Ντόναλντ Ράμσφελντ - Ένας «αδίστακτος μικρός μπάσταρδος» εγκληματίας πολέμου
Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ θα πέθαινε σε κάποια φυλακή, καταδικασμένος για εγκλήματα πολέμου. Βασικά, σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχε Ντόναλντ Ράμσφελντ. Αλλά δεν ζούμε σε έναν ιδανικό κόσμο και ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, δις υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ και ένας από τους βασικούς υπεύθυνους των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, αλλά και των θανάτων εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων, πέθανε ήσυχα στο σπίτι του, την Τρίτη 29 Ιουνίου 2021, σε ηλικία 88 ετών.
Πολλά αμερικανικά ΜΜΕ προσφέρουν από χθες θριαμβευτικούς εξωραϊστικούς επικήδειους στη μνήμη του, όμως αν μπορούσε να περιγραφεί ο Ντόναλντ Ράμσφελντ με μία φράση, αυτή μας την προσέφερε πριν πολλά χρόνια ο Ρίτσαρντ Νίξον. Στις διαβόητες ηχογραφήσεις του Οβάλ Γραφείου, ο διαπιστωμένα εγκληματίας πρόεδρος των ΗΠΑ, περιέγραφε με θαυμασμό τον Ράμσφελντ, τότε διευθυντή του Συμβουλίου Κόστους Ζωής, ως έναν «αδίστακτο μικρό μπάσταρδο».
Η πρώτη του θητεία ως υπουργός Άμυνας, στην κυβέρνηση Φορντ που διαδέχθηκε τον παραιτηθέντα Νίξον, δεν ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτη. Σημαντικότερα επιτεύγματά του θεωρούνται η αντιστροφή της τάσης για μείωση του προϋπολογισμού άμυνας των ΗΠΑ και η ενδυνάμωση του αμερικανικού στρατού με νέα οπλικά συστήματα, όπως οι πύραυλοι Κρουζ, το βομβαρδιστικό αεροσκάφος B-1 και νέα πολυάριθμα πλοία για το ναυτικό.
Ήταν αυτή η δεύτερη θητεία του Ράμσφελντ στον αμυντικό υπουργικό θώκο, που θεμελίωσε τη φήμη του ως ενός αδίστακτου εγκληματία πολέμου. Αν και δεν ήταν επ’ ουδενί ο μοναδικός υπεύθυνος για τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, ήταν εντούτοις από τους πρωτοστάτες της αμερικανικής επιθετικότητας της εποχής, αδιαφορώντας για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές που προκάλεσε.
Για να επιτύχει τον σκοπό του, ο Ράμσφελντ πρωτοστάτησε στην φαλκίδευση εκθέσεων των υπηρεσιών πληροφοριών, ώστε να δείχνουν πως δήθεν το Ιράκ είχε όπλα μαζικής καταστροφής, αλλά και πως ο Σαντάμ Χουσεΐν διατηρούσε σχέσεις υποστήριξης με την Αλ Κάιντα. Αμφότερες οι «δικαιολογήσεις» της εισβολής στο Ιράκ αποδείχτηκαν στη συνέχεια ψεύτικες. Ειδικά όσον αφορά τα όπλα μαζικής καταστροφής, η εμμονή του Ράμσφελντ με αυτά έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τo 1983 ήταν αυτός που ως ειδικός απεσταλμένος στη Μέση Ανατολή είχε συναντηθεί με τον Σαντάμ Χουσεΐν, δίνοντας έτσι μία συμβολική «έγκριση» για τη χρήση χημικών όπλων εναντίων των Κούρδων και του Ιράν.
Λόγω της προαναφερθείσας πολιτικής μη ανακοίνωσης των θυμάτων των αμερικανικών πολεμικών επιχειρήσεων, μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ ακριβώς πόσες ανθρώπινες ζωές μπορούσαν να ριχτούν στα πόδια του Ράμσφελντ. Υπάρχουν όμως κάποιες ενδεικτικές εκτιμήσεις.
Όμως οι νεκροί από τους βομβαρδισμούς και τα όπλα των ΗΠΑ δεν ήταν οι μόνες απώλειες. Η καταστροφή που προξένησαν ο Ράμσφελντ και τα υπόλοιπα «γεράκια» στο Ιράκ μεταφράζεται, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Lancet to 2006, σε 654.965 «πλεονάζοντες θανάτους» στο Ιράκ από τον Μάρτιο του 2003 που ξεκίνησε η εισβολή, μέχρι και τον Ιούλιο του 2006. Δηλαδή 654.965 περισσότεροι άνθρωποι πέθαναν στο Ιράκ εκείνη την περίοδο, από τους ρυθμούς θανάτων πριν την εισβολή.
Ο Ράμσφελντ πρωτοστάτησε επίσης στην έγκριση της εφαρμογής τεχνικών βασανισμού για την ανάκριση εχθρικών μαχητών, αλλά και απλών υπόπτων για σχέσεις με την τρομοκρατία. Το χέρι του υπέγραψε τη δημιουργία κολαστηρίων όπως η φυλακή Αμπού Γκράιμπ και το Γκουαντανάμο. Ενδεικτικό του κυνισμού του, είναι ένα έγγραφο έγκρισης τεχνικών βασανιστηρίων που βρήκε τον δρόμο του προς τη δημοσιότητα. Στις προτάσεις των συμβούλων για τεχνικές βασανιστηρίων, μεταξύ των οποίων είναι και ο «εξαναγκασμός σε όρθια ακίνητη στάση για τέσσερις ώρες», ο Ράμσφελντ σημείωνε κάτω από την υπογραφή του: «Πάντως, εγώ στέκομαι για 8-10 ώρες την ημέρα. Γιατί να περιορίζεται η όρθια στάση σε 4 ώρες;».

Επιπλέον ένδειξη του κυνισμού του ήταν η στάση του για την «ανοικοδόμηση» του Ιράκ, για την οποία αδιαφορούσε πλήρως. Πίστευε ότι η «δουλειά» των ΗΠΑ τελείωσε με την πτώση του Χουσεΐν, και απαντώντας σε ερωτήσεις για το χάος στη χώρα έπειτα από αυτήν την πτώση είπε μία από τις διάσημες αρλούμπες του: «Η ελευθερία είναι ακατάστατη».
Τέτοιου είδους ρητορικά σχήματα ασυναρτησίας έγιναν το σήμα κατατεθέν του Ράμσφελντ, που θεωρούσε εαυτόν εξαιρετικά ετοιμόλογο, κι ας μην έβγαζαν πολύ νόημα όσα με κυνικό χαμόγελο έλεγε στους δημοσιογράφους (οι οποίοι βέβαια τα κατάπιναν αμάσητα).
Αυτήν τη δικαιολογητική ασυναρτησία περί «αγνώστων αγνώστων» θυμήθηκαν πολλοί από τους κριτικούς προς τον Ράμσφελντ σχολιαστές με την ανακοίνωση του θανάτου του.
Ενός θανάτου που ήρθε αργά, αλλά και από μία άποψη νωρίς. Αργά διότι ο Ράμσφελντ κατάφερε να φτάσει στην αξιοσέβαστη ηλικία των 88 ετών. Και νωρίς διότι πέθανε πριν δικαστεί για τα εγκλήματά του. Μία δίκη που δεν έγινε όταν έπρεπε, και τώρα πλέον δεν θα γίνει ποτέ.
Πηγή: infowar