν με καλούπια και επανήλθαν στις θέσεις τους μετά τις νέες εγκαταστάσεις. «Ό,τι έχει σπάσει, ό,τι είναι παλιό, το φροντίζω με αγάπη. Δεν θέλω να το φτιάξω ώστε να φαίνεται καινούργιο. Θέλω να το αφήσω όπως ήταν, αλλά φρεσκαρισμένο».
Μιλάμε για την Ιταλία, της οποίας την αρχιτεκτονική σέβεται ακριβώς γι’ αυτή τη σχέση που έχει με τον χρόνο. «Στην Ιταλία η αποκατάσταση είναι επιστήμη. Ο Ιταλός βλέπει ότι έχει φύγει λίγο το χρώμα από έναν τοίχο, ότι υπάρχει μια γρατζουνιά, και δεν τον νοιάζει. Ζει μαζί με αυτό, και έτσι τον χρόνο τον κάνει σύμμαχο». Η αναπαλαίωση, λέει, δεν είναι ανακαίνιση. «Δεν θέλω ψέμα. Θέλω την αλήθεια. Την αλήθεια κάθε σπιτιού» μου λέει και όταν κοιτάς γύρω του νιώθεις ότι το εννοεί.
Τον ρωτάω για τα έπιπλα. Όταν αγόρασε το σπίτι, δεν υπήρχαν έπιπλα. «Το άδειασα εντελώς. Ήθελα να βάλω τα δικά μου πράγματα». Και τα πράγματα άρχισαν να καταφθάνουν από παντού. Ένα βαθύ κόκκινο μάρμαρο που έχει βάλει στην κουζίνα μαθαίνω πως ήρθε από την Ανατολία. Μια παλιά μαρμάρινη οθωμανική κατασκευή βρέθηκε στο Çukurcuma της Κωνσταντινούπολης και μετατράπηκε σε νεροχύτη. Ένα φωτιστικό art déco βρέθηκε στην Αθήνα, όπως και ένα γερμανικό της δεκαετίας του ’70. Mουράνo, παλιά γαλλικά έπιπλα, αντικείμενα από δημοπρασίες της Βιέννης, γλυπτά, βιβλία, κεραμικά, όλα έχουν κάτι να πουν.
Στην κουζίνα υπάρχει μια φωτογραφία ενός παιδικού του φίλου, Βραζιλιανο-λιβανέζου φωτογράφου, από ένα ταξίδι στο Αφγανιστάν. Δυο χέρια αγγίζουν ένα ψωμί με σχεδόν τελετουργική ευλάβεια. «Μου άρεσε ο σεβασμός με τον οποίο αγγίζει το ψωμί. Γι’ αυτό την έβαλα στην κουζίνα».
Το τραπέζι της τραπεζαρίας είναι δημιουργία του Mάουρο Mόρι, του Ιταλού καλλιτέχνη με τον οποίο συνεργάζεται εδώ και περίπου τριάντα χρόνια – είναι από χαλκό και βαθυκόκκινο ξύλο. Γύρω του, καρέκλες διαφορετικής προέλευσης και εποχής, γιατί εδώ τίποτα δεν χρειάζεται να είναι σετ.
Ένας καθρέφτης που μοιάζει βασιλικός έχει έρθει από τον βιεννέζικο οίκο δημοπρασιών Dorotheum. Έργα Ιταλών και Βραζιλιάνων καλλιτεχνών συναντούν τον ρωσικό κονστρουκτιβισμό. Τρία παλιά γράμματα ενός φίλου του έχουν κορνιζαριστεί και μετατραπεί σε έργα τέχνης. Κάπου αλλού βρίσκεται ένας Τζίο Πόντι. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας Φασιανός. Ένας ολόκληρος τοίχος με χάλκινα πουλάκια στην είσοδο είναι εντυπωσιακός. Μου διηγείται ότι είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά τον Αλέκο Φασιανό και τον θαύμαζε μέχρι το τέλος της ζωής του, όταν πια δεν μιλούσε πολύ, αλλά δεν σταματούσε να δημιουργεί.







H συζήτηση πηγαίνει και στη Βραζιλία, τη χώρα όπου μεγάλωσε. «Τρεις χώρες με έχουν επηρεάσει βαθιά», μου λέει. Και μετά, φυσικά, γίνονται τέσσερις, πέντε, έξι, γιατί η γεωγραφία του Aλεσάντρο αρνείται πεισματικά να χωρέσει σε μια βαλίτσα.
Η Βραζιλία είναι τα παιδικά του χρόνια. Οι άνθρωποι, ο ήλιος, η φύση. «Η φύση στη Βραζιλία είναι καταπληκτική. Μεγάλωσα μέσα σε αυτήν. «Η Βραζιλία όμως είναι πάντα η μητέρα» λέει νοσταλγικά και αναφέρεται σε μια Ρωσίδα μαμά που τον δίδαξε αισθητική και πειθαρχία, που τον έμαθε να αναζητά το ωραίο σε κάθε γωνιά της γης. Ίσως γι’ αυτό έγινε πολίτης του κόσμου. Έζησε στην Ιταλία, στη Γερμανία, στο Λος Άντζελες· διατηρούσε για πέντε χρόνια τη δική του γκαλερί/επιχείρηση interior. Αλλά από όλους τους τόπους, τον κέρδισε η Ελλάδα.
Θυμάται πως πριν από πολλά χρόνια, σε ένα μαγαζί στη Θεσσαλονίκη, άκουσε ένα τραγούδι της Φλέρυς Νταντωνάκη. Δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, αλλά κάτι στον ήχο της τον συγκίνησε τόσο βαθιά ώστε θέλησε να μάθει ελληνικά. Και έτσι έγινε. «Η Ελλάδα μού κέρδισε την ψυχή».
Τον ρωτάω τι είναι αυτό που τον κράτησε εδώ. Πρώτα μιλάει για τους ανθρώπους. «Μου έδωσαν τρυφερότητα και φιλότιμο. Ο Έλληνας θέλει παρέα, θέλει σχέσεις, κουβέντα, ωραίο φαγητό. Και αυτή είναι η ωραία πλευρά της ζωής». Μετά το φως. «Έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν παντού όμορφα μέρη. Δεν λέω ότι η Ελλάδα είναι η ομορφότερη χώρα. Αλλά αυτό το φως…» Και τέλος η θάλασσα.
Ο Aλεσάντρο δεν σταματά να ταξιδεύει. Πρόσφατα ολοκλήρωσε ένα σπίτι στο Μπιλμπάο, όπου χρησιμοποίησε ένα βραζιλιάνικο ημιδιαφανές μάρμαρο που αλλάζει με το φως. Μου δείχνει φωτογραφίες – είναι πανέμορφο. Μου εξηγεί ότι ουσιαστικά δουλεύει μόνος. «Είμαι one-man-show company», διευκρινίζει και σηκώνει τους ώμους σαν να δηλώνει ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Θεωρεί ότι έχει την ικανότητα να οραματίζεται έναν χώρο προτού διαμορφωθεί, να τον βλέπει ολοκληρωμένο. Είχε διακρίνει και σε αυτό το σπίτι αρετές όταν ήταν ακόμη «γκρέμι»· το φαντάστηκε έτοιμο και με φρέσκα λουλούδια στα βάζα. «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την ομορφιά», δηλώνει.






Το μπάνιο του με το μάρμαρο που ήρθε απ’ την Ανατολία είναι απ’ τα πιο ωραία μπάνια που έχω δει.
Στέκομαι αποσβολωμένη μπροστά στον τοίχο με τα αντικείμενα αυτόχθονων πληθυσμών του Αμαζονίου. Τα συλλέγει εδώ και χρόνια: τελετουργικές μάσκες, περίτεχνες κατασκευές από φτερά και φυτικές ίνες, αντικείμενα φτιαγμένα εξ ολοκλήρου στο χέρι. Είναι τόσο εντυπωσιακά που του λέω ότι πρέπει να τα εκθέσει. Τα αγγίζει σχεδόν με ευλάβεια, δείχνοντάς μου τις λεπτομέρειες. «Αυτό αγαπάω. Τα αντικείμενα που φτιάχνει ο άνθρωπος. Και τώρα το χάνουμε αυτό σιγά σιγά», λέει. Μιλάει για το χειροποίητο, για τις ώρες δουλειάς που κρύβει ένα αντικείμενο, για μια γνώση που εξαφανίζεται.
Μπαίνουμε στο αγαπημένο του δωμάτιο, εκεί όπου κάθεται και διαβάζει. Το «χειμερινό», όπως το αποκαλεί, που είναι γι’ αυτόν καταφύγιο. Εδώ νιώθει προστατευμένος. Ξεχωρίζω τρία επιβλητικά έργα, αυτοπροσωπογραφίες ενός ζωγράφου των αρχών του περασμένου αιώνα, του Γερμενή. «Παίδαρος ο Γερμενής», αναφωνώ αυθόρμητα και γελάμε. Του λέω ότι αυτό το μικρό δωμάτιο είναι πράγματι σαν αγκαλιά και χαζεύω την πλούσια συλλογή από βιβλία, αρχιτεκτονικής και μη.
Τον τελευταίο καιρό διαβάζει πολύ για την αρχιτεκτονική από χώμα και για τον Αιγύπτιο Χασάν Φατί. Τον ενδιαφέρει όλο και περισσότερο το πώς μπορούμε να χτίζουμε απλούστερα και πιο οικολογικά. Μου δείχνει το βιβλίο του και καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοεί.
Η κουβέντα έχει επιστρέψει ακριβώς εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, στην ομορφιά. «Ερωτεύτηκα την αναπαλαίωση γιατί ένιωθα ότι την ομορφιά έπρεπε να τη σώσω, γι’ αυτό έκανα μεταπτυχιακό ακριβώς πάνω στην αναπαλαίωση». «Όντως αυτό είσαι. Διασώστης της ομορφιάς» του λέω. Το σκέφτεται για μια στιγμή. Χαμηλώνει το κεφάλι με σεμνότητα. «Είναι σημαντικό να μπορείς να αναγνωρίσεις αυτό που ήδη υπάρχει, να έχεις την υπομονή να το φροντίσεις και την ευγένεια να μην το πειράξεις περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται», λέει. Να αφήσεις τη γρατζουνιά, την πατίνα, το ξεθωριασμένο χρώμα, το σημάδι του ανθρώπου που πέρασε πριν από σένα. Να αφήσεις, δηλαδή, τον χρόνο να φαίνεται. Κάπως έτσι διασώζεις την ομορφιά.
Έφυγα με ένα αίσθημα αγαλλίασης. Όσο υπάρχουν άνθρωποι και σπίτια σαν του Aλεσάντρo, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.






