ενημέρωση 3:53, 25 June, 2024

Πώς ξεχωρίζεις μια γνήσια από μια «μαϊμού» Chanel;

Με το χάσμα της ανισότητας πλούτου σε όλον τον κόσμο να βαθαίνει, δεν είναι πια της μόδας να κρατάς ή να φοράς ακριβά πράγματα. Οπως το έθεσε εύστοχα στους NYT μια 29χρονη δημιουργός του TikTok που έχει κάνει πολλά βίντεο για τις απομιμήσεις, «οι τσάντες-ρέπλικες είναι ο εκδημοκρατισμός της μόδας»

Μπορείτε να διακρίνετε τη διαφορά μεταξύ μιας αυθεντικής τσάντας Chanel αξίας 10.000 δολαρίων και μιας τσάντας-ρέπλικα αξίας 200 δολαρίων; Σχεδόν κανείς δεν μπορεί, υποστηρίζει σε άρθρο της η δημοσιογράφος Εϊμι Γουάνγκ των New York Times, στηλιτεύοντας  τις απλησίαστες τιμές των γνωστών πολυτελών οίκων. Μια φορά κι έναν καιρό, λέει η ελληνική μυθολογία, ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο και έπλευσε θριαμβευτικά προς την Αθήνα με ένα ξύλινο καράβι. Το σκάφος συντηρούνταν από αθηναίους πολίτες, οι οποίοι αντικαθιστούσαν συνεχώς τις σάπιες σανίδες του με ισχυρή, φρέσκια ξυλεία.

Γοητευμένος από αυτή τη μυθική ιστορία, ο ιστορικός και φιλόσοφος Πλούταρχος διατύπωσε την εξής εύλογη απορία: «Αφού από το πλοίο του Θησέα είχε τελικά αφαιρεθεί όλο το αρχικό σκαρί, θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα το ίδιο πλοίο;». Το ερώτημά του βασανίζει επί αιώνες τη δυτική σκέψη. «Τι θα γινόταν εάν…», αναρωτήθηκε ο άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς, «κάποιος κατασκεύαζε μια δεύτερη βάρκα από τις πεταμένες σανίδες; Θα είχαμε τότε δύο πρωτότυπα σκάφη;». Και τι γίνεται με τη δική μας εποχή της μηχανικής αντιγραφής; Μήπως η αναπαραγωγή είναι ο χειρότερος εχθρός της δημιουργίας;

Οπως αφηγείται η Γουάνγκ σε μια ιστορία που μοιράζεται με τους αναγνώστες, πριν από λίγο καιρό βρέθηκε η ίδια να περιφέρεται στο Παρίσι με μια τσάντα-«μαϊμού» Celine κρεμασμένη στον ώμο της. Στη Γαλλία –τη χώρα που μαζί με την Ιταλία ντύνουν έναν ολόκληρο πλανήτη– οι τιμωρίες για την παραχάραξη είναι αυστηρές, σε σημείο που μπορεί κάποιος να κινδυνεύσει με τρία χρόνια φυλάκιση μόνο και μόνο επειδή κουβαλάει μια μικρή fake τσάντα. Ωστόσο, η «απάτη» της τσάντας ήταν μη ανιχνεύσιμη για τα ανθρώπινα μάτια, υποστηρίζει η δημοσιογράφος. 

Η τσάντα-«απάτη» και ο στοχασμός του Πλούταρχου

Ετσι, περπατούσε στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας με το μικρό μυστικό της, ενθυμούμενη τα λόγια του σπουδαίου φιλοσόφου της Αρχαιότητας: Σαν ένα πλοίο ανακατασκευασμένο με πανομοιότυπο ξύλο, όχι όμως το αυθεντικό, η τσάντα στο μπράτσο της είχε κατασκευαστεί στο ίδιο σχέδιο, φαινομενικά με τα ίδια αστραφτερά υλικά, όπως το πρωτότυπο. Ωστόσο, δεν ήταν παρά ένα φθηνό κόλπο, μια απάτη. Οπως περιγράφει η Γουάνγκ, η περιδίνησή της στον κόσμο των τσαντών και αξεσουάρ «ρέπλικα» –γνωστών ως «superfakes»– ξεκίνησε μερικά χρόνια νωρίτερα, ως μια αυθόρμητη τρέλα.

Ηταν αρχές του 2021 όταν, βυθισμένη στην ατελείωτη μονοτονία της πανδημίας και της καραντίνας, έπιασε το βλέμμα της να παρασύρεται από διαφημίσεις τις οποίες είχε βρει σερφάροντας στο διαδίκτυο. Σε μία από αυτές, το σούπερ μόντελ Κάια Γκέρμπερ (η κόρη της Σίντι Κρόφορντ) κρατούσε στα χέρια της με αγάπη μια Celine Triomphe. Αντανακλαστικά, αναζήτησε την αξία της τσάντας στο διαδίκτυο, με την περαιτέρω έρευνα να την πληροφορεί ότι αν ήθελε να την αποκτήσει, θα έπρεπε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, πληρώντας πάνω από 3.500 δολάρια. Εκλεισε το laptop της τρομοκρατημένη.

Εχοντας μεγαλώσει με έναν πατέρα μετανάστη πρώτης γενιάς, αρνήθηκε να γίνει ο τύπος του ανθρώπου που λαχταρούσε τέτοιες πολυτέλειες. Αλλωστε, πάντα καταλάβαινε ότι αυτά τα πράγματα δεν ήταν για εκείνη. Ωστόσο, όπως περιγράφει, μέρες αργότερα και βυθισμένη ακόμα «στην κινούμενη άμμο της καραντίνας», βρέθηκε να γκουγκλάρει στον φορητό υπολογιστή της τη φράση «πώς μπορώ να αγοράσω φθηνά μια Celine Triomphe». Η αναζήτηση την οδήγησε σε μια κοινότητα του Reddit, όπου οι χρήστες αντάλλασσαν λεπτομέρειες σχετικά με «έμπιστους πωλητές», ικανούς να παραδώσουν μια κλασική Chanel 2.55, μια Loewe Puzzle ή μια Hermès Birkin σε τιμή στο 5% της αξίας του αυθεντικού προϊόντος, με την υπόσχεση ότι κανείς δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει την τσάντα-«μαϊμού».

«Από πού προήλθαν αυτές οι συγκλονιστικές απομιμήσεις;» δεν μπορούσε να σταματήσει να αναρωτιέται. Αυτά τα fake προϊόντα, όπως μπορεί να σας πει όποιος έχει περάσει από τους πλανόδιους στο Las Vegas Strip ή στην Canal Street του Μανχάταν, δεν είναι κάτι καινούργιο ή σπάνιο. Ωστόσο, την περασμένη δεκαετία οι Κινέζοι μπήκαν δυναμικά στην αγορά των προϊόντων-«μαϊμού», πουλώντας απομιμήσεις με εντυπωσιακά καλής ποιότητας δέρμα. Αλλα και κάποιοι αγοραστές των αυθεντικών προϊόντων μεταπώλησης κατάφεραν να ξεγελάσουν ακόμη και το πιο εκπαιδευμένο μάτι.

«Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο συνεχώς διογκώνεται» δήλωσε στους NYT ο Μπόμπ Μπαρκέζι, πρόεδρος του Διεθνούς Συνασπισμού κατά της Παραχάραξης. Ο Χάντερ Τόμσον, ο οποίος επιβλέπει τη διαδικασία ελέγχου ταυτότητας στον ιστότοπο πολυτελών αποστολών RealReal, διευκρίνισε: «Οι κατασκευαστές των προϊόντων-«μαϊμού» έχουν φθάσει στο σημείο να μπορούν να αναπαράγουν τα αυθεντικά προϊόντα σχεδόν αμέσως, την ίδια σεζόν που βγαίνουν στην αγορά». Κοντολογίς, ένα τρικ που κάποτε ήταν μια πονηρή καινοτομία «άνθησε» και μετατράπηκε σε μια γιγαντιαία αγορά.

Το 2016, μια γυναίκα από τη Βιρτζίνια καταδικάστηκε επειδή βρέθηκε να έχει επιστρέψει σε πολυτελείς μπουτίκ, αντί για τα αυθεντικά προϊόντα αξίας 400.000 δολαρίων που συνολικά είχε αγοράσει, προϊόντα-«μαϊμού» και ρέπλικες, ξεγελώντας ακόμα και τους πιο έμπειρους πωλητές. Στη συνέχεια, τα αυθεντικά προϊόντα τα πουλούσε η ίδια σε άλλους αγοραστές που δεν είχαν πρόσβαση σε αυτά.

Η πανδημία εκτίναξε και τις fake πωλήσεις

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, οι πωλήσεις των fake προϊόντων εκτοξεύθηκαν: ήταν ένας συνδυασμός της ανίας από την καραντίνα, του «φρένου» στις δαπάνες (καθώς οι μπουτίκ δεν λειτουργούσαν και η παραγωγή είχε μπει «στον πάγο»), αλλά και της αναζήτησης του απλού κόσμου για ένα νέο ερέθισμα ή χόμπι.

Ετσι, η άνοδος των πωλήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Instagram έφθασε σε δυσθεώρητα ύψη. Ειδικά σήμερα, με τις ανατιμήσεις και τον καλπάζοντα πληθωρισμό, ακόμα και καταναλωτές που κάποτε ξόδευαν τεράστια χρηματικά ποσά για πολυτελή είδη διστάζουν να αγοράσουν μια τσάντα αξίας 10.000 δολαρίων, όταν υπάρχει πλήθος αγορών όπου μπορούν να βρουν το πιο πιστό αντίγραφο με μόλις 100 δολάρια. Κάπως έτσι, όπως περιγράφει η δημοσιογράφος των NYT, βρέθηκε να συνομιλεί στο WeChatted με μια πωλήτρια fake προϊόντων στην Κίνα, η οποία της είπε ότι λέγεται Λίντα.

Μόλις το ζήτησε, αμέσως της έστειλε φωτογραφίες από 12 καλοφτιαγμένες τσάντες-ρέπλικες Celine. Η πωλήτρια τη διαβεβαίωσε ότι θα είχε την ευκαιρία να κάνει «QC» (έλεγχο ποιότητας), αλλά και να λάβει τα «PSP» (φωτογραφίες πριν από την αποστολή του δέματός της). Μια έκδοση «υψηλού επιπέδου» του συγκεκριμένου μοντέλου της Celine, το οποίο διακαώς επιθυμούσε, θα της κόστιζε περίπου 132 δολάρια. «Ωραία, ώρα να επιλέξω χρώμα» είπε από μέσα της η Γουάνγκ. Παρ’ όλα αυτά, δίστασε για μερικές μέρες, πριν τελικά της στείλει ξανά μήνυμα:

«Τη θέλω σε κρεμ, παρακαλώ» έγραψε. Ηταν μεσάνυχτα στην Κίνα, αλλά η Λίντα της απάντησε μέσα σε δευτερόλεπτα: «Εγινε! Η τσάντα θα είναι στην πόρτα σου σε περίπου τρεις εβδομάδες!»

. Η «παρθενογένεση» στη βιομηχανία της μόδας

Το να αναζητάς την «παρθενογένεση» στη βιομηχανία της μόδας είναι σαν να προσπαθείς να ξανατυλίξεις κουβάρια από νήματα. Οι γνωστοί και πολυτελείς οίκοι μόδας ξοδεύουν δισεκατομμύρια για την καταπολέμηση των απομιμήσεων, αλλά ακόμη και οι αυθεντικές τσάντες, όπως η Prada Cleo ή η Dior Book, φτιάχνονται με πανομοιότυπες μηχανές, όπως συχνά και τα πιστά αντίγραφά τους, εγείροντας το ερώτημα:

Τι ακριβώς είναι το τόσο «μοναδικό» σε μια αυθεντική τσάντα; Μήπως είναι απλώς σε ποια τσέπη θα καταλήξουν τα χρήματα των αγοραστών; Εξάλλου, ο μιμητισμός δεν είναι δα και κάτι καινούργιο. Πριν από την εκβιομηχάνιση, πριν διαδοθούν οι τσάντες ως αξεσουάρ, ο μιμητισμός ήταν απαραίτητος για τη μοδίστρα στην οποία ραβόταν η κάθε πλούσια κυρία: παρατηρούσαν τα φορέματα σε φίλες και γνωστές τους και έπειτα κατευθύνονταν στις δικές τους μοδίστρες για να αντιγράψουν τα κοψίματα, τη μέση ή τα μανίκια. Κατόπιν ήρθαν οι εφευρέσεις μαζικής παραγωγής του 19ου αιώνα.

Η Γουάνγκ μίλησε και με την Κέλι, μια ακόμα πωλήτρια φθηνών απομιμήσεων των γνωστών οίκων μόδας. (Το «Κέλι» δεν είναι το πραγματικό της όνομα, αλλά το αγγλικό παρατσούκλι που χρησιμοποιεί στο WhatsApp.) Επικοινώνησε με περισσότερους από 30 πωλητές αψεγάδιαστων fake τσαντών, μέχρι να πείσει κάποιον από αυτούς να πει το πολυπόθητο ΟΚ για μια συνέντευξη. Τελικά, η Κέλι δέχθηκε. Της εξομολογήθηκε πως εργαζόταν στο real estate στη Σαγκάη, πριν ασχοληθεί με αυτόν τον κλάδο, αλλά βαρέθηκε τη δουλειά γραφείου. Πλέον, εργάζεται από το σπίτι της στην Γκουανγκτζού.

Στην καθημερινότητά της, κλείνει διαδικτυακά συμφωνίες για τσάντες Gucci Dionysus ή Fendi Baguette έχοντας στο ένα χέρι το τηλέφωνο ενώ με το άλλο μαγειρεύει το μεσημεριανό γεύμα της οκτάχρονης κόρης της. Η Κέλι βρίσκει όλη την επιχείρηση με τις fake πολυτελείς τσάντες «ένα πολύ ιδιότροπο επάγγελμα» λέει στη Γουάνγκ στα κινέζικα. Αλλά η ισορροπία της επαγγελματικής και της προσωπικής ζωής είναι βασική για εκείνη. Ως εκπρόσωπος πωλήσεων για απομιμήσεις η Kέλι κερδίζει έως και 30.000 γουάν, δηλαδή περίπου 4.300 δολάρια τον μήνα.

Σε μια καλή μέρα η Kέλι μπορεί να πουλήσει περισσότερες από 30 αστραφτερές τσάντες Chloé και Yves Saint Laurent σε πελάτισσες κυρίως από τις ΗΠΑ. «Αν μια τσάντα μπορεί να αναγνωριστεί ως ψεύτικη», λέει, «δεν αξίζει τον κόπο να την αγοράσει ο πελάτης», επομένως πουλάει μόνο τσάντες υψηλής ποιότητας, αλλά και σε δελεαστικά προσιτές τιμές των 200 ή 300 δολαρίων έκαστη. Η Kέλι κρατάει περίπου το 45% κάθε πώλησης, από το οποίο πληρώνει για το κόστος μεταφοράς του προϊόντος, τυχόν απώλειες και άλλα έξοδα.

Το υπόλοιπο ποσό πηγαίνει σε ένα δίκτυο κατασκευαστών που μοιράζουν έσοδα για να πληρώσουν γενικά έξοδα, όπως υλικά και μισθούς. Οταν ένας πελάτης συμφωνεί να παραγγείλει μια τσάντα από την Kέλι, η ίδια επικοινωνεί με έναν κατασκευαστή και κανονίζει να βγει μια τσάντα Birkin από την αποθήκη σε ένα κουτί αποστολής χωρίς σήμανση, περίπου σε μία εβδομάδα. Επειτα τη στέλνουν στον πελάτη, αφού αυτός καταθέσει τα χρήματα. Στο Γκουανγκτζόου, από όπου θεωρείται ότι προέρχεται η συντριπτική πλειονότητα των superfakes, οι ειδικοί έχουν εντοπίσει δύο βασικούς λόγους πίσω από τις αστραπιαίες νέες ταχύτητες κατασκευής των παράνομων προϊόντων: την πολυπλοκότητα στην τεχνολογία κατασκευής τσαντών και τους ίδιους τους κατασκευαστές τσαντών

. Οσο για το πώς τα superfakes επιτυγχάνουν να μοιάζουν τόσο πολύ με τα πρωτότυπα προϊόντα, ο Λιούις, ο οποίος έχει βρεθεί μέσα στα συγκεκριμένα εργοστάσια κατασκευής, λέει ότι είναι απλώς ένας συνδυασμός δεξιοτεχνίας και υψηλής ποιότητας πρώτων υλών. Ορισμένοι κατασκευαστές superfake προϊόντων ταξιδεύουν στην Ιταλία για να προμηθευτούν πρώτες ύλες από τις ίδιες αγορές δέρματος από όπου προμηθεύονται και οι γνωστοί οίκοι μόδας. Αλλοι αγοράζουν πρώτα τις αυθεντικές τσάντες, για να εξετάσουν κάθε βελονιά και να μιμηθούν ακριβώς την κατασκευή του κάθε μοντέλου.

Μια βιομηχανία πολλών δισ. δολαρίων

Για τους λάτρεις των απομιμήσεων τσαντών και πορτοφολιών, στο Reddit, το «187 Factory» είναι θρυλικό για τις κορυφαίες απομιμήσεις του τσαντών Chanel. Εχει ένα premium 600 δολαρίων για μια καπιτονέ κλασική τσάντα σε caviar δέρμα, κάτι που καθιστά την κατασκευή της ακριβότερη κατά περίπου 200 δολάρια. Ωστόσο, το τελικό κόστος κατασκευής απέχει πάρα πολύ από την τελική τιμή της αυθεντικής τσάντας σε μια μπουτίκ Chanel (10.200 δολάρια) ή σε ιστοτόπους μεταπώλησης (5.660 δολάρια, στην καλύτερη περίπτωση, για μια ελαφρώς μεταχειρισμένη στο Fashionphile, ή 3.600 δολάρια για μιία αυθεντική Chanel με «πολλές γρατσουνιές» στο RealReal).

Μόνο πέρυσι κατασχέθηκαν περισσότερες από 300.000 fake τσάντες και πορτοφόλια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ανθρώπων της αγοράς, η αγορά των απομιμήσεων είναι μια βιομηχανία πολλών δισ. δολαρίων. Οσο για το τι απέγινε η παραγγελία της fake Celine; Υστερα από εβδομάδες και εκατοντάδες ανήσυχα κλικαρίσματα εκ μέρους της Γουάνγκ στη σελίδα παρακολούθησης των αποστολών της DHL, η fake Celine Triomphe τελικά έφθασε στο κατώφλι της, με πανομοιότυπο τρόπο με ό,τι άλλο έχει παραγγείλει διαδικτυακά, όπως λέει. Τελικά, όταν άνοιξε το κιβώτιο, τίποτα δεν έδειχνε fake πάνω στην τσάντα. Τίποτα δεν ήταν ανιχνεύσιμο.

Μέτρησε τις ραφές, μέτρησε διαστάσεις. Το μόνο διαφορετικό ήταν στην αφή: το δέρμα ήταν λίγο άκαμπτο, μάλλον λιγότερο βελούδινο από την έκδοση που είχε ακουμπήσει στην μπουτίκ της Celine στο Σόχο όταν την επισκέφθηκε, πριν παραγγείλει τη φθηνή απομίμηση. Ενα παράξενο και περίπλοκο συνονθύλευμα συναισθημάτων την κυρίευε έκτοτε όπου και αν κουβαλούσε την τσάντα. Επικοινώνησε με ακόμα περισσότερους πωλητές και αγόρασε ακόμα περισσότερες απομιμήσεις. Αγόρασε μια Gucci 1955 Horsebit για μόλις 100 δολάρια, η οποία τελικά έβγαλε τα λεφτά της, αφού τη συνόδευσε σε διακοπές σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Αλλά την αγαπημένη της Celine Triomphe, την πρώτη της ρέπλικα, δεν την ξέχασε. Την κράτησε σε ένα πάρτι γεμάτο από επωνύμους στο Μανχάταν, πιάνοντας συχνά τον εαυτό της να κολακεύεται από τα επιδοκιμαστικά χαμόγελα πλούσιων αγνώστων.

Απομίμηση… ανωτερότητας

Υπάρχει μια αυταρέσκεια, κάτι που σε κάνει να νιώθεις ανώτερος όταν κρατάς μια επώνυμη, ακριβή τσάντα –αυτό είναι μάλλον το θέμα–, αλλά προς έκπληξή της διαπίστωσε ότι αυτό συνέβαινε και με τις απομιμήσεις. Παραδόξως, ενώ δεν υπάρχει τίποτα πιο συνηθισμένο από μια fake τσάντα που βγαίνει από ένα αυτοσχέδιο εργοστάσιο απλών εργατών που μελετούν πώς να αναπαράγουν την ιδέα κάποιου άλλου, δεν υπάρχει και τίποτα το πιο πρωτότυπο.

Ενώ μια ντουλάπα μπορεί να αποκαλύψει πολλά για την προσωπικότητα του κατόχου της –καμιά φορά ακόμα και τα συναισθήματά του–, μια πολυτελής, ακριβή τσάντα λέει πάντα το ίδιο πράγμα: εκφράζει τη δύναμη, το χρήμα και μια ανώτερη κοινωνική θέση. Γιατί οι γυναίκες λαχταράμε πάντα πανάκριβα «τσουβάλια»; Γιατί οι ανατιμήσεις σε οίκους όπως οι Hermès, Chanel, Louis Vuitton, Bottega Veneta έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας; Γιατί υποβάλλουν τα προϊόντα τους σε αυξήσεις χιλιάδων δολαρίων, με τους πελάτες να κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν για να τα αποκτήσουν;

«Είναι ένα είδος αποκλειστικότητας, χωρίς αποκλεισμούς» λέει η συγγραφέας Τζούντιθ Θέρμαν. «Μια περιποιημένη τσάντα είναι μια μικρή απόλαυση. Είναι το μόνο αντικείμενο μόδας που καμία γυναίκα δεν επιθυμεί να θυσιάσει. Το να φοράς κάτι ακριβό σε κάνει να νιώθεις ο πιο πολύτιμος εαυτός σου» υποστηρίζει. «Και όλοι χρειαζόμαστε –σε αυτή την απίστευτη εποχή της κοσμικής ανασφάλειας– μια μικρή ώθηση, που μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε πιο ξεχωριστοί από ό,τι αν φορούσαμε κάτι που κοστίζει μόλις 24,99 δολάρια. Είναι μαζική η αυταπάτη, αλλά η βιομηχανία της μόδας αφορά μαζικές αυταπάτες».

Σε ποιο σημείο, όμως, μια μαζική αυταπάτη γίνεται πραγματικότητα; Υπάρχουν κάποιοι λογαριασμοί στο Instagram και στο TikTok όπου οι χρήστες παρακολουθούν ανθρώπους που καταστρέφουν πανάκριβες τσάντες πολυτελών οίκων μόδας κόβοντάς τες με γιγαντιαία ψαλίδια και χτυπώντας τες ακόμα και με σφυριά, επιχειρώντας έτσι να αποδείξουν ότι η Chanel ή η Louis Vuitton δεν έχει τίποτα το αξιοζήλευτο από άποψη ποιότητας κατασκευής και χειροτεχνίας, σε σχέση με μια καλοραμμένη ρέπλικα. (Spoiler: Πολύ σπάνια οι αυθεντικές είναι καλύτερες τσάντες κατασκευαστικά από τις ρέπλικες, με εξαίρεση ίσως τις Bottega Veneta και τις Hermès.)

Αποδεικνύεται περίτρανα, έτσι, ότι κόστος μιας πολυτελούς τσάντας δεν αφορά το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη. Είναι θέμα υπεραξίας. Οπως είπε πολύ επιτυχημένα στους NYT μια 29χρονη δημιουργός του TikTok που έχει φτιάξει πολλά βίντεο για τις απομιμήσεις, «οι τσάντες-ρέπλικες είναι ο εκδημοκρατισμός της μόδας».

Ο,τι πληρώνεις, παίρνεις

Με το χάσμα της ανισότητας πλούτου σε όλον τον κόσμο να βαθαίνει, δεν είναι πια της μόδας να κρατάς ακριβά πράγματα. Η ηθοποιός Τζέιν Μπίρκιν, που δάνεισε το όνομά της στο «κόσμημα του στέμματος» του οίκου Hermès, είχε δηλώσει στη Vogue ότι αδιαφορεί για τις fake τσάντες Birkin.

«Εάν ο κόσμος θέλει να αγοράσει μία αυθεντική Birkin, είναι εντάξει. Εάν επιθυμεί να πληρώσει για μια απομίμηση της Birkin, και πάλι είναι ΟΚ. Δεν νομίζω ότι έχει καμία σημασία» είχε πει. Η δημοσιογράφος ρώτησε την Κέλι τι πιστεύει για τους πελάτες της και την εμμονική λαχτάρα τους για αυτά τα λαμπερά, συχνά χωρίς φαντασία, μικροσκοπικά αντικείμενα, όπως οι τσάντες των πολυτελών οίκων μόδας και οι φθηνές απομιμήσεις τους. Η Γουάνγκ περίμενε ότι θα της απαντούσε κάτι που εκείνη δεν είχε σκεφτεί, ότι θα της αποκάλυπτε κάποιο ιδιαίτερο μυστικό για τις ρέπλικες, ή τουλάχιστον κάτι βαθυστόχαστο.

Αντιθέτως, η Κέλι, έπειτα από δευτερόλεπτα σκέψης, της απάντησε: «Ξέρεις, υπάρχει ένα παλιό κινέζικο ρητό που λέει “ό,τι πληρώνεις, παίρνεις”». (Ή «πάντα παίρνεις αυτό για το οποίο πλήρωσες», σε μετάφραση από τα κινέζικα.) 

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 14 Μαΐου 2023 05:39

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.