Γερμανία - Μια χώρα σε παρακμή στρίβει ακροδεξιά και υπερεξοπλίζεται – Ανησυχία στην Ευρώπη
Πληγωμένο και στριμωγμένο μετά και το «χαστούκι» της Σαξονίας το ευρωπαϊκό «δημοκρατικό τόξο», κάνει αγώνα δρόμου για να ανασυνταχθεί μέχρι τις επόμενες μεγάλες εκλογικές μάχες, όμως μοιάζει να μην έχει πιάσει το νόημα
Aυτή τη φορά, κανείς δεν μπορεί να πει ότι εξεπλάγη. Η επικράτηση του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ ήταν αναμενόμενη, αφού καταγραφόταν σε όλες τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις.
Αλλά το σοκ παραμένει: το φιλοναζιστικό κόμμα απέτυχε οριακά να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε ευτυχώς δεν θα καταφέρει να υλοποιήσει άμεσα τη φιλοδοξία του να σχηματίσει την πρώτη ακροδεξιά περιφερειακή κυβέρνηση στη Γερμανία μετά την εποχή των ναζί.
Ωστόσο, το οριακό αποτέλεσμα ανησυχεί τους αναλυτές για τις επόμενες εκλογικές διαδικασίες. Οχι μόνο για αυτές που θα γίνουν σύντομα σε άλλα γερμανικά κρατίδια, αλλά και για εκείνες που θα πραγματοποιηθούν σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, η Αυστρία, η Ισπανία, ακόμα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Την ίδια στιγμή, οι πανηγυρισμοί Τραμπ, Μασκ και αντ’ αυτών του Πούτιν ενισχύουν αυτήν την ανησυχία.
Αν δει κανείς τα νούμερα, σχηματίζει μια ιδέα. Στις προηγούμενες εκλογές του 2021, το AfD είχε συγκεντρώσει «μόνο» ένα 20% των ψήφων. Την περασμένη Κυριακή, έφτασε το 44%! Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο μέσος όρος των ποσοστών της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη κυμαίνεται γύρω στο 25%.
Πόσος χρόνος απομένει για τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου να ανατρέψουν αυτήν την πορεία; Τι θα πρέπει να κάνουν τα κόμματα εξουσίας, αλλά και η Αριστερά σε αυτό που φαίνεται να έρχεται;

Η «Εφ.Συν.» μίλησε με τον Κας Μούντε (Cas Mudde), έναν από τους πιο διακεκριμένους και επιδραστικούς Ολλανδούς πολιτικούς επιστήμονες παγκοσμίως, που είναι γνωστός για το ακαδημαϊκό του έργο πάνω στον λαϊκισμό, την Ακροδεξιά και τον πολιτικό εξτρεμισμό. Είναι συγγραφέας -μεταξύ άλλων- του βιβλίου «Η Ακροδεξιά σήμερα» και κατέχει την έδρα Stanley Wade Shelton UGAF Διεθνών Υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια.

Στην κουβέντα προσθέσαμε και την Ταμπέα Σούμαν, η οποία είναι αναλύτρια πολιτικής στο Εκτελεστικό Γραφείο του European Policy Centre (Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής). Πρόκειται για μια δεξαμενή σκέψης με έδρα τις Βρυξέλλες, που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στον ευρωπαϊκό χώρο και συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο με σημαντικές παρατηρήσεις και προτάσεις.
«Η Ακροδεξιά ήρθε για να μείνει, αφού είναι η κύρια εκπροσώπηση μιας υποκείμενης ξενοφοβικής αντίδρασης στις ολοένα και πιο πολυπολιτισμικές κοινωνίες», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Κας Μούντε.
«Ενώ άλλα κόμματα μπορούν ενδεχομένως να αναλάβουν τον ρόλο ενός γενικού κόμματος διαμαρτυρίας ή της φωνής των “οικονομικά ανήσυχων”, η Ακροδεξιά θα είναι πάντα στην καλύτερη θέση για να επωφεληθεί από ζητήματα που είναι ριζοσπαστικοποιημένα», λέει.
«Η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν είναι πλέον απλώς μια ψήφος διαμαρτυρίας», συμφωνεί η Ταμπέα Σούμαν. «Αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη και πιο διαρκή μετατόπιση στην ευρωπαϊκή πολιτική. Πολλοί ψηφοφόροι βλέπουν πλέον αυτά τα κόμματα ως αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, όχι απλώς ως φορείς απογοήτευσης. Εκτός εάν τα κυρίαρχα κόμματα αντιμετωπίσουν τις υποκείμενες οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις, αυτή η τάση είναι πιθανό να συνεχιστεί».
Πώς φτάσαμε ώς εδώ;
Θέλοντας να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, τους ρωτήσαμε τι έχει πάει τόσο στραβά στην Ευρώπη, αφού όσο ακραία και να είναι τα ακροδεξιά κόμματα συγκεντρώνουν ευρεία υποστήριξη των πολιτών.
«Αυτή είναι μια εξαιρετικά δύσκολη ερώτηση», παραδέχεται ο καθηγητής. «Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η πολιτική συμπεριφορά καθοδηγείται από τη σχετική στέρηση και όχι από την απόλυτη στέρηση», μας λέει. «Πολλοί είναι δυσαρεστημένοι επειδή πιστεύουν ότι άλλοι άνθρωποι, τους οποίους θεωρούν “ανάξιους” (κυρίως μειονότητες και μετανάστες), ζουν καλύτερα από τους ίδιους – κάτι που σχεδόν πάντα είναι αντικειμενικά ψευδές. Πολλοί άλλοι αισθάνονται επίσης ότι το σύστημα δεν λειτουργεί προς όφελός τους και ότι ο κόσμος δεν νοιάζεται για ανθρώπους σαν αυτούς – κάτι που, τουλάχιστον εν μέρει, είναι συχνά αλήθεια», τονίζει.
«Ωστόσο, πολλά από αυτά ίσχυαν και πριν από αρκετές δεκαετίες, όταν δεν ψήφιζαν την Ακροδεξιά. Αυτό που παίζει σημαντικό ρόλο είναι το περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης, τόσο των κοινωνικών δικτύων όσο και των παραδοσιακών, το οποίο έχει γίνει πολύ πιο επικριτικό απέναντι στην “ελίτ” και τροφοδοτεί τον ανταγωνισμό. Τέλος, ζούμε σε κοινωνίες πολύ πιο οριζόντιες από ό,τι στο παρελθόν, οπότε οι άνθρωποι τολμούν πλέον να επικρίνουν τους ηγέτες τους», επισημαίνει.
«Η άνοδος της Ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη καθοδηγείται από παρόμοιες δυναμικές: οικονομική ανασφάλεια, δυσπιστία στους θεσμούς, πόλωση και την αίσθηση ότι τα κυρίαρχα κόμματα δεν έχουν υλοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις», σημειώνει η Τ. Σούμαν. «Σε πολλές χώρες, τα ακροδεξιά κόμματα ήταν επίσης πιο αποτελεσματικά στην προσφορά απλών αφηγήσεων και σαφών ταυτοτήτων. Οργανώνονται όλο και περισσότερο πέρα από τα σύνορα και μοιράζονται κοινά μηνύματα για την κυριαρχία, τη μετανάστευση και την πολιτισμική αλλαγή».
Τι πρέπει να κάνουν τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου;
Με δεδομένο ότι η Ακροδεξιά καλπάζει στην Ευρώπη, ο Κας Μούντε λέει ότι ίσως να μην απομένει πολύς χρόνος. Για τον λόγο αυτό, «οφείλουμε να επικαιροποιήσουμε τις αναλύσεις και τις στρατηγικές μας». Ειδικά τα κόμματα εξουσίας είναι εξαιρετικά σημαντικό να λάβουν το μήνυμα.
«Η απάντηση σε αυτή την τάση απαιτεί μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τα κυβερνώντα κόμματα επικοινωνούν και κυβερνούν», καταγράφει η αναλύτρια του EPC. Την τελευταία δεκαετία, πολλά κυρίαρχα κόμματα έχουν υιοθετήσει ακροδεξιά αφηγήματα ή έχουν κάνει αμυντικές εκστρατείες εναντίον τους. Αυτό δεν έχει λειτουργήσει. Αντίθετα, τα κυβερνώντα κόμματα πρέπει να διατυπώσουν ένα θετικό, προοδευτικό σχέδιο, να υλοποιήσουν ορατές μεταρρυθμίσεις και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη μέσω της ικανότητας, της σαφήνειας και της ειλικρίνειας. Χρειάζονται επίσης μια συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση, επειδή η Ακροδεξιά λειτουργεί ήδη σε διακρατικό επίπεδο».
Στο ίδιο πλαίσιο απαντά και ο καθηγητής Μούντε. «Οι έρευνες δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων υποστηρίζει τη δημοκρατία και τη θεωρεί το καλύτερο πολιτικό σύστημα, αλλά σε πολλές χώρες η πλειοψηφία των ανθρώπων πιστεύει επίσης ότι η δημοκρατία τους δεν λειτουργεί καλά. Επιπλέον, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, πολλοί άνθρωποι έχουν μια προβληματική άποψη για τη δημοκρατία, σύμφωνα με την οποία αποδέχονται παραβιάσεις των δικαιωμάτων των άλλων εάν η κυβέρνηση τους παρέχει τα πράγματα που θέλουν», εξηγεί ο καθηγητής.
Η άποψή του είναι ότι η αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς δεν μπορεί να περιορίζεται στον αποκλεισμό της από την εξουσία (τύπου «Brandmauer”» ή «cordon sannitaire») ή στην προσπάθεια απαγόρευσης των ακροδεξιών κομμάτων. Τέτοιες πρακτικές μπορεί να ενισχύσουν την πολιτική δυσαρέσκεια, καθώς δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα του ίδιου του πολιτικού συστήματος.
Τα δημοκρατικά κόμματα πρέπει να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, παρουσιάζοντας ρεαλιστικά και συγκεκριμένα προγράμματα και όχι στηριζόμενα μόνο στη λογική του «μικρότερου κακού». Απαιτείται συνεργασία μεταξύ των φιλελεύθερων δημοκρατικών κομμάτων για την προστασία των δημοκρατικών θεσμών, της Δικαιοσύνης, της ανοχής και της συμπερίληψης. Παράλληλα, πρέπει να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά οι κοινωνικές ανησυχίες: η έλλειψη κατοικίας, οι οικονομικές και εισοδηματικές ανισότητες, η κλιματική κρίση και η ευρωπαϊκή ενοποίηση, πέρα από τα ζητήματα εγκληματικότητας και μετανάστευσης.
Και η Αριστερά;
Αλλά και η Αριστερά οφείλει να ανασυγκροτηθεί και να δώσει πιο πειστικές απαντήσεις, όπως επισημαίνει ο καθηγητής. «Η Αριστερά αποτυγχάνει για διάφορους λόγους. Η Κεντροαριστερά θεωρείται μέρος του δεξιού κατεστημένου. Τα διάφορα «ριζοσπαστικά αριστερά» κόμματα συχνά θεωρούνται είτε παλιομοδίτικα (οι πρώην κομμουνιστές) είτε αστικά αφυπνισμένα. Επιπλέον, η πολιτική συζήτηση κυριαρχείται από κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση, όπου η Αριστερά συχνά είτε έχει λίγα να πει, είτε υιοθετεί μια ακροδεξιά ελαφριά θέση» σημειώνει ο καθηγητής Κας Μούντε.
Κατά την αναλύτρια Τ. Σούμαν, το συμπέρασμα από την άνοδο του αριστερού αντιμεταναστευτικού κόμματος της Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση είναι το μόνο ζήτημα που ωθεί τους ψηφοφόρους. «Είναι ένας σημαντικός παράγοντας, αλλά η επιτυχία του BSW αντικατοπτρίζει επίσης τη δυσαρέσκεια με το πολιτικό κατεστημένο γενικότερα. Το κόμμα συνδυάζει θέσεις κατά της μετανάστευσης με αριστερά οικονομικά μηνύματα, απευθυνόμενο σε ψηφοφόρους που αισθάνονται πολιτικά μη εκπροσωπούμενοι. Δείχνει ότι η απογοήτευση των ψηφοφόρων είναι πολυδιάστατη», καταλήγει.
Τριπλό σοκ, ανεπαρκείς απαντήσεις
Η ανατριχιαστική άνοδος της Ακροδεξιάς στις εκλογές στη Σαξονία-Ανχαλτ, που καταγράφεται όμως και στις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο, δεν είναι άσχετη με την «κρίση ταυτότητας» που βιώνει τα τελευταία χρόνια η Γερμανία και η οποία δεν έχει βρει απάντηση από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Η χώρα βιώνει ένα «τριπλό σοκ» με την παρατεταμένη οικονομική ύφεση, την απόσυρση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και το πολεμικό κλίμα στη σχέση της με τη Ρωσία.
Και στα τρία αυτά ζητήματα η κυβέρνηση Μερτς επέλεξε να δώσει μια «απάντηση ισχύος», εξαγγέλλοντας τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη και χρηματοδοτώντας αφειδώς την πολεμική βιομηχανία. Αυτό προωθείται ταυτόχρονα με μια επιθετική αναδιάρθρωση του κοινωνικού μοντέλου, ενισχύοντας φόβους για το αύριο σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας, που βλέπουν να χάνονται κεκτημένα και βεβαιότητες και αποτελούν εύκολο θύμα της δημαγωγίας της Ακροδεξιάς, η οποία έχει αποδείξει ότι ξέρει να εκμεταλλεύεται στο έπακρο όλες τις κρίσεις των τελευταίων ετών.

Γερμανία: Και στραβά αρμένιζε και ο γιαλός στράβωσε
Λανθασμένες επιλογές δεκαετιών, υπεροψία απέναντι σε παγκόσμιους ανταγωνιστές και εξελίξεις που πράγματι δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, όπως ο πόλεμος, μετέτρεψαν το «γερμανικό θαύμα» σε δράμα
Το 2017 ο Πέτερ Μπόφινγκερ, ο γνωστός οικονομολόγος που ανήκε τότε στην επιτροπή των πέντε σοφών της γερμανικής οικονομίας, σε μια παρέμβασή του στη «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε», κορωνίδα του συντηρητισμού, έκρουε τον κώδωνα για την ανάγκη επεξεργασίας μιας βιομηχανικής πολιτικής της Γερμανίας. Τότε κανείς δεν φανταζόταν τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η οικονομία της χώρας 10 χρόνια αργότερα. Σε απόλυτη αρμονία μεταξύ τους οι υπόλοιποι τέσσερις της επιτροπής τον κατηγόρησαν σε ένα άρθρο-απάντηση, στην ίδια εφημερίδα, ως κρατιστή και άσχετο με την οικονομία.
Ολοι τους ήταν λίγο-πολύ εκπρόσωποι της σχολής του «Ορντολιμπεραλισμού» της γερμανικής αυτής εκδοχής του οικονομικού φιλελευθερισμού (ordo σημαίνει τάξη) με τη σχεδόν θρησκευτική πίστη στη δύναμη του χεριού της αγοράς.
Ο Μπόφινγκερ φυσικά δεν ήταν οπαδός μιας «κρατικής οικονομίας». Βλέποντας όμως τον κίνδυνο από την επεκτατική πολιτική της Κίνας και την απάθεια με την οποία η κυβέρνηση του Βερολίνου αντιμετώπιζε τη «γήρανση» των υποδομών στη χώρα, θεωρούσε ότι χρειάζονταν στοχευμένες παρεμβάσεις για να προετοιμαστεί η χώρα για τον ανταγωνισμό των επόμενων ετών. Κάποιες χώρες της Ευρώπης, όπως η Ιταλία, είχαν ήδη αρχίσει να βιώνουν τις συνέπειες από το κύμα της κινεζικής επίθεσης σε τομείς όπως η κλωστοϋφαντουργία, η υποδηματοποιία και τα χαμηλού κόστους ηλεκτρονικά είδη.
Από τότε υπήρχαν εκθέσεις που μιλούσαν για το σχέδιο «Μade in China 2025» και τους κινδύνους που έρχονται για τη βαρύτερη βιομηχανία και ειδικά την αυτοκινητοβιομηχανία, τις οποίες είχε επικαλεστεί ο Μπόφινγκερ.
Μια από αυτές ανέλυε το μερίδιο της βιομηχανικής προστιθέμενης αξίας στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και το μερίδιο των υψηλών τεχνολογιών στη βιομηχανική προστιθέμενη αξία σε διάφορες χώρες. Και με τα δύο κριτήρια, η απειλή για τη γερμανική οικονομία από την κινεζική βιομηχανική πολιτική χαρακτηριζόταν ιδιαίτερα υψηλή.
Η κυβέρνηση Μέρκελ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε όλες αυτές τις προειδοποιήσεις.
Ακολούθησε βεβαίως μια πολιτική προσέγγισης με την Κίνα, με απανωτά ταξίδια στο Πεκίνο, όπου συνήθως τη συνόδευαν πολυάριθμες αντιπροσωπείες με κορυφαία στελέχη της γερμανικής οικονομίας. Το ζητούμενο ήταν συνήθως αποδοτικές επενδύσεις στην Κίνα που πολλοί την έβλεπαν ακόμα ως ευκαιρία και όχι ως απειλή.
Βεβαίως εκείνη την περίοδο η Γερμανία είχε το προνόμιο να έχει βγει παντοδύναμη -ή τουλάχιστον έτσι ένιωθε- από την κρίση του ευρώ, είχε το πλεονέκτημα της φτηνής ρωσικής ενέργειας και δεν είχε βιώσει το σπάσιμο της εφοδιαστικής αλυσίδας που προκάλεσαν μερικά χρόνια αργότερα η πανδημία αλλά και οι ακόλουθες πολεμικές συγκρούσεις.
Πάντως το 2019 και ενώ στον ορίζοντα διαφαινόταν η «μετα-Μέρκελ» εποχή, ο τότε υπουργός Οικονομίας και έμπιστος της καγκελαρίου, Πέτερ Αλτμαϊερ επιχείρησε να παρουσιάσει ένα εθνικό σχέδιο ενίσχυσης των στρατηγικών τομέων της γερμανικής βιομηχανίας. Και αυτός αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από τις κυρίαρχες ελίτ των σοφών της οικονομίας, επισήμων και ανεπισήμων, στη χώρα.
Κρατική στήριξη
Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο βιομηχανικός κλάδος στη Γερμανία δεν απολάμβανε την κρατική στήριξη, με επιλογές που είχαν εδραιωθεί κυρίως από την περίοδο του Γκέρχαρντ Σρέντερ, είτε αυτό αφορούσε τη διασφάλιση φτηνής ενέργειας με τις συμφωνίες-μαμούθ για τους αγωγούς του Πούτιν, αλλά και με τη μεταρρύθμιση στον εργασιακό τομέα, που έγινε σε βάρος των εργαζομένων και προς όφελος της «ανταγωνιστικότητας» των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της περιβόητης «Ατζέντας 2010», που ο τότε καγκελάριος είχε περάσει παρά τις κοινωνικές αντιδράσεις τον Μάρτιο του 2003. Ομως υπάρχουν πάντα πράγματα που γίνονται, αλλά δεν λέγονται. Και οι Γερμανοί επιχειρηματίες προτιμούσαν να καμαρώνουν για την ποιότητα και αξιοπιστία των προϊόντων «Μade in Germany», ενός όρου που κάποτε είχαν εφεύρει οι Βρετανοί ακριβώς για να… μην αγοράζουν γερμανικά προϊόντα.
Γερασμένες υποδομές
Η γερμανική υπεροψία, η υποτίμηση της προόδου της Κίνας σε κρίσιμους τομείς της τεχνολογίας (π.χ. μπαταρίες ή ημιαγωγοί) και φυσικά οι γεωπολιτικές εξελίξεις των επόμενων ετών έφεραν στο φως τις συνέπειες της καθυστέρησης προσαρμογής της χώρας στα νέα δεδομένα.
Ο Μπόφινγκερ μιλούσε σταθερά για την ανάγκη επενδύσεων σε τομείς αιχμής για τις υποδομές της χώρας, όπως τα δίκτυα τηλεπικοινωνίας, οι συγκοινωνίες, τα τρένα, οι γέφυρες και πολλά άλλα. Η Ανγκελα Μέρκελ προτιμούσε να μιλάει για τη «Σουαβή νοικοκυρά» που δεν ξοδεύει ποτέ περισσότερα από όσα έχει στην τσέπη της, «μαγεμένη» ή «υποταγμένη» στην αυταρχική λογική του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που κρατούσε σταθερά το μαστίγιο της δημοσιονομικής λιτότητας και επέμενε να μεταφράζει πάντα το χρέος ως αμαρτία. (Η λέξη είναι κοινή στα γερμανικά: Schuld.)
Ετσι κάποια στιγμή και ενώ η κρίση στις σχέσεις με τη Ρωσία έδειχνε να χειροτερεύει και ο πόλεμος απλώς την επιβεβαίωσε, κάποιοι άρχισαν να μιλούν για τον «Γερμανό ασθενή», όπως έκαναν και την περίοδο 1999-2000 πριν ο Σρέντερ εξαφανίσει το πρόβλημα με το μαγικό ραβδάκι του.
Η διαβόητη Zeitenwende
Η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Ολαφ Σολτς και του Πράσινου Ρόμπερτ Χάμπεκ βρέθηκε μπροστά σε προβλήματα που τελικά την οδήγησαν σε παράλυση και της έφεραν τη ρετσινιά της χειρότερης μεταπολεμικής κυβέρνησης επειδή ακριβώς βρέθηκε μπροστά σε συσσωρευμένα προβλήματα δεκαετιών. (Αν και αυτόν τον τίτλο φαίνεται ότι θα της τον «κλέψει» η τωρινή κυβέρνηση.) Αλλά δεν είχε το θάρρος ούτε την ευρύτερη κοινωνική και οικονομική υποστήριξη για να αποκηρύξει τον ορντολιμπεραλισμό και να προχωρήσει σε γενναίες παρεμβάσεις με δημόσιες επενδύσεις. Εγκαινίασε μια περίοδο όπου τα χρέη μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο με αιτιολογία την αμυντική θωράκιση της χώρας. Ετσι προέκυψε η περιβόητη Zeitenwende, η «Αλλαγή Εποχής», με το πρώτο μεγάλο πακέτο των 100 δισεκατομμυρίων για την άμυνα. Θα ακολουθούσαν και άλλα πολύ μεγαλύτερα, από την κυβέρνηση Μερτς που καλλιεργώντας ένα πολεμικό κλίμα έδειξε να ποντάρει στη στροφή στην αμυντική βιομηχανία ως σανίδα σωτηρίας για να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση της οικονομίας. Οσοι μίλησαν κάποια στιγμή για τη μετατροπή της οικονομίας σε «πολεμική» από το 2023 και μετά ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα και αντιμετωπίστηκαν ως «φίλοι του Πούτιν».
Το σχέδιο Χάμπεκ
Το 2023 πάντως λίγο πριν από την κατάρρευση της τότε κυβέρνησης ο Ρόμπερτ Χάμπεκ παρουσίασε το δικό του σχέδιο με τίτλο «Βιομηχανική πολιτική για ένα σημείο καμπής», που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2023, όπου και υποστήριξε τη διατήρηση στρατηγικά σημαντικών βιομηχανιών στην Ευρώπη, την επιστροφή κάποιων χαμένων και την προσέλκυση νέων βασικών βιομηχανιών. Ωστόσο, η εργασία έτυχε της χειρότερης δυνατής αντιμετώπισης από τους «λάτρεις της αγοράς» οικονομολόγους. Με αδιαφορία.
Ηταν πάντως η εποχή που μεγάλες εταιρείες ακύρωναν μεγάλες επενδύσεις, όπως η Ιntel στη Σαξονία-Ανχαλτ που μας απασχόλησε τώρα με το εκλογικό της «σοκ».
Προς χάριν του πολέμου βεβαίως τον Μάρτιο του 2025 εγκαταλείφθηκε και η θρησκευτική προσήλωση στο «φρένο χρέους» που απαγορεύει τα δημόσια ελλείμματα. Για να πειστεί και η Σουαβή νοικοκυρά, τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δικαιολογήθηκαν και με σχέδια για έργα σε τομείς υποδομών ή εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Αλλά ο μεγάλος «τυχερός» ήταν η πολεμική βιομηχανία.
Σχολιάζοντας αυτή την εξέλιξη ο Μπόφινγκερ παραδέχτηκε ότι αυτή θα ήταν μια ευκαιρία για μια βιομηχανική πολιτική που θα μπορούσε στοχευμένα να αντιμετωπίσει τα δομικά προβλήματα της βιομηχανίας, εγκαταλείποντας τις εμμονές και τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Ομως βλέποντας στο τιμόνι του υπουργείου Οικονομίας την Κατερίνα Ράιχε, μια πρώην επιχειρηματία και λάτρη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών του Λούντβιγκ Ερχαρντ, του υπουργού και αργότερα καγκελάριου της δεκαετίας του 1960 και φανατικού οπαδού της «ελεύθερης αγοράς», ο Μπόφινγκερ έχασε τις όποιες ελπίδες του.
Σήμερα στο υπουργείο Οικονομίας κάνει κουμάντο μια ομάδα εκπροσώπων αυτής της σχολής, που άλλωστε εκπροσωπεί και το πνεύμα του φίλου της Ράιχε, καγκελάριου Μερτς.
Επιδότηση στην ακριβή ενέργεια
Η γερμανική κυβέρνηση προτιμά να επιδοτεί ουσιαστικά τις εταιρείες ενέργειας, που πουλούν στην αγορά ένα από τα ακριβότερα ρεύματα της Ευρώπης, μια πρακτική άλλωστε που είναι συμβατή με τη λογική της Κομισιόν.
Η (Γερμανίδα) Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ήταν άλλωστε αυτή που είχε σπεύσει να κλείσει συμφωνίες για αγορά LNG από τις ΗΠΑ πριν ακόμα ανατινάξουν μερικοί Ουκρανοί τους αγωγούς Nordstream. Για τους πολίτες αυτό σημαίνει πολλαπλάσιο κόστος σε σχέση με το παρελθόν.
Καμιά έκπληξη λοιπόν για την απήχηση συνθημάτων του ακροδεξιού AfD, που την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή διά στόματος της συμπροέδρου του Αλις Βάιντελ ζητούσε την επιστροφή στο φτηνό ρωσικό αέριο για να ανασάνουν οι πολίτες.
Η κυβέρνηση Μερτς προσπαθεί λοιπόν να «βοηθήσει» συγκεκριμένους επιχειρηματίες «επενδύοντας» στη μείωση του κόστους της εργασίας και επιδοτώντας την ακριβή ενέργεια που είναι υποχρεωμένη να αγοράζει με βάση τις διακυμάνσεις στο χρηματιστήριο του Αμστερνταμ. Απλώς προσπαθεί να μπαλώνει τρύπες και ταυτόχρονα να ρητορεύει για τις αναγκαίες «θυσίες» που οφείλει να κάνει η «καλομαθημένη κοινωνία».

Το… γιοφύρι της Βόνης
Εδώ και κάποιους μήνες οι οδηγοί-κάτοικοι της Βόνης βιώνουν μια απίστευτη ταλαιπωρία κάθε πρωί και κάθε απόγευμα, πηγαίνοντας ή γυρίζοντας από τη δουλειά. Το μποτιλιάρισμα κρατάει για ώρες και για πολλούς έχει διπλασιάσει τον χρόνο της καθημερινής τους μετακίνησης. Αιτία, το κλείσιμο μιας από τις τρεις μεγάλες γέφυρες που συνδέουν τις δύο πλευρές του ποταμού Ρήνου με αποτέλεσμα να «πήζουν» αυτές που λειτουργούν. Η Νορντμπρούκε, η Βόρεια Γέφυρα, κρίθηκε γερασμένη και επικίνδυνη για την κυκλοφορία. Ενα κομμάτι της θα πρέπει να γκρεμιστεί και να αντικατασταθεί.
Αυτό θα χρειαστεί στην καλύτερη περίπτωση δύο χρόνια, που σημαίνει ότι η ταλαιπωρία θα συνεχίζεται για αυτό το διάστημα για αυτούς που πρέπει λόγω δουλειάς να περνούν καθημερινά στην «απέναντι όχθη». Η περίπτωση είναι χαρακτηριστική για την αδιαφορία δεκαετιών που επέδειξαν οι κυβερνήσεις στον τομέα των επενδύσεων σε υποδομές.
Υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες γέφυρες τόσο στο οδικό όσο και στο σιδηροδρομικό δίκτυο που χρήζουν επισκευής ή ακόμα και πλήρους αντικατάστασης και είχαν αφεθεί στην τύχη τους επί σειρά ετών, παρά τις προειδοποιήσεις για την ανάγκη επενδύσεων στον δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, μιλάμε για πάνω από 11.000 γέφυρες. Περίπου 8.000 στους αυτοκινητόδρομους, 3.000 στο υπόλοιπο δίκτυο και πάνω από 1.100 στα τρένα. Ο σιδηρόδρομος είναι ένας ακόμα τομέας συνολικά, όπου η έλλειψη εκσυγχρονισμού μετατρέπει συχνά σε βασανιστήριο την καθημερινή μετακίνηση για εκατομμύρια Γερμανούς.
Ακόμα και αν ξεκινήσουν τώρα με διαδικασίες-εξπρές έργα για να τον φέρουν στο «επίπεδο της εποχής», αυτό θα διαρκέσει χρόνια και θα σημάνει ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες για τους επιβάτες, αφού κάποια τμήματα χρειάζεται να κλείνουν για μήνες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο καγκελάριος Μερτς στον πρόσφατο ανασχηματισμό που αποφάσισε δυσκολεύτηκε να βρει υπουργό Μεταφορών, αφού η θέση θεωρείται ηλεκτρική καρέκλα. Τα μηδενικά ελλείμματα της εποχής Σόιμπλε τελικά μπορεί να κοστίσουν πιο ακριβά. Αλλά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν είναι πια εδώ για να ζητήσει συγγνώμη. Ετσι κι αλλιώς αυτό δεν ήταν και του χαρακτήρα του.

Η πολεμική βιομηχανία ως… σωσίβιο
Την περασμένη Τετάρτη ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Γιόχαν Βάντεφουλ, έκανε μια δήλωση που πέρασε απαρατήρητη, αλλά έχει τεράστια σημασία. Αναφερόμενος στο πρόσφατο ταξίδι του στην Ουκρανία δήλωσε ότι το Βερολίνο περιμένει ακόμα περισσότερες παραγγελίες όπλων από το Κίεβο. «Προς το παρόν, δεν είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι με τον αριθμό των παραγγελιών που έχουμε λάβει στη Γερμανία», δήλωσε ο πολιτικός του CDU σε μια συνέντευξή του. «Και γι’ αυτό ζητήσαμε από την ουκρανική κυβέρνηση να επανεξετάσει την κατάσταση και να διασφαλίσει βελτιώσεις». Ο Βάντεφουλ τόνισε ότι η Γερμανία έχει γίνει ο ισχυρότερος υποστηρικτής της Ουκρανίας συνολικά. «Και φυσικά, η γερμανική αμυντική βιομηχανία θα πρέπει να επωφεληθεί από αυτό». Η αλήθεια είναι ότι οι δύο χώρες έχουν υπογράψει μια σειρά συμφωνίες για συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα των drones. Πάντως την ίδια σχεδόν στιγμή ο υπουργός Αμυνας, Μπόρις Πιστόριους, υποσχόταν ακόμα μεγαλύτερη στρατιωτική «βοήθεια» προς την Ουκρανία. Με τον όρο «βοήθεια» πολλοί παραβλέπουν ότι συχνά πρόκειται για οπλικά συστήματα που πληρώνονται με τα «δάνεια» δεκάδων δισεκατομμυρίων που έχει εγκρίνει η Ε.Ε. για την Ουκρανία.
Το πρότυπο Rheinmetall
Η αμυντική βιομηχανία είναι εδώ και μήνες ο κλάδος που «κρατάει ψηλά» τον δείκτη του γερμανικού χρηματιστηρίου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Rheinmetall, εδώ και χρόνια το ισχυρό χαρτί της γερμανικής βιομηχανίας. Η μετοχή της από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία μέχρι τα τέλη του 2025 είχε ανέβει κατά 1.700%, όσο αστρονομικό και αν ακούγεται αυτό το νούμερο. Εσχάτως η μετοχή της δέχτηκε μια μικρή πίεση πάντως εξαιτίας και των πολιτικών εξελίξεων στη Γερμανία. Η άνοδος του AfD, η εκλογική της νίκη στη Σαξονία-Ανχαλτ και τα ποσοστά του στις ομοσπονδιακές δημοσκοπήσεις ανησυχούν τους επενδυτές, που εκτιμούν ότι θα κορυφωθεί η πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση για περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο.
Η γερμανική Rheinmetall ήταν πάντα ένας ισχυρός παίκτης με παρουσία σε 30 χώρες, 174 μονάδες παραγωγής και 40.000 εργαζόμενους παγκοσμίως. Ο κύκλος εργασιών της το 2024 έφτασε τα 9,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι η μεγάλη κερδισμένη της αποκαλούμενης Zeitenwende της Γερμανίας, αλλά και της απόφασης συνολικά των κρατών της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες.
Εχει επίσης κλείσει συμφωνίες σε μια σειρά από χώρες -Ιταλία, Βουλγαρία, Λιθουανία- για συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών. Κάποιοι αποκαλούν ειρωνικά τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Αρμιν Πάπεργκερ, «σκιώδη καγκελάριο και υπουργό Εξωτερικών» μαζί.
Η επικέντρωση σε διεθνείς συνεργασίες εξηγεί και το πρόσφατο «φλερτ» Βερολίνου και Αγκυρας και την ανάδειξη από τη Γερμανία της Τουρκίας σε «στρατηγικό εταίρο» με έμφαση στην αμυντική βιομηχανία, τομέα όπου η τελευταία έχει επιδείξει σημαντική πρόοδο και επιδιώκει να αναδειχθεί σε σημαντικό παγκόσμιο παίκτη.
Υπάρχουν και τα υποβρύχια
Ενα άλλο κόσμημα της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας είναι η ThyssenKrupp Marine Systems (TKMS), το «ναυτικό» κομμάτι της ιστορικής ThyssenΚrupp, η οποία πρόσφατα αποσπάστηκε από τη μητρική και εισήχθη αυτόνομα στο χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης, σε μια κίνηση με εξαιρετικά υψηλές προσδοκίες. Η κατασκευάστρια πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων φιλοδοξεί να κοιτάξει στα μάτια τη Rheinmetall.
«Με την εισαγωγή στο χρηματιστήριο, ανοίξαμε ένα νέο κεφάλαιο», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Μιγκέλ Λόπεζ την περασμένη εβδομάδα. «Οι εξοπλισμοί, που για καιρό ήταν ένα περιθωριακό ή ακόμα και ύποπτο θέμα για την κοινή γνώμη και τις εταιρικές στρατηγικές, γίνονται μοχλός ανάπτυξης υπό το πρίσμα της γεωπολιτικής κατάστασης και των υψηλότερων αμυντικών δαπανών», υποστήριξε.
Η TKMS έκλεισε πρόσφατα μια συμφωνία-μαμούθ της τάξης των 20 δισεκατομμυρίων ευρώ με τον Καναδά για την αγορά 12 υποβρυχίων τύπου 212CD της ThyssenKrupp, τα οποία θεωρούνται κορυφαία στο είδος τους, με δυνατότητες μεταφοράς εξοπλιστικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς και ενισχυμένη διαλειτουργικότητα, δηλαδή συμβατότητα με άλλους τύπους υποβρυχίων που χρησιμοποιούν συμμαχικές χώρες.
Η «πολεμική οικονομία»
Γίνεται λοιπόν η οικονομία της Γερμανίας «πολεμική»; Το γενικότερο κλίμα και οι πρόσφατες δηλώσεις περί «υβριδικού» πολέμου δικαιολογούν ανησυχίες. Ο πρώτος που τόλμησε να χρησιμοποιήσει τον όρο «πολεμική οικονομία» ήταν ο ακραίος συντηρητικός, Βαυαρός, Χριστιανοκοινωνιστής και πρόεδρος του ΕΛΚ στο Ευρωκοινοβούλιο, Μάνφρεντ Βέμπερ. Σε μια συνέντευξή του σε γερμανική εφημερίδα στα τέλη του 2025 υποστήριξε ότι η οικονομία της Ευρώπης θα πρέπει να γίνει «πολεμική». «Αυτό θα σημαίνει, για παράδειγμα, επιτάχυνση των διαδικασιών έγκρισης στρατιωτικού εξοπλισμού και μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων κατασκευαστών όπλων. Αλλά θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι οι κατασκευαστές αμυντικών προϊόντων θα εργάζονται στο μέλλον σε βάρδιες τα Σαββατοκύριακα και ότι εταιρείες που προηγουμένως παρήγαν βιομηχανικά αγαθά για μη στρατιωτικούς σκοπούς θα παράγουν στο μέλλον όπλα».
Αντί για cabrio, όπλα
Αυτό το παράδειγμα φαίνεται να θέλουν να ακολουθήσουν και οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως έχουν δηλώσει τόσο η Volkswagen όσο και η Mercedes αλλά και άλλες εταιρείες. Την εβδομάδα που πέρασε, ανακοινώθηκε ότι έκλεισε η συμφωνία της Volkswagen με ισραηλινή εταιρεία για το εργοστάσιο του Οσναμπρουκ, στο ομόσπονδο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, που θα σταματήσει να παράγει το T-Roc cabrio από τα μέσα του 2027.
Η ισραηλινή Rafael Advanced Defence Systems θα προχωρήσει σε μετατροπές στο γερμανικό εργοστάσιο, έτσι ώστε να κατασκευάζει στο μέλλον εξαρτήματα για το σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας «Iron Dome» της ισραηλινής κρατικής εταιρείας. H Ντανιέλα Καβάλο, επικεφαλής του συνδικάτου της εταιρείας, χαρακτήρισε τη λύση αυτή το μικρότερο κακό αφού θα εξασφαλίσει εργασία, τουλάχιστον ώς το 2029, για περίπου 1.200 με 1.400 εργαζόμενους από τους σχεδόν 2.000 σήμερα.
Πηγή: efsyn