Είναι η Οδύσσεια η ωραιότερη ιστορία που γράφτηκε ποτέ;
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Το ομηρικό έπος συνεχίζει να μιλά σε κάθε εποχή γιατί αγγίζει με μοναδικό τρόπο τις πιο βαθιές ανθρώπινες αγωνίες και επιθυμίες. Τέσσερις άνθρωποι των γραμμάτων εξηγούν τη διαχρονική γοητεία του.
Η γοητεία της οφείλεται εν μέρει στην αφηγηματική της δύναμη – διαθέτει όλα όσα συνθέτουν μια συναρπαστική ιστορία: ταξίδια σε άγνωστους τόπους, τέρατα και μάγισσες, ναυάγια και κινδύνους, έρωτες και αποχωρισμούς, θεϊκές παρεμβάσεις, αγωνία και δικαίωση. Ο Οδυσσέας περιπλανιέται σε έναν κόσμο όπου το πραγματικό συνυπάρχει με το φανταστικό και κάθε σταθμός του ταξιδιού του ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο περιπέτειας.
Ωστόσο, η διαχρονικότητα της «Οδύσσειας» δεν εξηγείται μόνο από την περιπέτεια. Στην καρδιά του έργου βρίσκεται μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία: η αναζήτηση της επιστροφής. Ο νόστος του Οδυσσέα προς την Ιθάκη έχει διαβαστεί ανά τους αιώνες ως αλληγορία της ίδιας της ζωής. Το ταξίδι είναι γεμάτο δοκιμασίες, λάθη, απώλειες και καθυστερήσεις, αλλά και γνώση, εμπειρία και ωρίμανση. Παράλληλα, το ομηρικό έπος αποτελεί ένα από τα πρώτα μεγάλα επιτεύγματα της αφηγηματικής τέχνης. Η «Οδύσσεια» δεν αφηγείται απλώς γεγονότα· στοχάζεται πάνω στην ίδια την αφήγηση. Ο Οδυσσέας γίνεται αφηγητής των περιπετειών του, μετατρέποντας τη μνήμη σε ιστορία.
«Η "Οδύσσεια" παραμένει μια συναρπαστική ιστορία, παρότι έχουν περάσει 28 αιώνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, γιατί στη διήγησή της, σε τελική ανάλυση, θίγονται και εξετάζονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν και θα απασχολούν εσαεί τον ανθρώπινο νου».
Έτσι, το έργο μιλά όχι μόνο για όσα ζούμε αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα θυμόμαστε και τα διηγούμαστε. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι κάθε εποχής ανακαλύπτουν την «Οδύσσεια» με τον δικό τους τρόπο. Άλλοτε ως περιπέτεια, άλλοτε ως πολιτικό σχόλιο, άλλοτε ως ψυχολογικό δράμα ή ως φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Το ταξίδι του Οδυσσέα δεν τελειώνει ποτέ, γιατί στην πραγματικότητα είναι το δικό μας ταξίδι. Και όσο οι άνθρωποι θα αναζητούν έναν δρόμο μέσα στον κόσμο, η «Οδύσσεια» θα εξακολουθεί να τους δείχνει τον χάρτη.
Θεόδωρος Παπαγγελής
Καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους αυτό το πολύ αρχαίο ομηρικό έπος μένει στην επικαιρότητα. Ένας πολύ προφανής πρώτος λόγος είναι το παραμυθικό και φαντασιακό στοιχείο το οποίο υπάρχει στην «Οδύσσεια» με τις εξωτικές περιπέτειες του κεντρικού ήρωα. Αυτό πάντοτε είναι αρκετά ελκυστικό, για τη φαντασία του αναγνώστη, ιδίως όμως για τον κινηματογράφο που βλέπετε ότι εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτό το εξωτικό στοιχείο.
Ένας άλλος λόγος είναι ότι το θαλασσινό ταξίδι της επιστροφής, του νόστου, είναι μια διαδικασία βιωματικής και βιωτικής δοκιμασίας η οποία πάντοτε έχει το ενδιαφέρον της. Θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί το προφανές. Την «Ιθάκη» του Καβάφη, ο οποίος θέτει ως στόχο μεν την Ιθάκη, αλλά το βάρος βρίσκεται στη διαδικασία του ταξιδιού και στον προσπορισμό, το κέρδος των εμπειριών που σε κάνει πλούσιο. Αυτό το θαλασσινό ταξίδι του Οδυσσέα, όπως το αφηγείται το ομηρικό έπος, είναι μια αλληγορία για την ανθρώπινη ζωή. Κάτι το οποίο νομίζω ότι πάντοτε κεντρίζει το ενδιαφέρον ως αλληγορία.
Ένα άλλο στοιχείο είναι η διαφορά ανάμεσα στη λογική, στον ορθό λόγο του κεντρικού ήρωα, και στην επιπολαιότητα των συντρόφων του. Δηλαδή ο ηγέτης είναι αυτός ο οποίος πάντοτε πρέπει να δώσει τεκμήρια ορθού λόγου, ορθολογικής σκέψης, ορθολογικής απόφασης και επιμονής, κάτι το οποίο ανθρωπολογικά το ενσαρκώνει ο Οδυσσέας.
Ένας ακόμα λόγος είναι η ικανοποίηση του αισθήματος δικαίου και αποκατάστασης της ηθικής αλλά και πολιτειακής τάξης όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει και τιμωρεί τους καταχραστές της εξουσίας του αλλά και τους μνηστήρες της γυναίκας του. Το έπος αυτό πολύ νωρίς δείχνει αυτό το οποίο όλοι αισθανόμαστε όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα ή παρακολουθούμε μια κινηματογραφική ταινία: ο αναγνώστης θέλει απόδοση ικανοποίησης. Περιμένει αυτός που έχει το δίκιο να εκδικηθεί, και ευχαριστιέται όταν αυτό πραγματοποιείται. Καταλαβαίνετε τι συμβαίνει όταν βλέπουμε μια ταινία και ο δολοφόνος στο τέλος παραμένει άγνωστος και αδικαίωτη όλη αυτή η ιστορία: νιώθουμε ένα κενό. Η «Οδύσσεια» πολύ νωρίς το κάλυψε αυτό το κενό, προσφέροντας μια ανθρωπολογικής τάξης ικανοποίηση.
Θα σας έλεγα επίσης ότι –και εδώ περνάμε σε πιο σύνθετα ζητήματα– όταν ο Οδυσσέας τελικά φτάνει στη Φαιακία, φιλοξενείται από τους Φαίακες και του ζητούν να πει ποιος είναι· τότε αρχίζει να αφηγείται το μεγαλύτερο μέρος των περιπετειών του, που είναι μέρος της οδυσσειακής αφήγησης. Πρόκειται εδώ για ένα ζήτημα, μια τεχνική, μια πραγματικότητα που την ξέρουμε πολύ καλά και από τη λογοτεχνία κυρίως αλλά και από τη ζωή: πώς η μνήμη μεταβολίζεται σε αφήγηση. Και αυτό είναι μια εξαιρετική επινόηση του έπους αυτού. Στην «Ιλιάδα» δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Η «Οδύσσεια» είναι το πρώτο έπος το οποίο είναι αφηγηματολογικά, με τη σημερινή σημασία του όρου, πάρα πολύ σύνθετο, πολύ προχωρημένο. Ο Οδυσσέας, λοιπόν, ως αφηγητής, εγκιβωτίζει μέσα στην αφήγησή του όλη τη μνήμη των περιπετειών του. Και αυτό είναι γοητευτικό. Αυτό το τέχνασμα μιας αφήγησης, η οποία πάει στα περασμένα και περιλαμβάνει αυτό το οποίο ήδη κάποιος έχει βιώσει, είναι πολύ γνωστό από τη λογοτεχνία.

Θα έλεγα και κάτι άλλο. Όταν βλέπεις ένα επεισόδιο όπως είναι αυτό με την Καλυψώ, υπάρχει κάτι το εξωτικό, το άγνωστο, υπάρχει και κάτι το έντονα αισθησιακό και ερωτικό. Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά στην ιστορία της δυτικής λογοτεχνίας έναν αφηγητή να γοητεύεται από το εξωτικό, το ανατολίτικο. Είναι η αρχή της ιστορίας του οριενταλισμού. Πολύ πρόσφατα, τον 18ο-19ο αιώνα, υπήρχε αυτό το κύμα με τους Ευρωπαίους ποιητές, λογοτέχνες, ζωγράφους να γοητεύονται από τα δρώμενα και από τα θεάματα της λαγγεμένης αυτής Ανατολής. Όλα αυτά υπάρχουν στην «Οδύσσεια», υπάρχουν 28 αιώνες πριν. Και όλα αυτά είναι στηριγμένα σε μια διαχρονική ανθρωπολογική φάση. Από την άποψη αυτή, το έπος μπορεί να επανερμηνευτεί, να ιδωθεί ξανά, ανάλογα με τις συνθήκες της εποχής που τη διαβάζει και τη βλέπει, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Γι’ αυτό και μπορεί και αναβιώνει με διάφορους τρόπους. Από τη μια μεριά είναι το παραμυθικό και φαντασιακό στοιχείο, το οποίο πάντοτε ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον θεατή, στον αναγνώστη, και από την άλλη όλα αυτά τα ανθρωπολογικά ζητούμενα, ο ηγέτης με τον ορθό του λόγο, η αποκατάσταση της ηθικής και πολιτειακής τάξης, ο μεταβολισμός της μνήμης σε αφήγηση, που το κάνουν ένα πολύ σύνθετο έπος, το οποίο μπορεί κανείς να το εκμεταλλευτεί, πάντοτε, βέβαια, από τη δική του σύγχρονη οπτική. Αυτό συνέβη και με την «Ιλιάδα», βέβαια, πριν από μερικά χρόνια.
Μετά την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο Ρωμαίο ποιητή, τον Βιργίλιο, η «Αινειάδα», που στην πραγματικότητα είναι μια αναψηλάφηση και της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας». Με μια διαφορά, όμως, ότι ο ποιητής της τη γράφει σε μια εποχή που η Ρώμη είναι η μοναδική υπερδύναμη και έχει αναπτύξει συγκεκριμένη εξουσιαστική ιδεολογία. Αυτό το πράγμα δεν υπάρχει ούτε στην «Ιλιάδα» ούτε στην «Οδύσσεια». Στην «Αινειάδα» υπάρχει ένα εξουσιαστικό πρόγραμμα μιας υπερδύναμης, το οποίο φαίνεται σαφώς μέσα στο έπος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι πήρε ο Ρωμαίος ποιητής τα δύο αυτά ελληνικά έπη και τα πολιτικοποίησε. Γι’ αυτό και δεν έχει βγει ποτέ στον κινηματογράφο, γιατί δύσκολα θα μεταφερόταν – και σίγουρα δεν θα το κάνει το Χόλιγουντ. Το Χόλιγουντ θέλει τον Όμηρο, που είναι διαφορετικής τάξεως αφήγηση. Νομίζω ότι όλα αυτά εξηγούν τη διαρκή επικαιρότητα του έπους. Βέβαια, η επικαιρότητα αυτή μπορεί να πέσει επάνω –και θα πέσει εκ των πραγμάτων, ήδη έχει πέσει– σε σύγχρονες ευαισθησίες και να δείτε τον τάδε ήρωα ή την τάδε ηρωίδα με χρώμα μαύρο. Άλλωστε, η «Οδύσσεια» που προαναγγέλλεται έχει κάτι τέτοιο μέσα. Αλλά αυτό είναι άσχετο με το έπος καθαυτό, είναι η πρόσληψη με σημερινά κριτήρια ή ανάγκες κοινωνικές. Δηλαδή, αν σήμερα θέλουμε να είμαστε συμπεριληπτικοί, κάνουμε και μια μαύρη Ελένη.
Το αγαπημένο μου επεισόδιο ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε το επεισόδιο στη Φαιακία. Με τον Οδυσσέα πλούσιο από εμπειρίες, πολύ κοντά στην Ιθάκη, να αφηγείται αυτά τα οποία βίωσε ως κεντρικός ήρωας. Είναι ένα από τα πιο πολιτισμένα επεισόδια του έπους, με το ήθος της φιλοξενίας και τον ξένο, ο οποίος αφηγείται τη ζωή του ενώπιον ακροατηρίου. Εδώ περάσαμε από το βίωμα στην αφήγηση και αυτό το θεωρώ ένα από τα πιο πρώιμα αριστουργήματα της λογοτεχνίας.
Μιχάλης Α. Τιβέριος
Ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ
Η «Οδύσσεια» παραμένει μια συναρπαστική ιστορία, παρότι έχουν περάσει 28 αιώνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, γιατί στη διήγησή της, σε τελική ανάλυση, θίγονται και εξετάζονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν και θα απασχολούν εσαεί τον ανθρώπινο νου. Παρέχει την ευκαιρία στον αναγνώστη της να προβληματιστεί γύρω από την ανθρώπινη μοίρα, τη ζωή και τον θάνατο, την αθανασία και τη μεταθανάτια ζωή, την προσωρινότητα της ύπαρξής του, τη στάση του απέναντι στα θεία, τις ομορφιές της ζωής, να στοχαστεί γύρω από οικείες συναισθηματικές καταστάσεις όπως είναι ο έρωτας, η φιλία, η έχθρα, ο πόνος, ο θυμός, η θλίψη, η δυστυχία, να προετοιμαστεί καλύτερα για να αντιμετωπίσει τυχόν μεγάλες δυσκολίες της ζωής, κακουχίες, περιπέτειες, ναυάγια, αποτυχίες.
Από τα λόγια, τις σκέψεις και τα έργα του ίδιου του πρωταγωνιστή της «Οδύσσειας», του πολύτροπου Οδυσσέα, έχει επίσης πολλά να ωφεληθεί, όπως π.χ. από την απίθανη προσαρμοστικότητά του σε πρωτόγνωρες καταστάσεις (ευνοϊκές ή μη), από την ακατανίκητη θέλησή του να επιβιώνει για να πετύχει τον στόχο του, που δεν είναι άλλος από την επιστροφή του στην Ιθάκη (νόστος), στην Πηνελόπη του, στο σπιτικό του και στο βασίλειό του, από τη μοναδική ρητορική του ευφράδεια, από την πανούργα πονηριά του (μήτιν), από την οξυδέρκειά του, από την ακαταπόνητη ενέργειά του, από τις απεριόριστες αντοχές του, από την αυτοσυγκράτηση και την ικανότητά του να ελέγχει τις παρορμήσεις του, από την επιδεξιότητά του να κερδίζει ισχυρούς συμπαραστάτες.
Όλα τα παραπάνω, μαζί με γλαφυρές περιγραφές αχαρτογράφητων, εξωτικών τοποθεσιών, φοβερών επίγειων και θαλάσσιων τεράτων και απίθανων περιπετειών που κρατούν συνεχές και αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δίνονται με μια ανεπανάληπτη ροή και έμμετρη μορφή. Και ακόμη με θελκτικό ποιητικό λεξιλόγιο και με στίχους δομημένους με μαεστρία, στους οποίους η «αφηγηματική αναδρομή» έχει εμφανή παρουσία και παίζει σημαίνοντα ρόλο καθώς, «με αριστουργηματικό τρόπο διακόπτει τη γραμμικότητα του αφηγηματικού χρόνου». Δίκαια λοιπόν η «Οδύσσεια» θεωρείται «ένα αιώνιο αριστούργημα της ανθρώπινης διανόησης».

Το αγαπημένο μου επεισόδιο από τη διήγησή της δεν είναι ένα αλλά περισσότερα. Η επίσκεψη του Οδυσσέα στο νησί των Κυκλώπων και η περιπέτειά του στη σπηλιά του Πολύφημου, η άφιξή του στο νησί του Αιόλου, η παραμονή του κοντά στη σαγηνευτική μάγισσα Κίρκη, η κάθοδός του στο βασίλειο των νεκρών και οι συναντήσεις που είχε εκεί με γνωστά του πρόσωπα, οι παγίδες που του έστησαν οι Σειρήνες και τα ανθρωποφάγα θαλάσσια τέρατα Σκύλλα και Χάρυβδη, η αποβίβασή του στο νησί του Ήλιου όπου οι πεινασμένοι σύντροφοί του έσφαξαν τις ιερές αγελάδες του θεού με συνέπεια τον αφανισμό τους, η οκταετής παραμονή του στην Ωγυγία συντροφιά με τη θελκτική νύμφη Καλυψώ, ο ερχομός του στη Σχερία, στο νησί των Φαιάκων, όπου συναντιέται με τη «δροσερή παιδίσκη» Ναυσικά, κόρη του βασιλιά Αλκίνοου, και τέλος η επιστροφή του στην Ιθάκη, ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια απουσίας, όπου και εξοντώνει τους ανόσιους μνηστήρες και επανακτά τη γυναίκα του, το παλάτι του και το βασίλειό του.
Επομένως, στην επιλογή του πιο αγαπημένου μου επεισοδίου έχω δυσκολίες. Προσθέτοντας ωστόσο στα προσωπικά μου αισθητικά κριτήρια και τον βαθμό σπουδαιότητας που έχουν τα παραπάνω επεισόδια στην όλη διήγηση της «Οδύσσειας», καταλήγω στην επιλογή του πρώτου από αυτά, αυτού με τον Πολύφημο. Κατέχει, χωρίς αμφιβολία, σημαίνουσα θέση στην πλοκή του έργου, κάτι που επιβεβαιώνεται από την πρώτη ήδη ραψωδία, στην οποία η τύφλωση του συγκεκριμένου Κύκλωπα χαρακτηρίζεται ως ο πιο σημαντικός «άθλος» του Οδυσσέα. Με αξεπέραστη πανουργία ο ήρωας καταφέρνει να βγει ζωντανός από τη σπηλιά-κατοικία του Κύκλωπα, μαζί με τους εναπομείναντες συντρόφους του –όλοι τους βγήκαν σώοι, κρεμασμένοι από τις κοιλιές ζώων του κοπαδιού–, έχοντας εν τω μεταξύ μεθύσει και τυφλώσει τον Πολύφημο, μπήγοντας στο μοναδικό τεράστιο μάτι του έναν πυρακτωμένο πάσσαλο. Σε μια πρώτη φάση, αποκρύπτει σκόπιμα από τον Κύκλωπα την ταυτότητά του και τον παραπλανά λέγοντάς του ότι ονομάζεται ούτις (κανένας). Με την ανωνυμία αυτή ο εντοπισμός του «δράστη» καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος και, το σημαντικότερο, ο διψασμένος για εκδίκηση Πολύφημος δεν μπορεί να τον καταραστεί. Σε ποιον θα απευθύνει τη φαρμακερή κατάρα του, στον ούτινα (στον κανέναν); Με τη σπουδαιότητα του παραπάνω επεισοδίου συμφωνεί και μια άλλη παρατήρηση. Αν και η «Οδύσσεια» δεν έχει αποτελέσει μεγάλη δεξαμενή έμπνευσης για τους αρχαίους Έλληνες καλλιτέχνες, εντούτοις το παραπάνω επεισόδιο εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συχνότητα στην ελληνική τέχνη των αρχαϊκών χρόνων.
Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Μεταφράστρια
Η «Οδύσσεια» προσφέρει όλα όσα λαχταρά ο ανθρώπινος νους και η ανθρώπινη καρδιά από τη μυθοπλασία: καταρχάς, έναν ήρωα, έναν κεντρικό χαρακτήρα γοητευτικό, σχεδόν ερωτεύσιμο. Ο Οδυσσέας είναι περίπλοκος, μη μονοσήμαντος, έχει βάθος, είναι ευφυής, γενναίος, αλλά κάθε άλλο παρά τέλειος. Είναι ένας ήρωας που φέρνει συχνά σε δύσκολη θέση την έννοια του «σωστού». Ο Οδυσσέας (όπως και ο Αχιλλέας στην «Ιλιάδα») έχει την αίσθηση του εαυτού (του), της μοναδικότητάς του απέναντι στους άλλους, αλλά και του μεγέθους του απέναντι στους θεούς και στη μοίρα. Και είναι τόσο ισχυρό το πρόσωπό του, που όλο το έπος ονομάστηκε από αυτόν: η «Οδύσσεια» είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, όχι η ιστορία μιας εκστρατείας, όπως η «Ιλιάδα».
Έπειτα, η πλοκή: το στοιχείο της περιπλάνησης, τα ταξίδια, η εξερεύνηση, η ανακάλυψη (θέλοντας και μη), η τεθλασμένη πορεία προς έναν προορισμό, το τυχαίο, η αναποδιά, το λάθος, η απροσδόκητη καλοσύνη, η ίντριγκα, το παράδοξο, η συνάντηση με τον θάνατο, η διαρκής παρουσία της μνήμης: η «Οδύσσεια» είναι μια περιπέτεια «πολύτροπη» σαν τον ήρωά της, εσωτερικά και εξωτερικά. Ο κόσμος που χρειάζεται η προσωπικότητα του Οδυσσέα για να χωρέσει είναι ένας κόσμος όπου όλα μπορούν να (του) συμβούν – και όντως (του) συμβαίνουν, κι ενώ συμβαίνουν έχουν μια αίσθηση τελείως φυσική μέσα στο φανταστικό τους, απόλυτα πειστική, κι εσύ ως αναγνώστης θέλεις απλώς κι άλλο, κι άλλη αγωνία, κι άλλα τέρατα, κι άλλες παρολίγον καταστροφές, κι άλλη οργή απέναντι στην αδικία, κι άλλες στιγμές γλύκας, ανακούφισης.
Κι όλα αυτά, ειπωμένα σε μια γλώσσα ρυθμική, σαν μεγάλο τραγούδι, εθιστικό, πλούσιο σε εικόνες και χρώματα, σε μυρωδιές. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω ως αναγνώστρια από ένα και μόνο βιβλίο που, πενήντα χρόνια από τότε που πρωτοδιάβασα μια εικονογραφημένη εκδοχή του, συνεχίζω να το ανακαλύπτω.

Ίσως λίγο πιο πολύ απ’ όλα τα άλλα επεισόδια αγαπώ τη ραψωδία ε. Εκεί όπου πρωτοσυναντάμε τον ίδιο τον Οδυσσέα (μέχρι τότε μόνο ακούμε γι’ αυτόν), που τον βλέπουμε στην άκρη ενός νησιού στο πουθενά: έναν άνθρωπο τσακισμένο, κάποιον που εδώ και πολλά, πολλά χρόνια θέλει αλλά δεν μπορεί. Και ξαφνικά, έρχεται η ώρα που όλα αλλάζουν. Στη ραψωδία ε ο Οδυσσέας παίρνει το πράσινο φως να φύγει. Μόνος του πια. Δεν έχει βοήθεια από συντρόφους, δεν έχει όμως πια ούτε και την ευθύνη τους, παρά μόνο αυτήν τη σκληρή ελευθερία του εαυτού που μπορεί να βγει στον μεγάλο κόσμο (στη θάλασσα, χωρίς ορατά μονοπάτια, με ελάχιστα ορόσημα) και να κάνει αυτό που θέλει – κουβαλώντας, ωστόσο, πάντα τα αμαρτήματα του παρελθόντος του. Είναι μεγαλειώδης αυτή η στιγμή όπου ο ήρωας ξεκινάει ξανά, μετά από τόσες αποτυχίες, μετά από τόσο χρόνο χαμένο, να ανακτήσει τη ζωή του.
Κώστας Σπαθαράκης
Εκδότης
Η «Οδύσσεια» δεν είναι μόνο ο πρωταρχικός μύθος του ταξιδιού και της επιστροφής, δεν είναι μόνο η μαγευτική αφήγηση του Οδυσσέα, που φτάνοντας ξένος στο νησί των Φαιάκων εξιστορεί τα παθήματά του, δεν είναι μόνο η επιστροφή που συνυφαίνεται με τη βία της μνηστηροφονίας, είναι πάνω από όλα ένας κόσμος τον οποίο κάθε έννοια ιστορικότητας τον απομακρύνει από μας αλλά το κείμενο μάς τον επιστρέφει αλώβητο και παράδοξα οικείο.
Το ύφος του έπους, λέει ο Άουερμπαχ, η παρατακτική του λογική, φωτίζει τα πάντα με ένα ήπιο φως, δεν αφήνει τίποτα κρυφό: η πραγματικότητά του είναι ένα σύνολο «παραστατικά δοσμένων, ομοιόμορφα φωτισμένων, τοπικά και χρονικά προσδιορισμένων φαινομένων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους στο προσκήνιο· ρητές σκέψεις, ρητά συναισθήματα· γεγονότα που εκτυλίσσονται με πλήρη άνεση και σε χαμηλή ένταση» («Μίμηση, η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία»). Η πολυσύνθετη απλότητα της επικής τέχνης μάς χαρίζει πάντα αυτήν τη διαυγή πραγματικότητα που αποδίδουμε στη σκιά του Ομήρου όπως τον είδε ο Σολωμός: «κι αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος / τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα».
Ένα από τα αγαπημένα μου σημεία είναι η άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, με την υπέροχη περιγραφή του τοπίου στους στ. 97-112 της ν («λιμάν’ είναι του Φόρκυνα, του πελαγήσιου γέρου/ εις την Ιθάκη, […],/ και εις του λιμιώνα την κορφήν ελιά μακρόφυλλ’ είναι,/ σιμά της αεροχρώματη σπηλιά χαριτωμένη [ἄντρον ἐπήρατον ἠεροειδές]» (μτφρ. Πολυλά), αλλά και τη θεαματική, δραματικά δεξιοτεχνική σκηνή όπου ο Οδυσσέας, έχοντας πια φτάσει επιτέλους στην Ιθάκη, δεν αναγνωρίζει τον τόπο (ν στ. 187-204): «Τότε κι ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν / στα χώματά του· κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, / τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. […] Γι᾽ αυτό του φάνταξαν του βασιλιά όλα τριγύρω αλλόκοτα·/ τα μακρινά φιδίσια μονοπάτια, φιλόξενα λιμάνια, βράχια / απόκρημνα και δέντρα θαλερά./ Πάνω πετάχτηκε και, προσηλώνοντας το βλέμμα του / στην ίδια την πατρίδα του, έβγαλε στεναγμό βαρύ,/ μετά χτυπούσε τα μεριά του με χέρια σαν σπαθιά,/ τέλος ολοφυρόμενος μίλησε κι είπε: "Αλίμονο, σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα!/ Είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι; [ἤ ῥ' οἵ γ’ ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι] ή μήπως τη φιλοξενία γνωρίζουν / κι ο νους τους σέβεται τα θεία; / Δεν ξέρω καν πού να τα πάω τα τόσα δώρα μου, ο ίδιος / πού να πλανηθώ"» (μτφρ. Μαρωνίτη). Με συγκινεί πολύ αυτή η σκέψη, που μοιάζει εξίσου αιώνια με το τοπίο, ότι εν τέλει αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε το οικείο, ότι γυρίζοντας στο σπίτι θρηνούμε και αναρωτιόμαστε πάντα: «ὤ μοι ἐγώ, τέων αὖτε βροτῶν ἐς γαῖαν ἱκάνω;».
Πηγή: lifo