Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Η μεγάλη μπλόφα του Τραμπ απέναντι στο Ιράν

του Τζον Τζ. Μερσχάιμερ*

Η κυβέρνηση Τραμπ και οι υποστηρικτές της –μεταξύ αυτών και η συντακτική σελίδα της Wall Street Journal– καταβάλλουν το τελευταίο διάστημα κάθε δυνατή προσπάθεια να διαμορφώσουν την ειδησεογραφική εικόνα γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν κατά τρόπο που να δημιουργεί την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ κερδίζουν και ότι η Τεχεράνη θα πρέπει να υποκύψει στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον προτού καταστραφεί, ίσως ακόμη και «αφανιστεί». Ο Τραμπ, μάλιστα, προετοιμάζει το ενδεχόμενο να εξαπολύσει ένα συντριπτικό στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, εφόσον μέχρι τότε η Τεχεράνη δεν έχει παραδοθεί.

Στην πράξη, ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του διεξάγουν μέσω των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης μια «εκστρατεία μέγιστης πίεσης» κατά του Ιράν.

Η εκστρατεία αυτή είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Αν μη τι άλλο, αντανακλά την απελπισία της κυβέρνησης Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκίνησε έναν πόλεμο που οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εξαρχής καταδικασμένες να χάσουν και πλέον ελάχιστα μπορεί να κάνει για να ανατρέψει αυτή τη θεμελιώδη πραγματικότητα.

Η προπαγανδιστική εκστρατεία του Τραμπ έχει δύο σκέλη: ένα οικονομικό και ένα στρατιωτικό.

Πρώτον, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Ιράν στραγγαλίζεται οικονομικά από τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό, σε συνδυασμό με την Επιχείρηση Economic Outcast, τη στρατηγική που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ στις 24 Αυγούστου 2026. Ταυτόχρονα, ισχυρίζεται ότι το πετρέλαιο ρέει και πάλι από τον Κόλπο σε ποσότητες που δεν απέχουν πολύ από τα επίπεδα της 27ης Φεβρουαρίου 2026. Το μήνυμα είναι σαφές: η οικονομική ασφυξία που επιβάλλεται στο Ιράν θα το αναγκάσει σύντομα να συνθηκολογήσει, ενώ η αμερικανική οικονομία –και, ευρύτερα, η διεθνής οικονομία– βρίσκεται ήδη σε τροχιά ανάκαμψης.

Δεύτερον, οι ΗΠΑ ενισχύουν τώρα τις στρατιωτικές τους δυνάμεις ενόψει ενός μαζικού πλήγματος μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν ο Τραμπ δεν θα δεσμεύεται πλέον από εκλογικούς υπολογισμούς. Η ολοένα εντονότερη απειλή μιας καταστροφικής αμερικανικής επίθεσης, σε συνδυασμό με την οικονομική πίεση που υφίσταται το Ιράν, αποσκοπεί στο να πείσει την Τεχεράνη να υποχωρήσει τώρα, προτού η θέση της επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο.

Η στρατηγική αυτή, όμως, παρουσιάζει τεράστια προβλήματα. Ακούγεται πειστική όταν αναπαράγεται πειθήνια από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, αλλά καταρρέει μόλις εξετάσει κανείς προσεκτικά τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Ας εξετάσουμε πρώτα τη στρατιωτική διάσταση. Οι τίτλοι των ειδήσεων αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ στέλνουν επιπλέον 10.000 στρατιωτικούς και ένα τρίτο αεροπλανοφόρο –το USS Theodore Roosevelt– στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το Ιράν πρόκειται σύντομα να βρεθεί αντιμέτωπο με τρία αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Παράλληλα, η αποστολή πρόσθετων δυνάμεων –πέραν των περίπου 50.000 Αμερικανών στρατιωτικών που βρίσκονται ήδη στην περιοχή– παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι ο Τραμπ εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο χερσαίας επέμβασης.

Η πραγματικότητα με τα αεροπλανοφόρα, ωστόσο, απέχει αρκετά από την εικόνα που δημιουργούν οι τίτλοι. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Roosevelt αποστέλλεται για να αντικαταστήσει το USS George Washington, ενώ το υποτιθέμενο τρίτο αεροπλανοφόρο, το USS George H.W. Bush, έχει ήδη αποχωρήσει από τη Μέση Ανατολή και βρίσκεται πλέον στην Ταϊλάνδη. Αυτή τη στιγμή, επομένως, υπάρχει μόνο ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο στην περιοχή. Είναι μάλιστα η πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, που οι ΗΠΑ διαθέτουν μόνο ένα αεροπλανοφόρο στη Μέση Ανατολή, ενώ δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές θα βρίσκονται εκεί περισσότερα από δύο – αν υπάρχουν έστω και δύο.

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι ότι ο πόλεμος με το Ιράν δοκιμάζει σκληρά τις αντοχές του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού. Η ανώτατη ηγεσία του προειδοποιεί ότι ο σημερινός επιχειρησιακός ρυθμός δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Αεροπλανοφόρα και άλλα πολεμικά πλοία πραγματοποιούν εξαιρετικά παρατεταμένες αποστολές, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα συντήρησης και επιχειρησιακής ετοιμότητας, τα οποία αργά ή γρήγορα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι τα αμερικανικά πλοία έχουν χάσει την πρόσβαση σε κοντινές εγκαταστάσεις υλικοτεχνικής υποστήριξης και εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από μια εφοδιαστική αλυσίδα που φτάνει μέχρι το Ντιέγκο Γκαρσία, περίπου 2.500 μίλια μακριά από τον Περσικό Κόλπο.

Αλλά ακόμη κι αν υπήρχαν διαθέσιμα τρία αεροπλανοφόρα για ένα νέο πλήγμα κατά του Ιράν, τι ακριβώς θα μπορούσαν να επιτύχουν σε μια νέα αεροπορική εκστρατεία που δεν κατάφεραν να επιτύχουν από κοινού οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά την αποτυχημένη 40ήμερη εκστρατεία βομβαρδισμών, από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 8 Απριλίου 2026; Κάποιοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι οι ΗΠΑ θα ήταν πλέον σε θέση να καταστρέψουν τις πετρελαϊκές υποδομές του Ιράν. Το πρόβλημα είναι ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητα ανταποδοτικού πλήγματος και θα μπορούσε να απαντήσει προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στις πετρελαϊκές υποδομές των κρατών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC). Οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία θα μπορούσαν να είναι τρομακτικές.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε προηγμένα οπλικά συστήματα και πυρομαχικά. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τερμάτισαν την 40ήμερη εκστρατεία βομβαρδισμών και απέφυγαν τις τελευταίες εβδομάδες να εμπλακούν σε έναν κύκλο αμοιβαίων πληγμάτων με το Ιράν. Η έλλειψη κρίσιμων πυρομαχικών –τόσο για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν όσο και για την άμυνα απέναντι σε ιρανικά αντίποινα– λογικά θα περιόριζε την έκταση και την ένταση οποιασδήποτε νέας εκστρατείας στρατηγικών βομβαρδισμών, μειώνοντας αντίστοιχα τις πιθανότητες επιτυχίας της.

Όσον αφορά τις χερσαίες δυνάμεις, η απλή καταμέτρηση του συνολικού αριθμού των Αμερικανών στρατιωτικών στη Μέση Ανατολή είναι παραπλανητική όταν επιχειρεί κανείς να εκτιμήσει την πιθανότητα μιας χερσαίας επέμβασης. Σε έναν χερσαίο πόλεμο, αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι ο αριθμός των στρατιωτών που ανήκουν πράγματι σε μάχιμους χερσαίους σχηματισμούς.

Εκτιμώ ότι, από τους περίπου 50.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς που βρίσκονται ήδη στην περιοχή, περίπου 5.000 ανήκουν σε τέτοιους σχηματισμούς: περίπου 2.200 πεζοναύτες και ναύτες της 11ης Εκστρατευτικής Μονάδας Πεζοναυτών (11th MEU), 2.000 στρατιώτες της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας και ενδεχομένως άλλοι 800 στρατιωτικοί του Στρατού στο Κουβέιτ, που συνδέονται με την Task Force Spartan. Από τους περίπου 10.000 επιπλέον στρατιωτικούς που αποστέλλονται τώρα στην περιοχή, άλλοι 2.200 ανήκουν στη 13η MEU. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είναι ναύτες του Theodore Roosevelt και των πολεμικών πλοίων που το συνοδεύουν.

Με βάση, λοιπόν, τα σημερινά σχέδια ανάπτυξης δυνάμεων, εκτιμώ ότι έως τα τέλη Νοεμβρίου οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαθέτουν στην περιοχή του Κόλπου λίγο λιγότερους από 7.500 στρατιωτικούς σε μάχιμους χερσαίους σχηματισμούς – περίπου 4.400 στις δύο MEU και 2.800 στελέχη του Στρατού.

Μια τόσο μικρή χερσαία δύναμη δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή στρατιωτική επιλογή απέναντι σε μια χώρα με τον πληθυσμό και τη γεωγραφία του Ιράν. Ακόμη και αν ο αριθμός αυτός τριπλασιαζόταν, φτάνοντας περίπου τις 23.000 –κάτι εξαιρετικά απίθανο–, το θεμελιώδες πρόβλημα δεν θα άλλαζε. Ο απόστρατος στρατηγός του αμερικανικού Στρατού Μπάρι ΜακΚάφρι εκτιμά ότι για την εξασφάλιση του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ θα απαιτούνταν περίπου 150.000 στρατιώτες και τρεις έως έξι μήνες μαχών.

Για λόγους σύγκρισης, η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 με περίπου 190.000 στρατιωτικούς, και ακόμη και αυτή η δύναμη αποδείχθηκε ανεπαρκής για να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της μεγάλο μέρος των εδαφών που είχε αρχικά καταλάβει. Το Ιράν έχει υπερδιπλάσιο πληθυσμό από εκείνον που είχε η Ουκρανία κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ενώ η γεωγραφία του είναι πολύ πιο δυσμενής για έναν στρατό εισβολής.

Με απλά λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν συγκεντρώσει ούτε κατά διάνοια τη χερσαία δύναμη που θα απαιτούνταν για μια μεγάλης κλίμακας εισβολή στο Ιράν. Από την οπτική της Τεχεράνης, μάλιστα, μια αμερικανική απόφαση να εξαπολύσει μια τέτοια επίθεση με δυνάμεις αντίστοιχες με εκείνες που είναι σήμερα διαθέσιμες θα πρόσφερε στο Ιράν την ευκαιρία να πολεμήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες.

Με κίνδυνο να επιμείνω υπερβολικά στο προφανές, αξίζει να επισημανθούν δύο ακόμη σημεία. Πρώτον, δεδομένης της μεγάλης αντιδημοφιλίας του πολέμου με το Ιράν στην αμερικανική κοινή γνώμη, θα ξεσπούσε σχεδόν βέβαια τεράστια κατακραυγή εάν μεγάλος αριθμός Αμερικανών στρατιωτών άρχιζε να επιστρέφει στην πατρίδα μέσα σε φέρετρα. Δεύτερον, πώς ακριβώς υποτίθεται ότι οι πεζοναύτες, οι οποίοι βρίσκονται πάνω σε πλοία αμφίβιας επίθεσης, θα αποβιβαστούν σε ιρανικό έδαφος, όταν η απειλή των ιρανικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών αναγκάζει το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό να κρατά αυτά τα μεγάλα και ευάλωτα πλοία μακριά από τις ιρανικές ακτές;

Ας περάσουμε τώρα στην οικονομική διάσταση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ προκαλούν τεράστια ζημιά στην ιρανική οικονομία και επιβάλλουν βαρύτατες στερήσεις στον ιρανικό λαό. Αυτό, όμως, συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η πίεση μπορεί πράγματι να εξαναγκάσει το Ιράν να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Ιράν υποκύπτει στην αμερικανική πίεση, και υπάρχουν τρεις λόγοι για να αμφιβάλλει κανείς ότι θα το κάνει.

Πρώτον, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί στην ιστορία περίπτωση κατά την οποία ένας οικονομικός αποκλεισμός, από μόνος του, ανάγκασε το κράτος-στόχο να παραδοθεί. Δεύτερον, το Ιράν αντιλαμβάνεται τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ως υπαρξιακές απειλές – κάτι που δύσκολα προκαλεί έκπληξη, δεδομένης της γενοκτονικής ρητορικής που έχει χρησιμοποιήσει ο Τραμπ αναφερόμενος στο Ιράν. Τα κράτη που πιστεύουν ότι διακυβεύεται η ίδια τους η επιβίωση είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξαναγκαστούν σε υποχώρηση. Τρίτον, εάν η οικονομική πίεση γίνει αφόρητη, το Ιράν διαθέτει μια ισχυρή επιλογή κλιμάκωσης: μπορεί να πλήξει τις πετρελαϊκές και ενεργειακές υποδομές των κρατών του Κόλπου και του Ισραήλ, καθώς και τις εξαιρετικά ευάλωτες εγκαταστάσεις αφαλάτωσης.

Εν ολίγοις, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η οικονομική πίεση από μόνη της θα αναγκάσει το Ιράν να αποδεχθεί τους όρους του Τραμπ. Αυτός είναι πιθανότατα ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρουν στο προσκήνιο την απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Όπως όμως υποστήριξα παραπάνω, ούτε αυτή η επιλογή προσφέρει σοβαρές προοπτικές ευνοϊκής έκβασης.

Τέλος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα εξέρχεται από τον Κόλπο περισσότερο πετρέλαιο απ’ ό,τι στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, τόσο το Ιράν όσο και οι Χούθι καταβάλλουν έντονες προσπάθειες για να αντιστρέψουν αυτή την τάση. Το Ιράν επιτίθεται καθημερινά σε δεξαμενόπλοια που συνοδεύονται από αμερικανικές δυνάμεις, ενώ οι Χούθι πλήττουν κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας.

Παράλληλα, παρά την αύξηση της ροής πετρελαίου από τον Κόλπο, οι τιμές της βενζίνης παραμένουν πολύ υψηλές, ενώ μια σειρά άλλων οικονομικών προβλημάτων δεν δείχνουν να υποχωρούν σύντομα: οι υψηλές τιμές του ντίζελ, ο επίμονος πληθωρισμός, τα αυξημένα επιτόκια των στεγαστικών δανείων και οι επικίνδυνα υψηλές αποδόσεις των ομολόγων σε μεγάλο μέρος της Δύσης.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει ισχυρά οικονομικά κίνητρα να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο το συντομότερο δυνατό. Δεν θα ήταν, μάλιστα, καθόλου παράξενο αν πίσω από κλειστές πόρτες επικρατούσε ένα ολοένα εντονότερο αίσθημα απελπισίας μεταξύ του Τραμπ και των συμβούλων του.

Αυτό, φυσικά, εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί η κυβέρνηση Τραμπ και οι σύμμαχοί της διεξάγουν μια επικοινωνιακή εκστρατεία με στόχο να πείσουν το Ιράν ότι ο χρόνος του τελειώνει και ότι θα πρέπει να υποχωρήσει απέναντι στις αμερικανικές απαιτήσεις προτού να είναι πολύ αργά.

Τα γεγονότα, ωστόσο, αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής εξαρτάται, επομένως, από το αν ο Τραμπ θα καταφέρει να παραπλανήσει τους Ιρανούς και να τους κάνει να πιστέψουν ότι ο Γκοτζίλα πλησιάζει απειλητικά. Υπάρχουν ελάχιστοι λόγοι να πιστεύει κανείς ότι η Τεχεράνη θα εξαπατηθεί.

*Ο Τζον Μερσχάιμερ είναι πολιτικός επιστήμονας, με ειδίκευση στις διεθνείς σχέσεις, και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου.

Πηγή: infowar

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.