«Είστε διεφθαρμένοι, οπότε κι εγώ πετάω τα τρόφιμα του κοινωνικού παντοπωλείου για να μάθετε!»
Είναι το γνωστό τρικ πίσω από κάθε ταχυδακτυλουργικό κόλπο: ο «μάγος» προσπαθεί να σου τραβήξει την προσοχή με κάτι άσχετο ενώ βγάζει από το μανίκι το περιστέρι. Ε, o Γιώργος Θωμάκος όχι μόνο έβγαλε από το μανίκι το περιστέρι –για την ακρίβεια την αθώα περιστερά– αλλά αφού άρχισε να δείχνει γύρω του ότι κινείται για να μας πει «κοιτάξτε έναν γαϊδαρο που πετάει», προσπάθησε να βγει και λάδι κιόλας.
Δεν είναι βέβαια ότι δεν τα έχουμε ξανακούσει. Για την ακρίβεια, παρόμοιες δηλώσεις γίνονται κατά κανόνα όταν κάποιος προσάγεται στον ανακριτή. «Με πολεμάνε, είμαι πολιτικός κρατούμενος» λέει ο ένας που τον έπιασαν να στήνει αγώνες. «Αντί να πάτε να πιάσετε τους μεγαλοαπατεώνες, πιάνετε εμένα» λέει ο άλλος που τον έπιασαν για τοκογλυφία. Ακόμα και ο παράνομα παρκαρισμένος θα επικαλεστεί κάποιον άλλον που δεν τον γράφουν στον παρακάτω δρόμο. Η άδικη δίωξη πάντα συγκινεί τον λαό.
Βέβαια ο συγκεκριμένος comic person με το φονικό στοιχείο «κουμπάροι» που όπως και να το κάνουμε δικαιούνται μια θέση στο πάνθεον των αρχετυπικών χαρακτήρων της σύγχρονης Κηφισιάς (σ.σ.: «πω-πω, αυτός έπαθε Όσιου το ανάγνωσμα» θα λέμε σε λίγο και όλοι θα συνεννοούμαστε), ξέρει πού απευθύνεται.
Η απάντησή του δεν έχει καμία πρόθεση να αποτελέσει μνημείο λογικής. Στους εναπομείναντες ψηφοφόρους του κουμπάρου του ή και στους μελλοντικούς δικούς του απευθύνεται. Που τους αρκεί η μη αναφορά των λέξεων «Κοινωνικό παντοπωλείο και κατασχέσεις-απαλλοτριώσεις για να ανέβουν στα κάγκελα. Και όταν ο άλλος ανεβαίνει στα κάγκελα, είναι εύκολο θύμα. Έτοιμος να μασήσει με όποια ατάκα του σερβίρεις. Ιδιαίτερα αν περιέχει θρησκευόμενους και λιώσιμο με λιβάνι. Με άλλα λόγια ο Όσιος συναντά τον Αστυνόμο Θεοχάρη. Τον οποίο μπορεί να τον παρώδησε με επιτυχία ο Μάρκος Σεφερλής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έκλεισε σαν χαρακτήρας. Και ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να δοκιμάσει την τύχη του με τις ατάκες του. Για όλους έχει ψωμί η «Θεοχαρολογία ή Οσιολογία».
Έτσι, μπορεί το σκουληκο-φονικό image του Όσιου να δίνει τον τόνο της απάντησής του, παραπέμποντας στο αρχετυπικό όπλο (αυτό ας πούμε που χρησιμοποίησε και ο Βασίλης Βάρσος για να τιμωρήσει τον Νίκο Χιωτάκη σε μια άλλη, παλιότερη, νέο-Κηφισώτικη σαπουνόπερα), αλλά στο βάθος η επιστολή διέπεται από τον τόνο ενός καυγά της γειτόνισσας. Όπου η μία γειτόνισσα φωνάζει στην άλλη «μωρήηηηη, τον άντρα μου μην τον πιάνεις στο στόμα σου...». Αν μάλιστα διαβάσει κανείς την επιστολή / απάντηση φωναχτά, σχεδόν ακούει τις υψηλές συχνότητες της τσιρίδας. Και σχεδόν τη βλέπει με τα χέρια στη μέση.
Βέβαια, στο σύγχρονο πολιτικό πάρε – δώσε της «γειτόνισσας», όπου οι ανακοινώσεις των παρατάξεων, από κοντά και επίσημος «τα παίρνω από όλους πάντα» Γρηγοράκος μοιάζουν με συναγωνισμό ατάκας για το ποιος είναι ο πιο έξυπνος της συνοικιακής καφετέριας, η απάντηση του Όσιου Θωμάκου δικαιούται μια εξέχουσα θέση. Γιατί είναι η επιτομή του «κι εσείς καταπιέζετε τους μαύρους». Η αποθέωση της σωστής επικοινωνιακής στόχευσης. Που δεν είναι άλλη από την αλληλεγγύη των τζογαδόρων. Οι οποίοι πιστεύουν πάντα σε επίπεδο αυτοπαραμυθιάσματος ότι εκείνοι προσπαθούν να κερδίσουν τίμια τη χλεύη του λαού. Ενώ τα πραγματικά στημένα παιχνίδια είναι αλλού.
Και –το κυριότερο– ο Όσιος Θωμάκος νομίζει ότι πετυχαίνει τον σκοπό του. Διότι με το εξωφρενικό «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε» που απευθύνει σαν διάγγελμα στην κοινωνία, βάζει τους άλλους σε πειρασμό να της απαντήσουν σοβαρά. Με αποτέλεσμα να την καταστήσουν ισότιμο συνομιλητή τους. Και αυτό από μόνο του είναι μια νίκη. Πολύ πιο σημαντική από το νούμερο που πιθανώς να πέτυχε στη μάσα για τον ίδιο και τον επίσημο κουμπάρο.
