Βαρουφάκης - Οι «κηφήνες», οι ΑΚΒ, οι εγκλωβισμένοι και οι εξαγριωμένοι
Την απουσία προσδοκίας υπογραμμίζει με άρθρο του στο σημερινό φύλλο της «Εφημερίδας των Συντακτών» ο Γιάνης Βαρουφάκης. Μεταξύ άλλων ο γραμματέας του ΜεΡΑ25 κάνει λόγο για «μίζερη πάλη δύο τάξεων».
«Από τη μία μεριά έχουμε ό,τι έμεινε από την παρασιτική, παρεοκρατική άρχουσα τάξη. Χτυπημένη κι αυτή από την κρίση και με προσόδους πολύ κατώτερες της προ του 2010 εποχής, η τάξη αυτή αποτελείται από κηφήνες που εξορύσσουν προσόδους από τις διαδικασίες ρευστοποίησης της κοινωνίας (π.χ. συμμετέχοντας σε εταιρείες που αγοράζουν κοψοτιμής «κόκκινα» δάνεια για να βγάλουν κατόπιν σπίτια και καταστήματα στο σφυρί, που συνεταιρίζονται με κερδοσκόπους οι οποίοι «χτυπούν» τα περιουσιακά μας στοιχεία που εκποιεί το ΤΑΙΠΕΔ) και, βέβαια, τις παραδοσιακές (αλλά πλέον λιγότερο επικερδείς, λόγω συρρικνωμένου προϋπολογισμού) σχέσεις με το Δημόσιο.
Απέναντι στους κηφήνες βρίσκεται ολόκληρη η υπόλοιπη κοινωνία η οποία διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: Στους ακόμα κάπως βολεμένους (ΑΚΒ). Στους εγκλωβισμένους στον φόβο ότι θα χάσουν τα ελάχιστα που τους απομένουν. Και στους εξαγριωμένους».
Στη συνέχεια ανέλυσε αυτές οι τρεις κατηγορίες:
«Οι ΑΚΒ (οι «ακόμα κάπως βολεμένοι», συνήθως σαραντάρηδες και άνω) καταφέρνουν να αναπαράγουν μια επίφαση μεσοαστισμού μέσα από διαδικασίες προσοδοφορίας μικρού βεληνεκούς: ενοικίαση διαμερισμάτων μέσω Airbnb, έσοδα από τουριστικές επιχειρήσεις (σε μια περίοδο εκρηκτικής ανόδου των αφίξεων αλλά μείωσης της κατά κεφαλή δαπάνης), κάποιο μικρό μισθό από κάποιο πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο μέσω ΕΣΠΑ κ.λπ.
Τα εισοδήματα αυτά έχουν αυξηθεί κάπως την τελευταία τριετία αλλά όχι αρκετά για να καλύπτονται νόμιμα οι αυξημένες φορο-εισφορές και να δημιουργούν την προοπτική που απαιτείται για την ελάχιστη αισιοδοξία για το μέλλον, ιδίως των παιδιών τους. Είναι όμως αρκετά για να αναπαράγονται, ταυτόχρονα, οι χαμηλές προσδοκίες και η μίζερη πραγματικότητα αυτής της κατηγορίας πολιτών.
Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από τη γενιά των 384 ευρώ (μισθός ακαθάριστος που εισπράττει το ένα τρίτο εργαζομένων) καθώς και οικογένειες που φυτοζωούν με βάναυσα κουτσουρεμένες συντάξεις και επιδόματα. Βομβαρδισμένοι με το αφήγημα του Μνημονιακού Τόξου (ιδίως τα τελευταία τρία χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ενώθηκαν μαζί του οι φωνές του επίσημου ΣΥΡΙΖΑ), ότι ακόμα και αυτά τα ξεροκόμματα κινδυνεύουν αν υπάρξει νέα ανυπακοή προς τους δανειστές, παγώνουν, εγκλωβίζονται στις Συμπληγάδες της εξαθλίωσης και του φόβου, τον οποίο σιγοντάρει η θλιβερή προσδοκία ενός φιλοδωρήματος τον Δεκέμβρη από τα ματωμένα πλεονάσματα του υπουργείου Οικονομικών.
Οι εξαγριωμένοι αποτελούν την τρίτη κατηγορία. Ο θυμός τους διοχετεύεται διαφορετικά στον καθένα: αποτροπιασμός στον κοινοβουλευτισμό, ροπή προς τον ξενοφοβικό εθνικισμό, συνειδητά επιλεγμένη μοναξιά, ιδιώτευση κ.ο.κ. Πάνω απ’ όλα, ο θυμός τους, ό,τι μορφή και να παίρνει, συνεργεί αρμονικά με την έλλειψη προοπτικής, την απαισιοδοξία, την κατήφεια.
Κάπως έτσι καταλήξαμε με την Ελλάδα διαιρεμένη σε κοινωνικές τάξεις που τις ενώνουν οι χαμηλές προσδοκίες οι οποίες, με τη σειρά τους, αναπαράγουν τη διαδικασία ερημοποίησης – με τους νέους και τους δημιουργικούς, απλά, να μεταναστεύουν».