Ο Γκάρι Ολντμαν στο θέατρο μετά από (σχεδόν) 40 χρόνια
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Σε ένα διάλλειμα των γυρισμάτων των «Slow Horses», ο σταρ της επιτυχημένης σειράς παρουσιάζει στο Λονδίνο τη δική του εκδοχή του αριστουργηματικού μονόλογου του Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»
Στον εμβληματικό μονόλογο του Σάμιουελ Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», ένα από τα πιο βαθιά και συγκινητικά έργα του σύγχρονου θεάτρου, ο Κραπ ηχογραφεί κάθε χρόνο στα γενέθλιά του μια νέα μαγνητοταινία αναπολώντας τη χρονιά που πέρασε. Πριν από την καινούρια ηχογράφηση ακούει μια παλαιότερη. Και στα 69 του, ο ηλικιωμένος άνδρας έρχεται αντιμέτωπος με αποφάσεις που είχε πάρει πριν από 30 χρόνια. Πέρσι την άνοιξη ο Γκάρι Ολντμαν ανέβασε την πεσιμιστική «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» στο Βασιλικό Θέατρο του Γιορκ, επιστρέφοντας στο θέατρο, όπου είχε ξεκινήσει την καριέρα του το 1979, σε ηλικία 21 ετών.
Και φέτος μετέφερε την παραγωγή – με σχεδιασμό και σκηνοθεσία δική του – στο θέατρο The Royal Court του Λονδίνου, όπου το 1958 είχε γίνει η πρεμιέρα του περίφημου μονολόγου με πρωταγωνιστή τον ιρλανδό ηθοποιό Πάτρικ Μαγκί, για τον οποίο είχε γραφτεί το έργο, ο αρχικός τίτλος του οποίου ήταν «Μονόλογος του Μαγκί». Το Royal Court είναι, επίσης, το θέατρο στο οποίο ο σταρ των «Slow Horses» απέκτησε ουσιαστικά εμπειρία στο σανίδι τη δεκαετία του 1980. Και τώρα, όπως επισημαίνει ο Ντόμινικ Μάξγουελ στους Times του Λονδίνου, ο βραβευμένος άγγλος ηθοποιός και σκηνοθέτης, που διαπρέπει εδώ και χρόνια στο Χόλιγουντ, επέστρεψε εκεί για την πρώτη του θεατρική δουλειά από το 1987.
Πώς περνάει έτσι ο χρόνος; «Δυσκολεύομαι να το κατανοήσω πλήρως, αλλά έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες», γράφει ο Γκάρι Ολντμαν στο πρόγραμμα της παράστασης, η οποία έγινε sold out μέσα σε 16 λεπτά. Κάθε βράδυ, δε, πριν από τον μονόλογο του Κραπ, με το ίδιο εισιτήριο παίζεται και η «Λίστα με τις Εκκρεμότητες του Γκοντό». Πρόκειται για μια μικρού μήκους κωμωδία για το παράλογο χάος της σύγχρονης ύπαρξης, που σηματοδοτεί το επαγγελματικό ντεμπούτο του 19χρονου θεατρικού συγγραφέα Λίο Σίμπε, νικητή του πρώτου βραβείου Royal Court Young Playwrights Award 2025 και του Jerwood New Playwright 2026, ο οποίος έχει προσαρμόσει σεναριακά το αριστούργημα του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό». (Θα παίζονται μέχρι τις 30 Μαΐου και πλέον μπορεί κανείς να ελπίζει μόνο σε επιστροφές και στα εισιτήρια της Δευτέρας που διατίθενται μόνο online κάθε Δευτέρα στις 9πμ, royalcourttheatre.com)
Ακόμη, στο σημείωμά του στο πρόγραμμα, ο Ολντμαν αναλογίζεται τον πρόσφατο εορτασμό των 68ων γενεθλίων του και πως δεν μπορεί να πιστέψει ότι είναι μόλις έναν χρόνο νεότερος από τον Κραπ. Αλλά και οι θεατρόφιλοι μπορεί να έχουν παρόμοιες αντιδράσεις, σχολιάζει ο θεατρικός συντάκτης του Guardian Κρις Γουίγκαντ, ο οποίος έχοντας δει και την περσινή παράσταση στο Γιορκ, επισημαίνει ότι η φετινή ερμηνεία του Ολντμαν στο Λονδίνο έχει μεγαλύτερο βάθος. Σχολιάζει επίσης ότι «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη πρόκληση για έναν ηθοποιό. Υπάρχει κάτι στο να ξαναδείς το έργο μέσα από τη νέα γραφή, που αποκαλύπτει τον πειραματισμό του, λέει.Πρόκειται για ένα έργο που διαδραματίζεται στο μέλλον εξετάζοντας απεγνωσμένα το παρελθόν. Μια παράσταση όπου ο πρωταγωνιστής έχει παραδώσει το μεγαλύτερο μέρος του διαλόγου (για την ηχογράφηση) πριν καν ανέβει στη σκηνή. Μια συζήτηση ενός χαρακτήρα με τον εαυτό του σε διαφορετικές ηλικίες.
Franchise για έναν μονογονέα με τρία παιδιά
Γιατί του πήρε τόσο χρόνο να γυρίσει στο θέατρο; Ισως εξαιτίας του Τζάκσον Λαμπ, τον οποίο υποδύεται στην κατασκοπική σειρά «Slow Horses» της AppleTV+ εδώ και πέντε σεζόν. Αυτή η πολυβραβευμένη σειρά «έπεσε από τον ουρανό και πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις», όπως είπε ο άγγλος ηθοποιός πέρσι τον Μάρτιο στο Late Show του Στίβεν Κόλμπερτ, για τη δουλειά η οποία του προτάθηκε όταν είχε πλέον αποφασίσει ότι αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν ένας επαναλαμβανόμενος τηλεοπτικός ρόλος χωρίς περούκες, με λίγο μακιγιάζ και ιδανικά με τη δική του λονδρέζικη προφορά.
Ισως και εξαιτίας των ρόλων του Σείριου Μπλακ σε τέσσερις ταινίες του «Χάρι Πότερ» και του Τζιμ Γκόρντον, του φιλικού αστυνομικού της Γκόθαμ Σίτι στην τριλογία του «Μπάτμαν» του Κρίστοφερ Νόλαν, που κράτησαν τον Ολντμαν στον αφρό τη δεκαετία του 2000. Τα franchise, όπως έχει πει κατά καιρούς σε συνεντεύξεις του, του ήταν εξαιρετικά χρήσιμα την εποχή που ανέλαβε ως μονογονέας στην Καλιφόρνια την επιμέλεια των τριών γιών του μετά το διαζύγιό του από την τρίτη σύζυγό του -αμερικανίδα μοντέλο- Ντόνια Φιορεντίνο. Ο Ολντμαν ρώτησε τον μάνατζέρ του πώς μπορούσε να κάνει «τη λιγότερη δουλειά για τα περισσότερα χρήματα», όπως είπε σε συνέντευξή του στο GQ.
Αυτό συνέβη σε μια εποχή που η αγάπη του για την υποκριτική «είχε μαραθεί», λίγο πριν βρει και πάλι το κύρος του το 2011 με τον πρώτο του κατασκοπικό ρόλο, όταν έπαιξε τον Τζορτζ Σμάιλι, στην ταινία του Τζον λε Καρέ «Κι ο Κλήρος Επεσε στον Σμάιλι». Εξι χρόνια αργότερα, δε, ήρθε η «Πιο σκοτεινή ώρα» και η ερμηνεία του Ουίνστον Τσόρτσιλ, για την οποία ο ταλαντούχος άγγλος ηθοποιός κέρδισε το 2018 το Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Ακόμα και όταν η φήμη του στο Χόλιγουντ εκτοξεύτηκε τη δεκαετία του 1990, ακόμα και όταν έπινε υπερβολικά, η παρουσία του Ολντμαν στην οθόνη ήταν συναρπαστική, γράφει ο Μάξγουελ στους Times. (Κατάλαβε ότι είχε πρόβλημα με το ποτό όταν ο Κιθ Ρίτσαρντς τον έβαλε για ύπνο και έμεινε νηφάλιος οριστικά το 1997).
Με λίγα λόγια η θεατρική σκηνή δεν είχε θέση στη ζωή του όταν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με δουλειές όπως o «JFK» (1991) του Ολιβερ Στόουν (υποδύθηκε τον Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ), ο «Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ» (1992) του Κόπολα και άλλοι καλοπληρωμένοι ρόλοι κακών σε ταινίες όπως «Ιλιγγιώδης έρωτας» («True Romance», 1993), «Λεόν: Ο επαγγελματίας» (1994), «Air Force One» (1997) και «Το πέμπτο στοιχείο» (1997). «Ημουν κατά κάποιο τρόπο το πρότυπο των κακών», είπε ο Ολντμαν, «Εβαλα ένα τέλος σε αυτό». Σε τέσσερις δεκαετίες, εξάλλου, παντρεύτηκε πέντε φορές, πρώτα με την ηθοποιό Λέσλι Μάνβιλ, με την οποία χώρισαν μόλις τρεις μήνες μετά τη γέννηση του γιου τους, Αλφι, για να παντρευτεί (για δύο χρόνια) την Ούμα Θέρμαν.
Το 1997 παντρεύτηκε την Ντόνια Φιορεντίνο, η οποία το 2001, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του διαζυγίου, τον κατηγόρησε για ενδοοικογενειακή βία. Αλλά δεν καταδικάστηκε ποτέ, τουναντίον απέκτησε την επιμέλεια των δύο γιων τους, Γκιούλιβερ και Τσάρλι. Το 2018, μάλιστα, μετά από μια συνέντευξη της μητέρας του στην οποία επανέλαβε τους ισχυρισμούς της, ο τότε 20χρονος Γκιούλιβερ δημοσίευσε μια ανοιχτή επιστολή: «Η επιμέλεια των παιδιών δεν δίνεται σε κάποιον που ξυλοκοπά τη γυναίκα του και, στις περισσότερες περιπτώσεις, σχεδόν ποτέ σε έναν άνδρα», έγραψε. «Το γεγονός ότι έζησα ολόκληρο το διάστημα με τον πατέρα μου θα έπρεπε από μόνο του να αποτελεί αρκετή απόδειξη», τόνισε.
Από το 2008 έως το 2015, ο Ολντμαν ήταν παντρεμένος με τη βρετανίδα τραγουδίστρια Αλεξάνδρα Ιντενμπόρο. Σε αρκετές συνεντεύξεις του, δε, έχει πει ότι δεν είναι υπερήφανος για το χάος που προκάλεσε με τόσους πολλούς γάμους. Αλλά φαίνεται ότι πλέον έχει βρει τη σταθερότητα με την πέμπτη του σύζυγο του, τη γερμανίδα Γκίζελα Σμιτ με την οποία παντρεύτηκαν το 2017 και ζουν στο Παλμ Σπρινγκς της Καλιφόρνια. Ολα αυτά, βέβαια, αποτελούν μια καλή δικαιολογία για να μην πατήσει το πόδι του σε θεατρικό σανίδι ακόμα και αν είναι ένα μεγάλο όνομα όπως ο σερ Γκάρι (τον περασμένο Σεπτέμβριο τον έχρισε ιππότη ο πρίγκιπας της Ουαλίας).
Ο Γκάρι Ολντμαν είναι πάντα ένας ήρεμος και φαινομενικά σίγουρος ερμηνευτής. Μια παράξενα χαρισματική παρουσία, σημειώνει ο Μάξγουελ στους Times. Αλλά ο Μαξ Στάφορντ-Κλαρκ, ο σκηνοθέτης του Royal Court όταν ο Ολντμαν ανέβηκε για τελευταία φορά στη σκηνή, έχει μια άλλη άποψη για αυτό που τον κράτησε τόσο καιρό μακριά από το θέατρο.
Ο Ντε Νίρο και το μπουκάλι με τα ούρα…
«Ο Γκάρι είχε πάθει τρακ», λέει για τον τελευταίο του θεατρικό ρόλο πριν από τον Κραπ στο πολυβραβευμένο «Serious Money» της Κάριλ Τσόρτσιλ, που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1987 στο Royal Court. «Και γινόταν όλο και πιο νευρικός», προσθέτει ο Στάφορντ-Κλαρκ και το εξηγεί:
«Υπήρχε μια άψογη τουαλέτα στον πρώτο όροφο, αλλά συμφώνησε με τον διευθυντή της σκηνής ότι θα κατουρούσε την τελευταία στιγμή πριν τους καλέσουν όλους στη σκηνή. Του έδωσαν, λοιπόν, ένα μπουκάλι στο οποίο κατουρούσε και ήταν υπεύθυνος να το πετάει μετά ο ίδιος. Μια μέρα, όμως, καθώς ανέβαινε τις σκάλες στο τέλος της παράστασης, εμφανίστηκε στην πόρτα της σκηνής ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και συστήθηκε στον Γκάρι. Κι εκείνος του είπε, “Μια στιγμή φίλε”, βρίσκοντας ένα μέρος να κρύψει το μπουκάλι του». Ο Στάφορντ-Κλαρκ, ο οποίος σκηνοθέτησε τον Ολντμαν στις τρεις από τις πέντε παραστάσεις του στο Royal Court, δεν του ζήτησε ποτέ να επιστρέψει:
«Δεν νομίζω ότι είχα ποτέ έναν ρόλο που πίστευα ότι θα τον δελεάσει σοβαρά», λέει. Ωστόσο, υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή πινελιά του στυλ Τζάκσον Λαμπ σε αυτή την ένδοξα άχαρη ματιά στα παρασκήνια του θεάτρου. Μήπως ο Ολντμαν έχει κάτι από τον χαρακτήρα του Λαμπ; «Οσον αφορά τη στάση τους στον εργασιακό χώρο είναι εντελώς αντίθετοι», δήλωσε στον δημοσιογράφο των Times, o Γουίλ Σμιθ, σεναριογράφος και εκτελεστικός παραγωγός των πρώτων πέντε κύκλων της σειράς «Slow Horses». Και πρόσθεσε: «Ανυπομονείς να συνεργαστείς με τον Γκάρι επειδή είναι γενναιόδωρος και υποστηρικτικός». Το 2024, εξάλλου, ο Τζακ Λόουντεν – συμπρωταγωνιστής του Ολντμαν στο «Slow Horses» -, είχε πει στους Times:
«Υπάρχει πολλή προσπάθεια που δεν φαίνεται. Αλλά ο Γκάρι απλώς το κάνει. Δεν ντρέπεται». Ο Σμιθ επιβεβαιώνει την προσπάθεια που καταβάλλει ο Ολντμαν για να φαίνεται τόσο χαλαρός. «Ο Γκάρι θέλει το σενάριο μήνες πριν. Λέει, “Δεν έχει σημασία πόσο καλά το ξέρεις, αλλά πόσο καιρό το ξέρεις”. Απλώς εξασκείται συνεχώς, θέλει να το ξέρει μέσα έξω, οπότε γίνεται μυϊκή μνήμη. Και έτσι, όταν παίζει, φαίνεται απολύτως αβίαστος και της στιγμής. Αλλά αυτό οφείλεται σε όλη τη σκληρή δουλειά που έχει προηγηθεί». Σχεδόν μια φορά, δε, σε κάθε σειρά ο Ολντμαν αποφασίζει ότι κάτι στο σενάριο δεν είναι σωστό. Και έχει πάντα δίκιο. «Το ραντάρ του Γκάρι είναι εκπληκτικό», λέει ο Σμιθ.
Εξωτερικό χάος και εσωτερική ορμή
Ο Γκάρι Ολντμαν μεγάλωσε στο Νιου Κρος, στο νοτιοανατολικό Λονδίνο, και οι αδερφές του, Ζακλίν και Μορίν (είναι η ηθοποιός Λάιλα Μορς, η Μπιγκ Μο στη βρετανική σαπουνόπερα του BBC, «EastEnders», που μεταδίδεται ανελλιπώς από το 1985) ήταν πάνω από μια δεκαετία μεγαλύτερές του. «Είμαι το Durex που έσπασε στο [οικογενειακό ξενοδοχείο οικογενειακών] “Butlin’s” », αστειεύτηκε στο podcast «Rosebud» του Τζάιλς Μπράντρεθ, πέρυσι. Οι αδελφές του είχαν ήδη φύγει από το σπίτι όταν ο πατέρας του, Λέοναρντ, τεχνίτης σωληνώσεων και συγκολλητής, άφησε την οικογένειά του για τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου, όταν ο Ολντμαν ήταν επτά ετών.
Ο Λέοναρντ «έμπαινε στην παμπ και δεν έβγαινε ποτέ», σύμφωνα με τη μητέρα του, Κέι, η οποία έκανε τρεις δουλειές ταυτόχρονα για να τα βγάλει πέρα, αφότου την εγκατέλειψε ο άντρας της. Η Κέι έφυγε από τη ζωή το 2018 σε ηλικία 98 ετών. Στο μεταξύ ο Ολντμαν την είχε πάρει μαζί του στην Καλιφόρνια. Κληρονόμησε την αίσθηση του σκοπού που είχε η μητέρα του. «Δεν μου αρέσουν αυτοί που “βολεύονται”», είπε στον Μπράντρεθ, «Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που λένε απλά κάτι του τύπου, “Ω, είναι αρκετά καλό”», πράγμα που ίσως εξηγεί αυτό το μείγμα εξωτερικού χάους και εσωτερικής ορμής, το οποίο τον διακρίνει, σχολιάζει ο Μάξγουελ στους Times.
Προσθέτει ότι ο σπουδαίος άγγλος ηθοποιός τίμησε το Γιορκ με την επιστροφή του εκεί πέρσι με τον μονόλογο του Κραπ ενώ ένα παρόμοιο συναισθηματικό ή εορταστικό στοιχείο υπάρχει και στην επιστροφή του στο Royal Court: «Το Royal Court παραμένει η μεγαλύτερη καλλιτεχνική μου εμπειρία από κάθε άποψη», γράφει στο πρόγραμμα της παράστασης, τονίζοντας: «Μου έδωσε ένα σύνολο δεξιοτήτων και μια εργασιακή ηθική που δεν με εγκατέλειψαν ποτέ», παρά το γεγονός ότι τότε ήταν ήδη διάσημος στην οθόνη. Το αν θα παίξει ξανά στο θέατρο δεν είναι σίγουρο. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι θα εμφανιστεί σε περισσότερα επεισόδια του «Slow Horses», καθώς η έκτη σεζόν αναμένεται το ερχόμενο φθινόπωρο, και η έβδομη μέσα στο 2027.
Είναι ένας εκρηκτικός ηθοποιός, που κατάφερε να νιώθει άνετα με τον εαυτό του, υποστηρίζει ο σεναριογράφος της διάσημης σειράς Γουίλ Σμιθ. «Είναι γνωστός για τις έντονες, σκοτεινές ερμηνείες του. Αντλεί έμπνευση από διάφορα πράγματα όταν το κάνει αυτό. Αλλά αστειεύεται επίσης, κάνει ανόητα αστεία και δείχνει ανόητα memes. Αν έχετε παρακολουθήσει το σύνολο του έργου του, μπορεί τώρα να μην είναι αυτό που νομίζατε ότι θα γινόταν. Ισως δεν ήταν έτσι όταν έπαιζε προηγούμενους ρόλους, αλλά έτσι είναι τώρα», λέει και θυμάται ένα περιστατικό πριν από μερικά χρόνια, όταν ακούστηκε στο πλατό ένα όμορφο πιάνο «Κοίταξα και είδα ότι έπαιζε ο Γκάρι, αν είναι δυνατόν! “Υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να κάνεις;”» του είπε και τόνισε μιλώντας στους Times ότι ο Γκάρι «εξακολουθεί να προκαλεί τρομερή έκπληξη!»