ενημέρωση 3:21, 23 July, 2024

Λόγια της πλώρης

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Απεχθάνομαι να πουλάω φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Αν μπεις στην ιστοσελίδα κοινού φίλου μας, θα δεις φωτογραφίες ρεαλιστικές, τραβηγμένες από εμένα τον ίδιο, όχι από κάνα καλλιτέχνη του φώτοσοπ. Τα δωμάτια, το εστιατόριο, το σαλόνι, την αμμουδιά. Όπως ακριβώς είναι. Ώστε να ξέρεις τι θα αντικρύσεις φτάνοντας. 

Ένα ξενοδοχείο στις όχθες μιάς λίμνης, διακόσια χιλιόμετρα από την Αθήνα, τριακόσια πενήντα από τη Θεσσαλονίκη. Κλίμα ορεινό, υγιεινότατο, απόδειξη ότι το κυρίως οίκημα λειτουργούσε ως σανατόριο από το 1925 έως το 1950. Εγώ το αγόρασα το 2007 από τον τελευταίο κληρονόμο ενός θρυλικού γιατρού, φυματιολόγου. Το ανακαίνισα εκ βάθρων μέσα στη κρίση, φτύνοντας -όπως οι παλιοί του τρόφιμοι- αίμα. Έχτισα και οχτώ μπάνγκαλοουζ, έσκαψα και μια πισίνα. Εάν έβαζα μερικές πινελιές πολυτέλειας, θα το έκανα πεντάστερο. Όμως όχι. Τετράστερο το ήθελα εξαρχής. Να απευθύνεται στη μεσαία τάξη. Σε όσους μπορούν να πληρώσουν εκατόν είκοσι, άντε εκατόν πενήντα ευρώ τη νύχτα. Να τους στοιχίσει το τριήμερο ένα πεντακοσάρικο. Η εβδομάδα ένα χιλιάρικο. Μέσα και το πρωινό.

Πώς αποφάσισα να γίνω επιχειρηματίας του τουρισμού; Είχα πατήσει τα σαρανταπέντε και είχα βαρεθεί να έχω φροντιστήριο. Να προγυμνάζω για τις Πανελλαδικές, να αγωνιώ μπας και ξεχάσουν οι Κωστάκηδες την κρίσιμη ώρα τις πολυωνυμικές συναρτήσεις, μπας και μπερδέψουν οι Ελενίτσες τους κλεφτοκαπεταναίους με τους πρόκριτους… Ήθελα πλέον πελάτες που να ρηλαξάρουν, όχι που να αγχώνονται.

Η φάση ρόλαρε από την πρώτη κιόλας σεζόν. Ορθά το είχα διαβλέψει και ας με αποθάρρυναν γνωστοί και φίλοι. Οι αποδράσεις στο βουνό έρχονταν στη μόδα. Όλο και πιο πολύς κόσμος γούσταρε να φοράει αρβυλάκια και να παίρνει μονοπάτια, να αράζει κάτω από τα πλατάνια, πλάι σε νεροσυρμές, να ξυπνάει με τα αηδόνια, να κοιμάται -Ιούλιο μήνα- με κουβέρτα. Στα νησιά οι τιμές ξέφευγαν. Ο Έλληνας επισκέπτης ένοιωθε ότι τον περνούσαν για μαλάκα. Εάν είχε μάλιστα πατήσει τα σαράντα, την ξεραϊλα των Κυκλάδων, την υγρασία του Ιονίου τις είχε χορτάσει. Άσε που εγώ λειτουργούσα το ξενοδοχείο μου δέκα μήνες τον χρόνο - έκλεινα μόνο από μέσα Ιανουαρίου μέχρι  Εικοστή Πέμπτη Μαρτίου για να το φρεσκάρω. 

Και τα πιο δύσκολα ακόμα χρόνια, τότε που τα μνημόνια μάς είχαν αλαλιάσει, που οι Έλληνες δεν ήξεραν τι θα τους ξημερώσει, εμείς δεν ζοριστήκαμε ιδιαίτερα. Η φήμη μας πήγαινε στόμα με στόμα, όποιος ερχόταν ξαναρχόταν. Είχα ρίξει -εννοείται- τις τιμές, κέρναγα κιόλας κρασάκια, μεζέδες… Είχα φτιάξει εγκάρδιες σχέσεις με ένα σωρό κόσμο – ξέρεις πόσα βιβλία επισκεπτών έχω γεμίσει; είκοσι! ΄Αμα γεράσω, θα τα ξεφυλλίζω, θα διαβάζω τα ωραία λόγια που μου έχουν γράψει και θα παίρνω κουράγιο…

"Γέρασες ήδη!" μού λέει η γυναίκα μου. "Πας καλά, Φωτεινή; Έχεις δει άλλους εξηντάρηδες; Σούρνονται! Μπαμπαλίζουν! Εγώ στύβω ακόμα την πέτρα!" "Τη στύβεις. Μα και τη γανιάζεις με τη μουρμούρα σου…" μού απαντάει. Με κατηγορεί, με άλλα λόγια, ότι έχω καταντήσει γκρίνιας. Μίρλας. Πως τους κοιτάω όλους με μισό μάτι.

Δεν έχει άδικο. Πράγματι, η υπομονή μου εξαντλείται πλέον πολύ εύκολα. Δεν φταίει ωστόσο η ηλικία. Η πελατεία μας ευθύνεται που έχει γίνει αφόρητη. Τι εννοώ; Τον καιρό των ισχνών αγελάδων, τότε που για να κάνουν κράτηση το σκέφτονταν δέκα φορές, άπαξ και το αποφάσιζαν, το απολάμβαναν. Δεν άφηναν τίποτα να τους χαλάσει το κέφι. Ένα βράδυ -φαντάσου- των Φώτων, το 2013, έπαθε βλάβη το καλοριφέρ. Μαζευτήκαμε όλοι γύρω από το τζάκι, ψήσαμε κάστανα και λουκάνικα, ανοίξαμε ρακές και κονιάκ, παίξαμε ξερή, κιθάρα, ακορντεόν και τη βγάλαμε στρωματσάδα. Εικοσιπέντε νοματαίοι. Να διαμαρτυρηθεί κανένας; Ούτε κατά διάνοια! Όσοι το έζησαν το νοσταλγούν ακόμα. 

Σήμερα λοιπόν έχουμε φτάσει στο αντίθετο άκρο. Λες και αριβάρουν αποφασισμένοι να μην περάσουν καλά. Ή σάμπως να περνούν καλά μονάχα μιζεριάζοντας. Δεν με πιστεύεις; Κάτσε μια βάρδια μαζί μου στη ρεσεψιόν. Ή στο εστιατόριο.         

Έρχεται η μία μετά το πρωινό ωρυόμενη. "Τα αβγά σας δεν είναι από αλανιάρες κότες!" "Και το κοτέτσι τι το θέλω;" "Τον ελληνικό τον ψήνετε στο μηχάνημα!" "Περάστε να επιθεωρήσετε τα μπρίκια μας." "Οι χυμοί δεν είναι φρέσκιοι!" "Αφού μόνοι σας βάζετε τα πορτοκάλια στον αποχυμωτή." Κάνει μεταβολή και φεύγει ξεφυσώντας.

Κατεβαίνει ο άλλος σε έξαλλη κατάσταση. "Δεν μας αλλάξατε πετσέτες!" "Εάν επιθυμείτε καινούργιες, τις παλιές τις κρεμάτε στην μπανιέρα. Πρόκειται για μέτρο προστασίας του περιβάλλοντος." "Κι εγώ πώς να το ξέρω;" "Το γράφει μια ταμπέλα μέσα στο μπάνιο."

Αντιμετωπίζω τα πιο εξωφρενικά παραπόνα. Τα πιο παράλογα αιτημάτα. Τις πιο καχύποπτες ερωτήσεις.

"Γιατί δεν μας δώσατε δωμάτιο με θέα στη λίμνη;" "Διότι ήταν κλεισμένα." "Πριν από τη δική μας κράτηση;" 

"Πώς ανεβαίνει η θερμοκρασία της λίμνης;" "Τι εννοείτε;" "Μπορείτε να κάνετε κάτι για αυτό; Έχουμε φέρει μαγιώ…"

Πριν από λίγα χρόνια, στο σαλόνι, στην τραπεζαρία, οι ένοικοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, έφτιαχναν μεγάλες παρέες. Τώρα αλληλεπιδρούν αποκλειστικά με έναν τρόπο: καβγαδίζοντας. Το διανοείσαι; Ζευγάρια νιόπαντρα να σπαταλάνε ενέργεια για να τσακωθούν με αγνώστους τους. Να αναγκάζομαι εγώ να κάνω τον διαιτητή. Όσο για τα μωρά και τα παιδάκια, λες και τα έχουν παραλάβει από το μαιευτήριο μαζί με ένα τάμπλετ. Παρκαρισμένα μπροστά σε οθόνες ακόμα κι ενώ τρώνε. Ώστε να χάσκουν ανενόχλητοι οι γονείς ανενόχλητοι στα σόσιαλ μίντια. Όπου ψευδέστατα ισχυρίζονται ότι περνούν υπέροχα. 

Ειλικρινά έχω προβληματιστεί. Δεν μπορεί αυτή η περιρέουσα ατμόσφαιρα, ο συνδυασμός αυτός ανοησίας και κακομαθησιάς, δεν μπορεί να επικρατεί μόνο στο ξενοδοχείο μου. Φοβάμαι, ειλικρινά σου το λέω… 

Τι φοβάμαι; Πως η κοινωνία μας όχι απλώς δεν διδάχθηκε τίποτα από την κρίση αλλά ότι βγήκε και πιο κυνική. Πιο εγωίστρια. Πιο "με τον παρά μου και την κυρά μου". Έτσι, με αυτή τη νοοτροπία, απολαμβάνει δήθεν σήμερα την κανονικότητα. Σάμπως να της τη χρωστούσαν.

Ξέρεις τι προοιωνίζεται μια τέτοια ψυχική στάση; Βεβαίως και ξέρεις. Τα χειρότερα…

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 19 Απριλίου 2024 18:31

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.