La Pausa - Το καταφύγιο της Κοκό Σανέλ στην Κυανή Ακτή
Στη Γαλλική Ριβιέρα, μια βίλα με το όνομα La Pausa, ελληνιστί παύση, χτισμένη γύρω από μια αιωνόβια ελιά, συμπύκνωσε τις αντιφάσεις, τις εμμονές και τον μύθο της Κοκό Σανέλ. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο Αμερικανός αρχιτέκτονας Πίτερ Μαρίνο την επανέφερε στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30.
ταν η Κοκό Σανέλ άρχισε, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, να χτίζει το καταφύγιό της πάνω από τη θάλασσα στη Ροκεμπρίν-Καπ-Μαρτέν, στην περιοχή ανάμεσα στο Μονακό και τη Μεντόν, έδωσε μία σαφή οδηγία. Ζήτησε από τον αρχιτέκτονα Ρομπέρ Στράιτς να διατηρήσει τις αιωνόβιες ελιές του κτήματος. Αφησε μάλιστα μία ελιά στην είσοδο και ενέταξε μία δεύτερη σε μια εσωτερική αυλή που θύμιζε μοναστηριακό περιστύλιο. Η αρχιτεκτονική αναγκάστηκε να συνομιλήσει με ό,τι προϋπήρχε στη γη πριν από εκείνη.
Η παραπάνω λεπτομέρεια αποκαλύπτει περισσότερα για τον χαρακτήρα της Κοκό Σανέλ (1883-1971) από πολλές βιογραφίες της. Η γυναίκα που πέρασε τη ζωή της αφαιρώντας ό,τι θεωρούσε περιττό από τα ρούχα προτίμησε να σχεδιάσει το καταφύγιό της γύρω από εκείνο που είχε ήδη αντέξει στον χρόνο.
Η Σανέλ αγόρασε την έκταση το 1928, σε ηλικία 45 ετών, όταν είχε πάψει προ πολλού να είναι απλώς μια επιτυχημένη μοδίστρα. Το άρωμα Νο 5, που είχε κυκλοφορήσει επτά χρόνια νωρίτερα, την είχε αναδείξει ήδη σε παγκόσμιο σύμβολο.

© CHANEL
Η χρονική συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Η σχεδιάστρια βρισκόταν τότε σε μακροχρόνια σχέση με τον Χιου Γκρόβενορ, δούκα του Γουέστμινστερ, ταξίδευε μαζί του σε βρετανικές επαύλεις και είχε βιώσει από πρώτο χέρι την αίγλη του παλαιού πλούτου. Η La Pausa, ωστόσο, δεν θα γινόταν απομίμηση αγγλικού πύργου, ούτε θα αναμασούσε τα στερεότυπα της υψηλής κοινωνίας της Γηραιάς Αλβιώνας. Θα ήταν το σπίτι που θα καθρέφτιζε την επιτυχία μιας γυναίκας η οποία είχε κατακτήσει την οικονομική ανεξαρτησία και μπορούσε πλέον να «αγοράσει» το παρελθόν που της έλειπε.
Μια παύση από τα εγκόσμια
Το όνομα της βίλας σημαίνει «παύση» και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, παρέπεμπε στη στάση που είχε κάνει η Μαρία Μαγδαληνή κάτω από τις ελιές της περιοχής. Για τη Σανέλ, η λέξη απέκτησε πιο προσωπική σημασία. Η La Pausa θα ήταν το διάλειμμά της από το Παρίσι, τις πρόβες, τους πελάτες και την επιχείρηση.
Μάλιστα, πίσω από τη λιτή, υπόλευκη πρόσοψη κρυβόταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη επιστροφή στη στερημένη παιδική της ηλικία. Μετά τον θάνατο της μητέρας της και την εγκατάλειψή της από τον πατέρα της, η Σανέλ μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο του κιστερκιανού αβαείου στο Ομπαζίν. Αργότερα θα επινοούσε ξανά και ξανά το παρελθόν της, όμως στη La Pausa επέλεξε να το χαράξει στην πέτρα.
Photo Roger Schall ©Schall Collection
Ο Στράιτς ταξίδεψε στην Κορέζ για να μετρήσει τη μεγάλη σκάλα του αβαείου όπου είχε περάσει τα παιδικά της χρόνια. Η Σανέλ, που πηγαινοερχόταν από το Παρίσι με το περίφημο «Train Bleu» για να επιθεωρεί τις εργασίες, παρακολουθούσε σχεδόν εμμονικά κάθε λεπτομέρεια.
Η πολυτέλεια ήταν παντού, αλλά όχι κραυγαλέα ή επιδεικτική. Ισπανικά έπιπλα, περσικά χαλιά και σφυρήλατα φωτιστικά συνυπήρχαν με γυμνούς τοίχους και δωμάτια σχεδόν ασκητικά. Η εξαίρεση ήταν το μπάνιο της Σανέλ, που ήταν επενδεδυμένο με καθρέφτες και ανοιγόταν προς τη θάλασσα. Στο υπνοδωμάτιό της, το επίχρυσο κεφαλάρι έφερε ένα χρυσό αστέρι, ένα από τα προσωπικά της γούρια.

© CHANEL
Στους τοίχους του σπιτιού υπήρχαν ελάχιστα έργα τέχνης. Πολύ αργότερα, η Γιάνα Πιλ, πρόεδρος του Chanel Arts, Culture & Heritage, θα παρατηρούσε ότι η οικοδέσποινα προτιμούσε να γεμίζει το σπίτι όχι με τέχνη αλλά με τους ανθρώπους που τη δημιουργούσαν.
Ο Ζαν Κοκτό, ο Πιερ Ρεβερντί, η Κολέτ, ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, ο Λουκίνο Βισκόντι και η Μίσια Σερτ φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς στη La Pausa. Εκεί η Σανέλ σπάνια εμφανιζόταν πριν από τη μία το μεσημέρι. Φορούσε ριγέ μπλούζες, μάλλινα παντελόνια και εσπαντρίγιες με σόλες από φελλό, δεν επέβαλλε dress code και προτιμούσε τους μπουφέδες – με ζυμαρικά, πατάτες και ψητό κρέας – από τη σκηνοθετημένη επισημότητα των δείπνων.
Roger Schall © Schall Collection
Στα τέλη των 30s, ο Σαλβαδόρ Νταλί και η Γκαλά εγκαταστάθηκαν για τέσσερις μήνες σε έναν από τους ξενώνες της κατοικίας. Ο ζωγράφος δούλευε στο μπαλκόνι της δυτικής πτέρυγας, όπου το βόρειο φως παρέμενε σταθερό σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, και ολοκλήρωσε εκεί έντεκα πίνακες, ανάμεσά τους πιθανώς και το «Αίνιγμα του Χίτλερ».
Η La Pausa πρόσφερε σε όλους μια απλοχεριά χρόνου αλλά και μια αμεριμνησία που δεν έβρισκαν εύκολα στο Παρίσι. Η παύση βέβαια, που αποτελούσε την ίδια την υπόσχεση του σπιτιού, δεν μπορούσε να σταματήσει την Ιστορία. Τρία χρόνια νωρίτερα, το 1935, ο σύντροφος της Σανέλ, Πολ Ιρίμπ, κατέρρευσε και άφησε την τελευταία του πνοή ενώ έπαιζε τένις στο γήπεδο της βίλας.

Audrey James Field. Private collection © Christie’s Images 2025
Η Γκαμπριέλ Παλάς-Λαμπρινί, μεγάλη ανιψιά της σχεδιάστριας, θυμόταν αργότερα ένα βράδυ του 1938, όταν η θεία της και οι καλεσμένοι της είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το ραδιόφωνο για να ακούσουν τη φωνή του Χίτλερ. Η Κατοχή θα έριχνε μία ακόμα πιο σκοτεινή σκιά στην προσωπική της διαδρομή: η σχέση της με τον Χανς Γκίντερ φον Ντίνκλαγκε, ο οποίος συνδεόταν με τις γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών, και η εμπλοκή της σε μια αποτυχημένη επιχείρηση προσέγγισης του Τσόρτσιλ είναι πλέον καταγεγραμμένες.
Η La Pausa μετά τη Σανέλ
Μετά τον πόλεμο η Σανέλ επισκεπτόταν όλο και λιγότερο τη La Pausa. Το 1953 την πούλησε, μαζί με μεγάλο μέρος της επίπλωσής της, στον ουγγρικής καταγωγής συγγραφέα και εκδότη Εμερι Ριβς. Εκείνος υπήρξε λογοτεχνικός πράκτορας και στενός φίλος του Ουίνστον Τσόρτσιλ.
Roger Schall © Schall Collection
Από το 1956 έως το 1958 ο βρετανός πολιτικός περνούσε περίπου το ένα τρίτο κάθε έτους στη βίλα. Διόρθωνε τα τυπογραφικά δοκίμια της «Ιστορίας των αγγλόφωνων λαών», ζωγράφιζε τη θέα προς τη Μεντόν και την Ιταλία και, το 1956, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης της Ροκεμπρίν-Καπ-Μαρτέν.
Με τους Ριβς, η λίστα των επισκεπτών άλλαξε, αλλά όχι η βαρύτητά της: ο στρατάρχης Μοντγκόμερι, ο Αντονι Ιντεν, ο δούκας του Ουίνδσορ, ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο Νόελ Κάουαρντ, ο πρίγκιπας Ρενιέ Γ’ του Μονακό και η Γκρέις Κέλι φιλοξενήθηκαν στα δωμάτια που είχε εμπνευστεί η Σανέλ. Η βίλα παρέμεινε το ιδανικό σκηνικό για ανθρώπους που είχαν την πολυτέλεια να αποσύρονται από τον κόσμο χωρίς να παύουν να τον επηρεάζουν. Πέντε από τα δωμάτια εκείνης της περιόδου ανασυστάθηκαν αργότερα στο Dallas Museum of Art, όπου κατέληξε η συλλογή των Ριβς.

Wolfgang Vennemann Image Rights of Gala and Salvador Dalí reserved. Fundació Gala-Salvador Dalí, Figueres, 2025
Ο οίκος Chanel αγόρασε ξανά τη La Pausa το 2015. Πέντε χρόνια αργότερα άρχισε η αποκατάστασή της υπό την επίβλεψη του Πίτερ Μαρίνο, του αμερικανού αρχιτέκτονα που συνεργάζεται με τον οίκο εδώ και δεκαετίες. Η επιλογή του είχε κάτι αναπάντεχο.
Ο Μαρίνο, με τη στολή από μαύρο δέρμα, τα τατουάζ και την εικόνα μοτοσικλετιστή, είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής κουλτούρας. Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 ανακαινίζοντας το σπίτι και το Factory του Αντι Γουόρχολ, ίδρυσε το γραφείο του το 1978 και στη συνέχεια σχεδίασε καταστήματα-ναούς για τους οίκους Chanel, Dior και Louis Vuitton. Στη La Pausa, όμως, η αποστολή του δεν ήταν να επιδείξει την υπογραφή του· ήταν να την εξαφανίσει.
Eνας Αμερικανός στην Κυανή Ακτή
Η κατεύθυνση που δόθηκε στην αποκατάσταση ήταν περισσότερο σκηνοθετική παρά μουσειολογική: στόχος δεν ήταν η δημιουργία ενός άψογου μνημείου, αλλά ενός σπιτιού που θα διατηρούσε ίχνη πρόσφατης κατοίκησης.

© CHANEL
Ο Μαρίνο μελέτησε εκατοντάδες φωτογραφίες, σχέδια και επιστολές. Επιπλα εντοπίστηκαν σε δημοπρασίες, τα φθαρμένα από τους χορούς χαλιά ανακατασκευάστηκαν και η βιβλιοθήκη απέκτησε ξανά περίπου 1.000 τόμους, επιλεγμένους από παλαιούς καταλόγους. Η ιδιαίτερη γαλάζια απόχρωση των παντζουριών – ένα χρώμα που, σύμφωνα με τον Μαρίνο, δεν αναγνωρίζει ούτε η Pantone – αναπαρήχθη έπειτα από αλλεπάλληλες δοκιμές. Για έναν αρχιτέκτονα ταυτισμένο με τη θεατρικότητα των παγκόσμιων boutiques, η La Pausa έγινε μια άσκηση αυτοσυγκράτησης.
Στους κήπους, η πιο ριζική χειρονομία του Πίτερ Μαρίνο ήταν η αφαίρεση. Χρησιμοποιώντας το 1935 ως ιστορικό σημείο αναφοράς, απομάκρυνε φοίνικες και άλλες μεταγενέστερες προσθήκες που είχαν αλλοιώσει τη σχέση της βίλας με τον ορίζοντα. Η θέα προς τη Μεντόν και το Μονακό ξαναέγινε τμήμα της σύνθεσης.

© CHANEL
Δεν επρόκειτο, επομένως, για την πιστή αντιγραφή ενός νεκρού κήπου, αλλά για την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στην οικία, το μεσογειακό τοπίο και τη θάλασσα. Οι περίπου 250 ελιές – η αρχαιότερη εκτιμάται ότι πλησιάζει τα 800 έτη – αποτέλεσαν και πάλι τη ραχοκοκαλιά της αποκατάστασης.
Γύρω από τα δέντρα επανήλθαν η λεβάντα, οι ίριδες, τα γιασεμιά και η άγρια βλάστηση. Ο ίδιος ο Μαρίνο συνέκρινε τις μεγάλες χρωματικές ενότητες με σύνθεση του Καντίνσκι και την ανομοιογενή υφή των αγριόχορτων και του τριφυλλιού με τραχύ, μάλλινο ύφασμα tweed.
M. Bérard. Patrimoine de CHANEL, Paris. Courtesy of CHANEL. © All rights reserved
Η La Pausa άνοιξε ξανά όχι ως μουσείο αλλά ως ιδιωτική κατοικία και χώρος πολιτιστικών συναντήσεων. Το πρώτο residency, το φθινόπωρο του 2025, φιλοξένησε συγγραφείς, ενώ θα ακολουθήσει ένα ακόμη για συνθέτες. Το κοινό δεν θα περνά ελεύθερα την πύλη. Η βίλα παραμένει ένας τόπος στον οποίο η πρόσβαση αποτελεί μέρος της γοητείας του – ένας πολύ κομψός τρόπος να διατηρείται ο μύθος υπό έλεγχο.
Roger Schall © Schall Collection
Ο Πίτερ Μαρίνο αποκατέστησε με αξιοθαύμαστη ακρίβεια τη μυθική έπαυλη. Επανέφερε τα έπιπλα, τα χρώματα, τα φυτά. Oμως εκείνο που κάνει τη La Pausa πραγματικά ενδιαφέρουσα δεν είναι η ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν άλλαξε. Είναι πως μέσα στα δωμάτιά της συνυπάρχουν ακόμα το ορφανοτροφείο και το Chanel Νο 5, η πειθαρχία και η ελευθερία, η παρέα των καλλιτεχνών και οι σκιές του πολέμου και, κυρίως, η γυναίκα και ο μύθος που κατασκεύασε για τον εαυτό της.