Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

11η Σεπτεμβρίου - Τα παθήματα που δεν έγιναν μαθήματα

Ο κόσμος των μυστικών υπηρεσιών είναι αγνώριστος 25 χρόνια μετά από εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου. Ομως το πιο πρόσφατο παρελθόν, τα αντικρουόμενα αφηγήματα και συμφέροντα και τα σημερινά φλέγοντα μέτωπα δείχνουν πως μέχρι σήμερα γίνονται οδυνηρά λάθη

Το πρώτιστο καθήκον μιας χώρας, όπως έχουν υπογραμμίσει αμέτρητοι ηγέτες ανά τις δεκαετίες, είναι να προστατεύει τον πληθυσμό της. Πριν από 25 χρόνια, όμως, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών απέτυχε παταγωδώς να το πράξει. Οι πληροφορίες υπήρχαν, όμως, κανείς δεν κατάφερε να συνδέσει εγκαίρως τα κομμάτια του παζλ. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, μαζί με την απάντηση που ακολούθησε καθόρισαν και, μάλιστα, σε παγκόσμιο επίπεδο, την εξωτερική πολιτική, την πολιτική ασφάλειας και τη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Την αποφράδα εκείνη ημέρα ο Φρανκ Γκάρντνερ, ανταποκριτής του BBC στη Μέση Ανατολή τότε, την ώρα που οι πιλότοι-καμικάζι της Αλ Κάιντα έριχναν τα αεροπλάνα που είχαν καταλάβει στους Δίδυμους Πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, μόλις είχε επιβιβαστεί σε ένα ταξί.

Κατευθυνόταν από την Ιερουσαλήμ προς το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν του Τελ Αβίβ, όταν ξαφνικά ο (παλαιστίνιος) οδηγός δυνάμωσε το ραδιόφωνο. «Κάτι σοβαρό συνέβη στην Αμερική», σχολίασε για τις επιθέσεις που θα στοίχιζαν τη ζωή σε 2.977 ανθρώπους. Ομως, όπως παρατηρεί ο έμπειρος βρετανός δημοσιογράφος (το 2004 έπεσε σε ενέδρα μαχητών της Αλ Κάιντα στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας και τα πυρά που δέχτηκε τον άφησαν παράλυτο από τα γόνατα και κάτω) οι επιθέσεις δεν ήταν ακριβώς… κεραυνός εν αιθρία. Η CIA γνώριζε, χρόνια πριν από το 2001, την ύπαρξη του δικτύου της ισλαμιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης καθώς και του αρχηγού της, του σαουδάραβα Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Μάλιστα η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ είχε ήδη συστήσει μια ειδική ομάδα με αποστολή τον εντοπισμό του. Εννέα ημέρες μετά από επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους ο νεότερος, κήρυξε τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας». Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και άλλων Δυτικών χωρών σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες αλλά και αποτυχίες. Μεταξύ των επιτυχιών περιλαμβάνονται σίγουρα τρομοκρατικές επιθέσεις που αποτράπηκαν καθώς και ύποπτοι που συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη, καταδικάστηκαν και κατέληξαν στη φυλακή. Ποια είναι, όμως, η συνολική εικόνα σήμερα; Πώς εξελίχθηκαν η συλλογή πληροφοριών, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και ο στρατηγικός σχεδιασμός κατά το ένα τέταρτο του αιώνα που μεσολάβησε από την χειρότερη τρομοκρατική επίθεση στην ιστορία των ΗΠΑ;

Μια κολοσσιαία αποτυχία

Το ότι η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μια κολοσσιαία αποτυχία της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός εδώ και πολύ καιρό. Στην τελική τους έκθεση τα μέλη της Επιτροπής για την 11η Σεπτεμβρίου καταλόγισαν στην αμερικανική κυβέρνηση «έλλειμμα διορατικότητας, πολιτικής, επιχειρησιακών δυνατοτήτων και συντονισμού», καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η CIA και το FBI απέτυχαν να αξιολογήσουν σωστά τα δεδομένα, να ανταλλάξουν κρίσιμες πληροφορίες και να δράσουν αποτελεσματικά.

Το συγκεκριμένο τραγικότατο πάθημα έγινε -αν και όχι ολοκληρωτικά- μάθημα, με αποτέλεσμα σήμερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διάφορων υπηρεσιών πληροφοριών (της κάθε χώρας αλλά και σε διακρατικό επίπεδο) να είναι σαφώς βελτιωμένη. Ο βρετανός δημοσιογράφος αναφέρεται ενδεικτικά στην πατρίδα του, όπου οι παλιές αντιπαλότητες, για παράδειγμα, μεταξύ της MI5 και της αντιτρομοκρατικής αστυνομίας έχουν πλέον εκλείψει. Αρχικά δημιουργήθηκαν περιφερειακά «κέντρα συγχώνευσης πληροφοριών» σε ολόκληρη τη Βρετανία και πιο πρόσφατα ιδρύθηκε στο Λονδίνο το Κέντρο Αντιτρομοκρατικών Επιχειρήσεων.

Εκεί αξιωματικοί πληροφοριών της MI5 συνεργάζονται πλέον στενά με αστυνομικούς της αντιτρομοκρατικής (αποστολή των οποίων είναι να αναλαμβάνουν άμεσα δράση στο πεδίο) ενώ δίπλα τους μπορεί να κάθεται ένας ομοσπονδιακός πράκτορας του FBI. Εκ βάθρων αναδιοργανώθηκαν, φυσικά, και οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, με τη δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, λίγο έξω από την Ουάσιγκτον, και της θέσης του επικεφαλής της κοινότητας πληροφοριών των ΗΠΑ (Director of National Intelligence) δουλειά του οποίου είναι να επιβλέπει και τις 18 ξεχωριστές υπηρεσίες πληροφοριών της Αμερικής. Η σχέση της CIA με τη βρετανική αντίστοιχη υπηρεσία, τη Secret Intelligence Service (MI6) είναι ίσως η στενότερη στον κόσμο. Η συνεργασία μεταξύ των δύο υπηρεσιών ενισχύεται και από τη δράση της συμμαχίας Five Eyes, μέσω της οποίας οι ΗΠΑ, η Βρετανία, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία συλλέγουν, ανταλλάσσουν και διασταυρώνουν κρίσιμες πληροφορίες.

Τα λάθη συνεχίζονται

Και όμως, ολέθρια σφάλματα στη συλλογή πληροφοριών, την αξιολόγηση των δεδομένων και τον στρατηγικό σχεδιασμό συνέχισαν να σημειώνονται ακόμα και μετά από την τραγωδία της 11ης Σεπτεμβρίου. Ενόψει, για παράδειγμα, της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003, η MI6 επέτρεψε άστοχα την πολιτική χειραγώγηση των πληροφοριών της, με αποτέλεσμα να υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα στη φήμη της από την εποχή της προδοσίας του διπλού κατασκόπου Κιμ Φίλμπι και των άλλων σοβιετικών πρακτόρων που δρούσαν στο εσωτερικό της κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Υπό το βάρος της ασφυκτικής πολιτικής πίεσης από την Ουάσιγκτον να προσκομιστούν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Ιράκ του προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν εξακολουθούσε να διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής, η MI6 παρείχε στην κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ πληροφορίες που ήταν, όμως, εσφαλμένες. Το Ιράκ πράγματι διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής στο παρελθόν, όμως όλα είχαν καταστραφεί μετά από τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Μετά από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, η MI6 προχώρησε σε πλήρη αναδιάρθρωση του τρόπου με τον οποίο αξιολογεί τις πρωτογενείς πληροφορίες που φτάνουν από τους πράκτορες στο πεδίο.

Σήμερα υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στους χειριστές πρακτόρων (αποστολή των οποίων είναι να συλλέγουν πληροφορίες από πηγές σε χώρες όπως το Ιράν και η Βόρεια Κορέα ή στο εσωτερικό τρομοκρατικών οργανώσεων) και την ομάδα σύνταξης αναφορών, η οποία έχει την ευθύνη να ελέγχει και να αμφισβητεί αυτές τις πληροφορίες, συχνά επιστρέφοντάς τες στους χειριστές και ζητώντας πρόσθετη τεκμηρίωση. «Ο πόλεμος στο Ιράκ βασίστηκε σε πληροφορίες που σε μεγάλο βαθμό ήταν εσφαλμένες», δήλωσε στο BBC, ο απόστρατος στρατηγός σερ Ρίτσαρντ Σίρεφ, διοικητής μεραρχίας στο Ιράκ τότε. «Πήραμε το μάθημά μας; Οχι, θεωρώ ότι δυσκολευόμαστε να διδαχθούμε από τα λάθη μας… Για έναν διοικητή στο πεδίο, ήταν ολοφάνερο ότι οδεύαμε προς μια στρατηγική αποτυχία», πρόσθεσε.

Η αποτυχία της 7ης Ιουλίου

Αλλά και η MI5, η υπηρεσία ασφαλείας της Βρετανίας, είχε μια σειρά από τραγικές αποτυχίες -μεταξύ πολλών αδιαμφισβήτητων επιτυχιών- στην αποτροπή τρομοκρατικών επιθέσεων. «Μετά από την 11η Σεπτεμβρίου η εκτίμηση ήταν ότι η πλέον πιεστική απειλή ασφαλείας για τη χώρα ήταν η τρομοκρατική απειλή από την Αλ Κάιντα και από άτομα και οργανώσεις που συνδέονταν με αυτήν», όπως εξήγησε στο BBC ο λόρδος Τζόναθαν Εβανς, επικεφαλής της MI5 από το 2007 έως το 2013.

Ομως με μια βάση δεδομένων που τότε περιλάμβανε περισσότερα από 20.000 «πρόσωπα ενδιαφέροντος» και με πολλές έρευνες εν εξελίξει ταυτόχρονα, η MI5 αντιμετώπιζε (και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει) καθημερινά το δύσκολο έργο της ιεράρχησης των πληροφοριών, και ορισμένες φορές οι εκτιμήσεις δεν ήταν σωστές, όπως αποδείχθηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο την 7η Ιουλίου του 2005, ημέρα κατά την οποία σκοτώθηκαν 52 άνθρωποι στο πλαίσιο μιας σειράς βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας σε ΜΜΜ του Λονδίνου. Η Υπηρεσία Ασφαλείας γνώριζε τον Μοχάμεντ Σιντίκ Χαν, ο οποίος αποδείχθηκε ότι ήταν ο εγκέφαλος των επιθέσεων, αλλά δεν γνώριζε τι προετοιμαζόταν να κάνει.

Σήμερα η τρομοκρατική απειλή δεν έχει, προφανώς, εκλείψει. Ομως, όπως σημείωσε ο πρώην επικεφαλής της MΙ5 «η εικόνα έχει αλλάξει. Η τρομοκρατία από μη κρατικούς φορείς εξακολουθεί να προκαλεί μεγάλη ανησυχία, όμως οι κρατικές απειλές καθίστανται ολοένα πιο σοβαρές και αποτελούν τουλάχιστον εξίσου σημαντική απειλή για την εθνική ασφάλεια με την τρομοκρατία από μη κρατικούς φορείς. Οι απειλές αυτές προέρχονται, με διαφορετικές μορφές, από τη Ρωσία, το Ιράν και τους πληρεξουσίους τους καθώς και από την Κίνα».

Η άνοδος της Ρωσίας και της Κίνας

«Περάσαμε τα πρώτα 20 χρόνια αυτού του αιώνα εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στην αντιτρομοκρατία και την καταστολή αντάρτικων οργανώσεων», δήλωσε ο σερ Αλεξ Γιάνγκερ, επικεφαλής της MI6 από το 2014 έως το 2020. «Χάσαμε την άνοδο της Κίνας ως στρατιωτικής δύναμης και ως στρατηγικής πρόκλησης». Οσο για τη Ρωσία, ο Ρίτσαρντ Σίρεφ (ο απόστρατος βρετανός στρατηγός που μετείχε στον πόλεμο του Ιράκ) το 2013 έγραψε το «Πόλεμος με τη Ρωσία», ένα πολιτικό θρίλερ στο οποίο προέβλεπε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Πολύ λίγοι, όμως, το διάβασαν.

Οπως συνοψίζεται στο δημοσίευμα του BBC, στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου και του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας» που ακολούθησε, ενώ τα κράτη της Δύσης εστίαζαν στη μάχη κατά των Ταλιμπάν και του Ισλαμικού Κράτους και στην (αποτυχημένη) απόπειρα διαχείρισης του χάους που επικρατούσε στο Ιράκ, η Ρωσία και η Κίνα έθεταν σε εφαρμογή κολοσσιαία εξοπλιστικά προγράμματα, καταφέρνοντας, τελικά, ανά τα χρόνια, να περιορίσουν σημαντικά το στρατιωτικό πλεονέκτημα που απολάμβανε κάποτε το ΝΑΤΟ.

Ομως «το λάθος της Δύσης μετά από την 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν απλώς ότι είχε την προσοχή της στραμμένη μόνο στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας», σημείωσε ο Σαμ Ολσεν, επικεφαλής αναλυτής στην εταιρεία ανάλυσης πληροφοριών ασφαλείας Sibylline. «Παρερμήνευσε επίσης τη φύση της ανόδου της Κίνας, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η οικονομική ενσωμάτωση θα οδηγούσε σε πολιτική σύγκλιση». Η Κίνα (όπως και το Ιράν, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα) θεωρείται «δύσκολος στόχος» για τη συλλογή πληροφοριών. Το 2001 η ανάλυση βιομετρικών δεδομένων βρίσκονταν σε πολύ πρώιμο στάδιο, σήμερα, όμως, διάφορες τεχνολογίες (όπως η αναγνώριση προσώπου και φωνής και η σάρωση ίριδας) καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την αποστολή πρακτόρων πέρα από σύνορα χωρίς να εντοπίζονται.

Πόσο καλά -ή πόσο ανεπαρκώς- κατανοούν, λοιπόν, σήμερα οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών την Κίνα; «Οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών κατανοούν πάρα πολλά για την Κίνα», απαντάει ο Σαμ Ολσεν της Sibylline. Το πρόβλημα, όμως, σύμφωνα με τον βρετανό ειδικό «είναι ότι βλέπουν τα επιμέρους κομμάτια χωρίς να κατανοούν πάντα τι προκύπτει από τον συνδυασμό τους. Η κινεζική ισχύς πλέον δεν περιορίζεται μόνο σε πλοία, πυραύλους και στρατεύματα. Εγκειται ολοένα περισσότερο στους ημιαγωγούς, στα κρίσιμα ορυκτά, στις μπαταρίες, στα λιμάνια, στις τηλεπικοινωνίες και στη βιομηχανική παραγωγική ικανότητα. Επομένως, το πρόβλημα συχνά είναι λιγότερο η αποτυχία συλλογής πληροφοριών και περισσότερο η αποτυχία στρατηγικής ερμηνείας τους».

Πριν από είκοσι πέντε χρόνια οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών διέθεταν πράγματι επιμέρους κομμάτια του παζλ όμως, συλλογικά, απέτυχαν να τα ενώσουν, ώστε να έβλεπαν καθαρά τι ερχόταν και να προσπαθούσαν να το αποτρέψουν. Αυτό σημαίνει πως όσο ικανή κι αν είναι μια χώρα στη συλλογή πληροφοριών, δεν μπορεί να κερδίσει το όποιο στρατηγικό πλεονέκτημα εάν δεν ξέρει πως να τις αξιοποιεί.

Ενας νέος αγνώριστος κόσμος

Είναι σαφές ότι ο κόσμος των μυστικών υπηρεσιών έχει καταστεί σχεδόν αγνώριστος στα 25 χρόνια που έχουν περάσει από εκείνο το ανέφελο πρωινό του Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Και με την έλευση της ΤΝ και των κβαντικών υπολογιστών, οι αλλαγές όχι μόνο θα συνεχιστούν, αλλά σε ορισμένους τομείς θα επιταχυνθούν ραγδαία. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο δημοσιογράφος του BBC, σε έναν κόσμο γεμάτο αντικρουόμενα αφηγήματα και συμφέροντα, σε δυνάμει μοιραία σφάλματα (ανάλυσης πληροφοριών ή στρατηγικού σχεδιασμού) δεν υποπίπτουν μόνον οι μυστικές υπηρεσίες της Δύσης. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η καταστροφική πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 καθώς και η «11η Σεπτεμβρίου» του Ισραήλ, όπως χαρακτηρίστηκε από κάποιους η σφαγή της 7ης Οκτωβρίου του 2023.

Πάντως το πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτυχίας των μυστικών υπηρεσιών από την άποψη της στρατηγικής διορατικότητας και του συναφούς σχεδιασμού ήταν η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ, τον περασμένο Φεβρουάριο, να μετάσχει στον πόλεμο κατά του Ιράν. Ολοι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο γνώριζαν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος το Ιράν να απαντήσει, κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ. Οι προειδοποιήσεις υπήρχαν κι όμως ο Τραμπ δεν είχε, όπως αποδείχθηκε, μια εναλλακτική τακτική, όταν το Ιράν έκανε ακριβώς αυτό που είχε προειδοποιήσει ότι θα κάνει, προκαλώντας τεράστια αναστάτωση (η οποία συνεχίζεται και επιδεινώνεται) στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. 

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.