«Η πρόσκληση» - Μια κωμωδία που κλέβει καρδιές και γεμίζει τα θερινά
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
H καλοστημένη ταινία της Ολίβια Ουάιλντ σχολιάζει τον γάμο, τις σχέσεις, τα προβλήματα της συγκατοίκησης στα χρόνια μας, δίχως κηρύγματα και επιμύθια.
Η «Πρόσκληση» ξεκίνησε με διαφορετική σύνθεση, άλλους σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές, για να αναλάβει στην πορεία τη σκηνοθεσία της η Ολίβια Ουάιλντ. Ο Σεθ Ρόγκεν παίζει τον Τζο, τον σύζυγο του ενός ζευγαριού, και το ζευγάρι από τον πάνω όροφο, που ενοχλεί με τις ερωτικές του δραστηριότητες, ο Έντουαρντ Νόρτον και η Πενέλοπε Κρουθ. Προφανώς, επειδή προερχόταν από την ηχηρή, και με μπόλικο άσχετο παρασκήνιο, αποτυχία του σκηνοθετικού της ντεμπούτου «Don’t worry darling», η Ουάιλντ ήθελε να συγκεντρωθεί στη δουλειά πίσω από την κάμερα. Οι συμπρωταγωνιστές της, όμως, την έπεισαν πως θα ήταν ιδανική για τον ρόλο της Άντζελα, μιας ευκατάστατης όμορφης γυναίκας εμμονική με τη διακόσμηση του σπιτιού της, απογοητευμένης από τον γάμο της, αλλά απρόθυμης να συζητήσει την απογοήτευσή της, κυρίως με τον άνθρωπό της, τον Tζo, τον αποτυχημένο ροκ σταρ και δάσκαλο μουσικής, που αποσύρεται στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του για να χαλαρώσει με έναν μπάφο τη μέρα.
Η «Πρόσκληση» το έχει το δράμα της, αλλά εδώ το αίσθημα, που μια λείπει και μια περισσεύει, γυρίζει σε ένα επιτραπέζιο γαϊτανάκι με γρήγορες ατάκες και διάθεση για βιτριολικές παρατηρήσεις.
Όταν η Άντζελα καλεί τον χήρο Χοκ και τη χωρισμένη Πίνα, τους «από πάνω», για δείπνο γνωριμίας, ο Τζο φρικάρει με την πολυτέλεια των εδεσμάτων και τη φροντίδα της προετοιμασίας από πλευράς της Άντζελα, έχοντας μάλιστα νωπή στη μνήμη του τα αυξημένα ντεσιμπέλ των μουγκρητών που του στέρησαν τον ύπνο και την ψυχραιμία του. Η βραδιά εξελίσσεται σε εξερεύνηση ορίων, μια κόντρα μεταξύ ζευγαριών μετά τους πρώτους άβολους, αναγνωριστικούς γύρους, σε μια αντιπαράθεση νεύρωσης και απελευθέρωσης, σύμβασης και ελευθεριότητας, δυο νοοτροπιών που… απειλούνται με σύγκλιση σε ένα ανάλαφρο και έξυπνο έργο που μοιάζει με αστείο flip side του περισσότερο δραματικού και υπαρξιακού «Θεού της Σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά, που είχε μεταφέρει στο σινεμά ο Ρόμαν Πολάνσκι με το εκλεκτό καστ των Φόστερ, Γουίνσλετ, Βαλτζ και Ράιλι.

Και η «Πρόσκληση» το έχει το δράμα της μοιρασμένο ισόποσα σε μια τετράδα χαρισματικών ηθοποιών, αλλά εδώ το αίσθημα, που μια λείπει και μια περισσεύει (ανάλογα με τον όροφο), γυρίζει σε ένα επιτραπέζιο γαϊτανάκι με γρήγορες ατάκες και διάθεση για βιτριολικές παρατηρήσεις.
Ο Ρόγκεν εξελίσσεται σε μια εξαιρετικά υπολογίσιμη φιγούρα στην τρέχουσα μυθοπλασία – πολυπράγμων και πιο διεισδυτικός απ’ ό,τι άφηνε να διαφανεί η stoner αρχική παρουσία του. Έχει δανείσει τη χαρακτηριστική φωνή του σε άπειρα κινούμενα σχέδια υψηλού προφίλ, απέδειξε πως είναι εξαιρετικός σε ταινίες όπως οι «Fabelmans», «Steve Jobs» και «Disaster Artist», και αρίστευσε σε σατιρική, σινεφίλ φαντασία στο τηλεοπτικό «Studio», αποσπώντας 4 προσωπικά Emmys. Χωρίς να απολέσει την περσόνα του (δεν μπορεί, ή δεν χρειάζεται ακόμη;), εδώ δίνει ενέργεια και μελαγχολία, έναν ζυγισμένο ρεαλισμό απολύτως απαραίτητο και «ταυτίσιμο» ακόμη και στις τραβηγμένες, πιο φαρσικές στιγμές της «Πρόσκλησης». Χωρίς να υστερούν οι υπόλοιποι τρεις, δύσκολα φαντάζεσαι έναν άλλον στη θέση του.
Αν και είναι πολύ περισσότερα, και σίγουρα πιο σοφιστικέ, οι παλιότεροι θα βάφτιζαν την ταινία «σεξοκωμωδία», μια καλοστημένη, πικάντικη πρόταση για χιαστί περιπτύξεις με μενού που εκσυγχρονίζει την παραδοσιακή σύμβαση των πιο μονοδιάστατων swingers και σχολιάζει τον γάμο, τις σχέσεις, τα προβλήματα της συγκατοίκησης στα χρόνια μας, δίχως κηρύγματα και επιμύθια. Γι’ αυτό και ένα ενήλικο, βασικά, κοινό βρήκε λημέρι ή τουλάχιστον παρένθεση στα θερινά, από το Μουντιάλ. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον, έδειξε πως το κοινό για τις κωμωδίες, ή τις κομεντί με την ευρύτερη έννοια, δεν κάθεται μόνο στον καναπέ του για να τις χαζέψει σε streaming υπηρεσίες, αλλά μπορεί να πληρώσει για να τις δει σε αίθουσα. Διεθνώς, αυτό μένει να αποδειχθεί, μέχρι να καταλήξει αναγκαστικά, και πολύ σύντομα, σε κάποια πλατφόρμα.