ενημέρωση 12:40, 29 May, 2024

Κλαούζεβιτς - Ο μύθος του ολοκληρωτικού πολέμου

Στις 16 Νοεμβρίου 1831 απεβίωσε από χολέρα στην πόλη Μπρεσλάου της Σιλεσίας (νυν Βρότσλαβ της Πολωνίας) ο πρώσος στρατηγός Καρλ φον Κλαούζεβιτς (Κλάουζεβιτς), ένας από τους πλέον διάσημους παγκοσμίως θεωρητικούς της τέχνης του πολέμου.

Γόνος μεσοαστικής οικογένειας και γιος στρατιωτικού, ο Κλαούζεβιτς (Carl von Clausewitz) γεννήθηκε στην πόλη Μπεργκ (Burg, στην ευρύτερη περιοχή του Μαγδεβούργου) του Βασιλείου της Πρωσίας την 1η Ιουνίου 1780.

Πολέμησε κατά των Γάλλων του Ναπολέοντος Βοναπάρτη, κατέχοντας μάλιστα το αξίωμα του επιτελάρχη ενός εκ των πρωσικών σωμάτων στρατού στην περιώνυμη μάχη του Βατερλώ, η οποία σηματοδότησε την οριστική ήττα του αυτοκράτορα της Γαλλίας και έβαλε τέλος στον αποκαλούμενο Μεγάλο Πόλεμο της Ευρώπης, τον πόλεμο μεταξύ της Γαλλίας και των γειτόνων της.

Ο Κλαούζεβιτς, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου (1818-1830), κατέλιπε ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Κορυφαίο σύγγραμμά του υπήρξε, ασφαλώς, το «Περί του πολέμου» ή «Η φιλοσοφία του πολέμου» (Vom Kriege), που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και πηγή άντλησης διδαγμάτων για στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες ακόμα και σήμερα, δύο σχεδόν αιώνες μετά το θάνατό του.

Στο φύλλο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει στις 20 Σεπτεμβρίου 1955 υπήρχε ένα άρθρο αφιερωμένο στον Κλαούζεβιτς. Εκεί διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Μία νέα πλήρης έκδοσις του περιφήμου έργου του Κλάουζεβιτς «Περί της τέχνης του πολέμου» παρέχει αφορμήν εις μακρά σχόλια των ειδικών: «Όπως και η φιλοσοφία, έτσι και ο πόλεμος έχει τον Αριστοτέλην του. Η μεγάλη όμως διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι, ενώ η φιλοσοφία είχε και έχει απειραρίθμους δασκάλους, ο πόλεμος δεν είχε και δεν έχει παρά έναν και μόνον, τον Γερμανόν αξιωματικόν Καρλ φον Κλάουζεβιτς».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 20.9.1955, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Κλάουζεβιτς, ο οποίος εγεννήθη το 1780 εις την Πρωσσίαν, είναι ο πρώτος άνθρωπος που εκατάλαβε ότι αι νίκαι του Μεγάλου Ναπολέοντος δεν ήσαν τόσον αποτέλεσμα μιας μεγαλοφυούς στρατηγικής όσον της επιτηδείας χρησιμοποιήσεως των μεγάλων εθνικών μαζών που είχαν αναρριχηθή εις το προσκήνιον της ιστορίας με την Γαλλικήν Επανάστασιν. Και όταν οι θρίαμβοι του φοβερού Κορσικανού κατέστησαν την Πρωσσίαν υπόδουλον της Γαλλίας, ο συνταγματάρχης Κλάουζεβιτς, που είχε τότε αυτόν τον βαθμόν, επήγε και έθεσε τον εαυτόν του εις την διάθεσιν του Τσάρου. Αυτός είναι εκείνος που έπεισε τον Τσάρον να μη δώση μάχην κατά των Γάλλων εις τα πολωνικά σύνορα, όπως του είχε συστήσει το επιτελείον του, αλλά αντιθέτως να υποχωρήση και να εφαρμόση την τακτικήν της νικηφόρου υποχωρήσεως, την οποίαν πρώτην φοράν εφήρμοζεν εις παρομοίαν κλίμακα ένας μεγάλος ευρωπαϊκός στρατός, και η οποία ήρχετο εις αντίθεσιν με τα διδάγματα των κλασσικών στρατιωτικών θεωρητικών και δεν έπαυσε να απασχολή τον ίδιον τον Κλάουζεβιτς μέχρι του προώρου θανάτου του, το 1831.

Ο Κλάουζεβιτς ήτο ένας στρατιωτικός με μεγάλην φιλοσοφικήν μόρφωσιν, μαθητής του ιδεαλιστού φιλοσόφου Φίχτε (σ.σ. ο γερμανός φιλόσοφος Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, 1762-1814), και είναι χαρακτηριστικόν ότι ο Κλάουζεβιτς, ως πιστός μαθητής του Φίχτε, έχει ως αφετηρίαν των συλλογισμών του έναν εκ των προτέρων ορισμόν του πολέμου, από τον οποίον εξάγει όλα τα συμπεράσματά του. Ο Κλάουζεβιτς θεωρεί τον πόλεμον ως την ολοκληρωτικήν έκφρασιν της καθαράς βίας και από την θέσιν του αυτήν εξάγει όλα του τα συμπεράσματα σχετικώς με τον ολοκληρωτικόν πόλεμον. Από εκεί αρχίζει ο μύθος Κλάουζεβιτς, δηλαδή ο μύθος του ολοκληρωτικού πολέμου.

Τον μύθον αυτόν ηκολούθησε πιστώς μία σειρά Γερμανών πολιτικών και στρατιωτικών, και άνδρες ωσάν τον Μόλτκε, τον Μπίσμαρκ ή τον Λούντεντορφ δεν υπήρξαν παρά μαθηταί του Πρώσσου συνταγματάρχου. Εις την Γαλλίαν αντιθέτως —και ίσως αυτό να εξηγή, τουλάχιστον εν μέρει, την ήτταν της του 1870— οι αξιωματικοί επεριφρονούσαν τον Κλάουζεβιτς και μόνον ο σοσιαλιστής Ζαν Ζωρές, όταν συνέγραψε το μεγάλο έργον του «Ο νέος στρατός», εδιάβασε τον Κλάουζεβιτς με κάποιαν επιμέλειαν. Είναι αξιοσημείωτον ότι μερικά έτη αργότερα ένας άλλος, διαφορετικού τύπου σοσιαλιστής, ο Ρώσος Λένιν, ενέκυψε με την σειράν του επί των σελίδων του Κλάουζεβιτς κατά την διάρκειαν της εξορίας του εις την Ελβετίαν. Εκείνο που έκαμεν ιδιαιτέραν εντύπωσιν εις τον Λένιν, όπως μαρτυρούν τα «Τετράδιά» του, ήτο η αντίληψις του Κλάουζεβιτς κατά την οποίαν «ο πόλεμος δεν είναι παρά η συνέχισις της πολιτικής με άλλα μέσα» και από την οποίαν εξήγαγε την εξίσωσιν «πόλεμος = η πολιτική όπου το σπαθί αντικαθιστά την πέννα». Αλλά ο Λένιν, με την διεισδυτικότητα που τον διέκρινεν, αντελήφθη μαζί και τον κίνδυνον που ενυπάρχει εις την χρησιμοποίησιν των θεωριών του Κλάουζεβιτς από τους στρατιωτικούς: ο νικηφόρος στρατηγός που εφήρμοσε τας θεωρίας του Κλάουζεβιτς, εάν τύχη και γίνη κυβερνήτης της χώρας του, θα τείνη να εξισώση τους πολίτας με τους πειθαρχικούς άνδρας ενός στρατού και δεν θα αργήση να μετατραπή εις δικτάτορα. Τελικώς δε ο «κλαουζεβιτσιανός» δικτάτωρ θα νομίζη ότι το έθνος δεν είναι παρά μία άβουλη μάζα στρατιωτών.

Αυτός ο κίνδυνος ίσως να εξηγή διατί, πολλά έτη αργότερα, ο Στάλιν, παρ’ όλον ότι εφήρμοσε και αυτός πιστώς τα μαθήματα του Κλάουζεβιτς περί της «νικηφόρου υποχωρήσεως», έγραψεν ότι ο Πρώσσος θεωρητικός ήτο πλέον «ξεπερασμένος» και δεν ανήκε παρά εις την «βιοτεχνικήν περίοδον της ιστορίας του πολέμου». Διότι ο Στάλιν είχε διακρίνει μέσα εις τας σελίδας του Κλάουζεβιτς μίαν τάσιν αφομοιώσεως του στρατού και του έθνους, της επαναστάσεως και του πολέμου, όπως και ο μεγάλος Άγγλος στρατιωτικός κριτικός Λίντελ Χαρτ, ο οποίος εις τας ιδίας σελίδας είχε διακρίνει την αυτήν ακριβώς τάσιν. Αι αντιδράσεις του Στάλιν και του Λίντελ Χαρτ ενώπιον των σελίδων αυτών του Κλάουζεβιτς αποτελούν μίαν λαμπράν απόδειξιν της επικαιρότητος του Πρώσσου θεωρητικού του πολέμου.

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2023 15:37

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.