ενημέρωση 7:33, 20 July, 2024

Και τώρα τι κάνουμε;

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Και βέβαια δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον λαό. Και ασφαλώς ο λαός έχει δικαίωμα στο λάθος. Και ούτε αλλάζουμε το κοινό για να κρατήσουμε την αποτυχημένη παράσταση.  Αλλά ζωγραφίζουμε  το ένα χέρι να ζωγραφίζει το άλλο (Έσσερ). Κρίνουμε τον λαό, όντας λαός οι ίδιοι. Έχουμε την τέχνη και την αυτοαναφορά. Την επίγνωση και την αυτοκριτική. Είμαστε μειοψηφία και γινόμαστε μειονότητα: η μόνη ηγεμονία που αξίζει να διαθέτει κανείς.

Είμαστε και οι ίδιοι παρόντες στην ολότητα που εκθέτουμε (διαδικασία). Εκτιθέμεθα, αλλά δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ενώ τοποθετούμε την Ιστορία κάτω από τυπικούς νόμους κι ενώ δεχόμαστε τον κανόνα της πλειοψηφίας (Δημοκρατία), την ίδια στιγμή δεν διστάζουμε να παραδε-χτούμε ότι ο κανόνας αυτός που την κάνει, την ξεκάνει, διότι στην Ιστορία οφείλει την εμφάνισή του, την εφαρμογή του ή τη νόθευσή του.

Σήμερα η νόθευση αρκεί. Είναι ο ίδιος ο λαός νοθευμέ-νος που νοθεύει εν’ ονόματί του, ό,τι τον καθιστά κυρίαρχο. Νοθεύει, πλειοψηφώντας, τη Δημοκρατία. Μια δομική αιτιότητα εδώ, που η αιτία της βρίσκεται στο αποτέλεσμά της.

Σε αυτό συμβάλλουν προφανώς και οι εφημερίδες, τα κοινωνικά μέσα: οι ανισότητες και στην πληροφόρηση και στην εργασία, του νεοφιλελευθερισμού. Συμβάλλει βέβαια και η αλλοτρίωση από το Θέαμα. Μετά ως Θέαμα και η ίδια η αλλοτρίωση καταλήγει σε μια δημοσιογραφία, τοξική, άρα ευπώλητη. Φετιχισμός του εμπορεύματος; Ασφαλώς, οπότε φετιχισμός της γνώμης και της εικόνας. Άντε μετά να βρούμε την πόρτα του σπιτιού μας.

«Μπορείς να εμπιστευτείς δύναμη σε κάποιον;» διερωτάται ο Σαίξπηρ; Έτσι βλέπω μια παράσταση. Όχι σαν σίριαλ αλλά σαν τραγωδία όπου τον Πρόσπερο τον παίζει η Έλεν Μίρερ.

Αισθάνθηκα συχνά τρομοκρατημένος απ’ όσα κρύβω μέσα μου. Και πάντα θεώρησα ως «Άλλον», αυτούς που με διαβάζουν. Πάντα το δυσανάγνωστο ήταν ο τόπος της γραφής μου αλλά και το πείσμα μου να γίνω ευανάγνωστος μέσα από αυτό. Και το ότι οι γνώσεις μου καμία αλήθεια δεν εγγυώνται, με αναγκάζει πάντα να γράφω ένα «quid pro quo», που όμως είναι συνεχώς το ίδιο (Έσσερ). Μια μονοκοντυλιά. Γιατί ούτε όσα γράφω διαφοροποιούνται με την ανάγνωση, ούτε η συνεισφορά μου στο δημόσιο λόγο με οδηγεί σε κανένα «ξέφωτο του Είναι». Εγώ, ο ίδιος πάντα (semper idem), τί να τις κάνω τις διατυπώσεις μου; Λειτουργούν στιγμιαία όσο κρατάει η λάμψη τους στο gr. Ή το μελάνι στο έντυπο, εφήμερο φύλλο.

Για το αδιέξοδο της πλειοψηφίας, ας μην γελιόμαστε. Η διέξοδος είναι η Δημοκρατία. Υπάρχει όμως δυσλειτουργία, αυταπάτη και εξαπάτηση, την ίδια στιγμή που τα καθεστάτα λειτουργούν. Όπως στην Τρικυμία, ο Κάλιμπαν, ο Άριελ και ο Πρόσπερο, συναγελάζονται στο μαγικό νησί. Κι έτσι μπορεί να επαίρεται ο κ. Χ δια στόματος Τσώρτσιλ: «η Δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα με εξαίρεση κάθε άλλο».

Είτε μιλάει η Σαντάλ Μουφ για τα παράδοξα της Δημοκρατίας είτε ο Χ β για τη μετα-Δημοκρατία είναι το ίδιο πράγμα σε μια κοινωνία εγωπαθή που εξαντλεί τα επιστημολογικά «παρα-δείγματα» και εξαντλείται καθώς δεν μπορεί να επινοήσει άλλα. Η ex nihilo θέσμιση του Καστοριάδη τώρα δοκιμάζεται. Και η ρωγμή τόσο στα πορσελάνινα φλυτζανάκια του σερβίτσιου όσο και στις κεραμικές κούπες, βαθαίνει.

Η Δημοκρατία με μια vintage νομολογία του ανθρωπότυπου εκείνου που ονομάζεται «συνταγματολόγος» με χαρακτηριστικά συνήθως, επαρχιακού συμβολαιογράφου, εξαπατά. Σαν την καλο-στημένη μηχανή όπου ο εκάστοτε k. X, την αποκαλύπτει μαζί με τα τρολ στα υπόγεια. Αλλά τα τρολ των υπογείων αποζητούν τα τρολ της κοινωνίας για να φτιάξουν τη Civitas Dei, το διαδίκτυο. Η Αριστερά της όμως, που υποτίθεται πως ξέρει τι ποιεί η Δεξιά της, έπαθε αλτσχάιμερ και την αναζητούμε στους δρόμους με silver alert.

Δεν της αρκεί να επιστρέψει για να θυμηθεί και να ξαναγίνει τίποτα ξανά χωρίς το ηθικό μειονέκτημα της δήθεν θρησκευτικότητας. «Κάποιοι δούλεψαν υπόγεια με στημένο μηχανισμό για να μας αποδομήσουν». Αλλά από τη στιγμή που και ο κάθε κ. X μιλά για αποδόμηση, πώς και ο έτερος τίποτα να μην θεωρήσει τον εαυτό του Κοριολανό; Οι αξιωματούχοι του τον οδήγησαν σε παραίτηση. Κατέφυγε στους Βόλσκους, έγινε αρχηγός τους και τους οδήγησε εναντίον της πατρίδας τους.

Όλος ο κόσμος λοιπόν μια σκηνή.

Και η τραγωδία της Κηφισιάς: ένα μπουλβάρ για το κάθε πικραμένο.

Ο πολίτης (το υποκείμενο), δεν είναι μόνον η «συνείδηση του πολίτη, είναι και το ασυνείδητο. Το ασυνείδητο ονειρεύεται, το ασυνείδητο αστοχεί, το ασυνείδητο γελάει. Και ο Λακάν θέτει το ερώ-τημα που σκοτώνει: «αυτά τα τρία πράγματα είναι υποκειμενικά ή όχι;»

Και φυσικά είναι. Κυρίως για τα ασυνείδητα (κυριολεκτώ) υποκείμενα που επικρατούν και μας περιβάλλουν.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 02 Φεβρουαρίου 2024 19:02

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.