«Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» - Αποσπάσματα από το βιβλίο της Σιμόν ντε Μπoβουάρ
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Η εμβληματική αυτοβιογραφία της Σιμόν ντε Μποβουάρ αναδεικνύει το προσωπικό βίωμα ως αφετηρία κάθε διεκδίκησης.
Μεγαλωμένη σε μια γαλλική αστική οικογένεια όπου επικρατούσαν οι αρχές του καθολικισμού και του συντηρητισμού, θα εξεγερθεί από νωρίς ενάντια στις συμβατικές προσδοκίες της τάξης της και θα αφεθεί στην υπαρξιακή και πνευματική φιλοδοξία της, ακολουθώντας μια πορεία τολμηρή για τις γυναίκες της εποχής της.
Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο
Γεννήθηκα στις τέσσερις το πρωί, στις 9 Ιανουαρίου 1908, σε ένα δωμάτιο με λευκά λακαρισμένα έπιπλα, που έβλεπε στο μπουλβάρ Ρασπάιγ. Στις οικογενειακές φωτογραφίες του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς, βλέπεις νεαρές κοπέλες με μακριά φορέματα, καπέλα στολισμένα με φτερά στρουθοκαμήλου, κυρίους με ψαθάκια και παναμάδες που χαμογελούν σε ένα μωρό: είναι οι γονείς μου, ο παππούς μου, θείοι, θείες, κι εγώ.
Ο πατέρας μου ήταν τριάντα χρονών, η μητέρα μου είκοσι ένα, κι εγώ ήμουν το πρώτο τους παιδί. Γυρίζω μια σελίδα του οικογενειακού άλμπουμ· η μαμά κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρό που δεν είμαι εγώ· εγώ στέκω πλάι της, με πλισέ φούστα, μπερέ, είμαι δυόμισι χρονών, και το μωρό είναι η νεογέννητη αδελφή μου. Καταπώς φαίνεται, τη ζήλευα, μα όχι για πολύ. Απ’ όσο θυμάμαι, ένιωθα περήφανη επειδή ήμουν η μεγαλύτερη: η πρώτη. Όταν τις Απόκριες μ’ έντυναν Κοκκινοσκουφίτσα, με το καλαθάκι μου γεμάτο καλούδια, ένιωθα πολύ πιο σπουδαία από ένα γαλαθηνό καθηλωμένο στην κούνια του. Εγώ είχα μια μικρή αδελφούλα: αυτό το πλασματάκι που έμοιαζε με κούκλα δεν ήξερε πως είχε.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908-1986) και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ (1905-1980) υπήρξαν ένα από τα πιο εμβληματικά πνευματικά ζευγάρια του 20ού αιώνα / Wikimedia Commons
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, μόνο μια συγκεχυμένη εντύπωση έχω κρατήσει, τίποτε άλλο: κάτι κόκκινο, μαύρο και ζεστό. Το διαμέρισμα ήτανε κόκκινο – κόκκινα τα χαλιά όπως και η τραπεζαρία στιλ Ερρίκου Β΄, κόκκινο και το γκοφρέ μεταξωτό ύφασμα που σκέπαζε τις τζαμωτές πόρτες, κόκκινες και οι βελούδινες κουρτίνες στο γραφείο του μπαμπά· τα έπιπλα αυτού του ιερού άντρου ήταν από ξύλο αχλαδιάς βαμμένο σκούρο, σχεδόν μαύρο· εγώ κούρνιαζα μες στο ανοιχτό βαθούλωμα ανάμεσα στα συρτάρια του γραφείου, όπου με τύλιγαν τα σκοτάδια· ήτανε σκοτεινά, ζεστά και το κόκκινο του χαλιού με θάμπωνε. Έτσι πέρασα τα μικράτα μου.
Κοιτούσα, ψηλαφούσα, μάθαινα τον κόσμο, προστατευμένη. Κι αυτό το αίσθημα της καθημερινής ασφάλειας μου το πρόσφερε η παρουσία της Λουίζ. Με έντυνε το πρωί, με ξέντυνε το βράδυ και κοιμόταν στο δωμάτιό μου. Μια νεαρή γυναίκα, δεν θα την έλεγες όμορφη, χωρίς κανένα μυστήριο, εφόσον ζούσε –έτσι τουλάχιστον πίστευα– μόνο και μόνο για να φροντίζει την αδελφή μου κι εμένα, δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της, δεν με μάλωνε δίχως λόγο.
Το γαλήνιο βλέμμα της με προστάτευε όταν έπαιζα με τα χώματα στους Κήπους του Λουξεμβούργου, όπως κι όταν νανούριζα την κούκλα μου, την Μπλοντίν, που είχε κατέβει απ’ τον ουρανό μια νύχτα Χριστουγέννων μαζί με ένα μπαουλάκι γεμάτο με όλα της τα προικιά. Σαν βράδιαζε, καθόταν πλάι μου, μου έδειχνε χρωματιστές εικόνες λέγοντάς μου ιστορίες. Η παρουσία της μου ήταν τόσο απαραίτητη και μου φαινόταν τόσο φυσική όσο και της γης κάτω απ’ τα πόδια μου.
Η μητέρα μου, πιο απόμακρη, πιο απρόβλεπτη, μου ενέπνεε τρυφερά συναισθήματα· καθόμουν στα γόνατά της, μες στην ευωδιαστή απαλότητα της αγκαλιάς της και γέμιζα με φιλιά το δροσερό, νεανικό της δέρμα

Wikimedia Commons
Η μητέρα μου, πιο απόμακρη, πιο απρόβλεπτη, μου ενέπνεε τρυφερά συναισθήματα· καθόμουν στα γόνατά της, μες στην ευωδιαστή απαλότητα της αγκαλιάς της και γέμιζα με φιλιά το δροσερό, νεανικό της δέρμα· υπήρχαν φορές που εμφανιζόταν τη νύχτα, πλάι στο κρεβάτι μου, όμορφη σαν ζωγραφιά, άλλοτε με το πράσινο τούλινο φόρεμά της που το στόλιζε ένα μενεξεδί λουλούδι, κι άλλοτε με το μαύρο, στο χρώμα του γαγάτη, που στραφτάλιζε.
Όταν θύμωνε μαζί μου, μου έριχνε ένα ανταριασμένο βλέμμα· κι εγώ φοβόμουν πολύ αυτή την τρομερή και φοβερή λάμψη που ασχήμιζε το πρόσωπό της· ήθελα το χαμόγελό της.
Όσο για τον πατέρα μου, αυτόν λίγο τον έβλεπα. Έφευγε κάθε πρωί για το Δικαστικό Μέγαρο, κρατώντας παραμάσχαλα έναν χαρτοφύλακα γεμάτο με χαρτιά που δεν τ’ άγγιζε ποτέ κανείς, φακέλους τα λέγανε. Δεν είχε μουστάκι μήτε μούσι· τα μάτια του ήτανε γαλανά και γελαστά.
Όταν γύριζε στο σπίτι, το βράδυ, έφερνε συνήθως στη μαμά ένα μπουκετάκι βιολέτες της Πάρμας, φιλιούνταν και γελούσαν. Ο μπαμπάς γελούσε και μαζί μου βέβαια· μ’ έβαζε να τραγουδάω Το γκρίζο αυτοκινητάκι ή Την ξυλοπόδαρη και μ’ άφηνε άναυδη καθώς, με ένα κόλπο, δεν ξέρω ποιο, μάζευε απ’ την άκρη της μύτης μου πεντόφραγκα.
Τον έβρισκα διασκεδαστικό και χαιρόμουν τις στιγμές που ασχολούταν μαζί μου· όμως δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή μου.
Η βασική ασχολία της Λουίζ και της μαμάς ήτανε να με ταΐζουν· πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Περισσότερο με το στόμα, παρά με τα μάτια ή τα χέρια μου, γνώριζα τον κόσμο. Αλλά έτσι, δεν μου ήταν απόλυτα αρεστός.
H κρέμα αραβοσίτου, το κουάκερ με γάλα, o πουρές, τόσο άνοστα όλα, μου έφερναν δάκρυα στα μάτια· το λίπος στα κρεατικά ή το γλοιώδες μυστήριο των οστρακοειδών μου προξενούσαν αηδία· κλάματα, τσιρίδες, εμετοί, η αηδία μου ήταν τέτοια που, τελικά, η Λουίζ και η μαμά εγκατέλειπαν κάθε προσπάθεια.
Απ’ την άλλη, απολάμβανα παθιασμένα το προνόμιο της παιδικής ηλικίας, όπου η ομορφιά, η αφθονία, η ευτυχία είναι πράγματα που μπορείς να τα γευτείς· στην οδό Βαβέν, στεκόμουν αποσβολωμένη μπρος στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων, έκθαμβη απ’ το λαμποκόπημα των γλασαρισμένων φρούτων, την απαλή στιλπνότητα του ζελέ με φρούτα εποχής, τις υπόξινες καραμέλες σε μια καλειδοσκοπική ποικιλία· πράσινο, κόκκινο, πορτοκαλί, βιολετί: λαχταρούσα τα ίδια τα χρώματα όσο και τις χαρές που μου υπόσχονταν.
«Καημενούλι μου!» είπε κάποτε μια κυρία δίνοντάς μου μια καραμέλα. Κι εγώ την ευχαρίστησα με μια κλοτσιά
Η μαμά καθόταν στο πιάνο, πιάνο με ουρά ήτανε, μια κυρία με αέρινο τούλινο φουστάνι έπαιζε βιολί κι ένας ξάδελφος βιολοντσέλο. Εγώ προσπαθούσα να σπάσω ανάμεσα στα δόντια μου το ζαχαρωμένο κέλυφος ενός αποξηραμένου φρούτου, και μια φωτεινή φυσαλίδα έσκαγε στον ουρανίσκο μου με μια γεύση φραγκοστάφυλου ή ανανά· όλα τα χρώματα, όλα τα φώτα, ήταν δικά μου, οι αραχνοΰφαντες εσάρπες, τα διαμαντικά, οι δαντέλες· ολάκερη η γιορτή δική μου, στο στόμα μου. Ποτέ δεν με σαγήνεψαν οι παράδεισοι όπου έρεε μέλι και γάλα, ζήλευα όμως τον Χάνσελ και την Γκρέτελ.
Κι αν, έλεγα συχνά μέσα μου, o κόσμος στον οποίο κατοικούμε ήταν όλος φτιαγμένος από κάτι φαγώσιμο, πόσο δικός μας θα γινόταν, πόσο θα τον απολαμβάναμε! Ακόμα κι όταν μεγάλωσα, ήθελα να μασουλήσω τις ολάνθιστες αμυγδαλιές, να δαγκώσω τα ζαχαρωτά του δειλινού που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και στον νυχτερινό ουρανό της Νέας Υόρκης, οι εντυπωσιακές επιγραφές με το νέον που κατέκλυζαν την πόλη με λιγουρευτά καλούδια μού έμοιαζαν, κι εγώ έμενα με τη στέρηση.
[…]
Ήμουν ένα πολύ χαρούμενο κοριτσάκι, που το προστάτευαν, το κανάκευαν, του πρόσφεραν διαρκώς καινούργια πράγματα και χαίρονταν να το βλέπουν να διασκεδάζει.
Κι όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά, είχα ξεσπάσματα θυμού και τότε, με το πρόσωπο μπλαβιασμένο, έπεφτα στο πάτωμα με σπασμούς. Μια φορά –τρεισήμισι χρονών ήμουν– τρώγαμε στο ηλιόλουστο αίθριο ενός μεγάλου ξενοδοχείου στην Ντιβόν λε-Μπεν· κάποιος μου έδωσε ένα σκουροκόκκινο δαμάσκηνο κι εγώ άρχισα να το ξεφλουδίζω.
«Μη!» τσίριξε η μαμά, και να με ξαπλωμένη στο τσιμέντο ουρλιάζοντας. Μια άλλη φορά, έσκουζα διασχίζοντας όλο το μπουλβάρ Ρασπάιγ επειδή η Λουίζ με πήρε με το ζόρι απ’ την Πλας Μπουσικό όπου έπαιζα με τα χώματα. Σε τέτοιες στιγμές, μήτε οι οργισμένες ματιές της μαμάς μήτε ο αυστηρός τόνος της Λουίζ, μήτε καν οι σπάνιες παρεμβάσεις του μπαμπά είχαν αποτέλεσμα. Ούρλιαζα τόσο δυνατά, και για τόση ώρα, που, κάποιες φορές, στους Κήπους του Λουξεμβούργου, νόμιζαν ότι κάποιος με βασάνιζε.
«Καημενούλι μου!» είπε κάποτε μια κυρία δίνοντάς μου μια καραμέλα. Κι εγώ την ευχαρίστησα με μια κλοτσιά. Αυτό το συμβάν έκανε πολύ μεγάλη αίσθηση· μια χοντρή κυριούλα με μουστάκι, συγγραφέας ήτανε, το εξιστόρησε στο περιοδικό Η υποδειγματική κούκλα.*
(* La Poupée modèle: Περιοδικό της εποχής που απευθυνόταν στα κορίτσια της αστικής τάξης. Μέσα από ιστορίες και συμβουλές για κούκλες, δινόταν έμφαση στον καθωσπρεπισμό, στις χριστιανικές αρετές και στο πώς θα γίνουν υποδειγματικές σύζυγοι και μητέρες).
Μοιραζόμουν με τους γονείς μου έναν απέραντο σεβασμό για κάθε λογής έντυπο· όταν η Λουίζ μου διάβαζε μια ιστορία, ένιωθα πως είμαι κάποια άλλη, σπουδαία· λίγο λίγο όμως κάτι μ’ ενοχλούσε.
Παντού αντιμέτωπη με πειθαναγκασμούς, μα πουθενά δεν έβλεπα την αναγκαιότητά τους. Στο βάθος αυτών των αμείλικτων νόμων που πέφτουν πάνω μου και με πλακώνουν σαν βαριές πέτρες, διέκρινα ένα ιλιγγιώδες κενό

«Συχνά, η καημένη η Λουίζ έκλαιγε πικρά σαν νοσταλγού σε τα πρόβατά της» έγραφε η θεία μου. Η Λουίζ δεν έκλαιγε ποτέ· δεν είχε πρόβατα κι άλλωστε μ’ αγαπούσε· και πώς να συγκρίνεις ένα κοριτσάκι με ένα πρόβατο; Από κείνη τη μέρα, άρχισα να ψυλλιάζομαι ότι η λογοτεχνία δεν είχε και τόσο ξεκάθαρες σχέσεις με την αλήθεια.
Συχνά αναρωτιόμουν ποια ήταν η αιτία αυτών των ξεσπασμάτων, ποιο το νόημά τους. Πιστεύω ότι, εν μέρει, οφείλονταν σε μια παρορμητική ζωτικότητα και σε μια παντελή έλλειψη αυτοσυγκράτησης που δεν μ’ εγκατέλειψαν ποτέ εντελώς. Καθώς εξωθούσα τις απέχθειές μου μέχρι ναυτίας και τις σφοδρές επιθυμίες μου μέχρι εμμονής, μια άβυσσος χώριζε τα πράγματα που μου άρεσαν από εκείνα που μισούσα.
Δεν μπορούσα να μένω αδιάφορη στην απότομη πτώση απ’ την πλησμονή στην ένδεια, απ’ την ευδαιμονία στη φρίκη· το αποδεχόμουν μόνο αν το θεωρούσα αναπόφευκτο· ποτέ δεν ξεσπούσα την οργή μου σε κάποιο απλό αντικείμενο. Αρνιόμουν όμως να εν δώσω σε τούτη την αδιόρατη δύναμη: τις λέξεις. Κι αυτό που μ’ εξόργιζε ήταν ότι μια φράση που κάποιος πετούσε ανέμελα, «πρέπει… δεν πρέπει», γκρέμιζε σε μια στιγμή όλα μου τα σχέδια, δηλητηρίαζε όλη μου την ευτυχία.
Το αυθαίρετο των προσταγών και των απαγορεύσεων που πάνω τους προσέκρουα ήταν η απόδειξη της αντίφασής τους· χτες, ξεφλούδισα ένα ροδάκινο: και γιατί όχι εκείνο το δαμάσκηνο; Γιατί έπρεπε να σταματάω το παιχνίδι μου τη στιγμή ακριβώς που μου λένε;
Παντού αντιμέτωπη με πειθαναγκασμούς, μα πουθενά δεν έβλεπα την αναγκαιότητά τους. Στο βάθος αυτών των αμείλικτων νόμων που πέφτουν πάνω μου και με πλακώνουν σαν βαριές πέτρες, διέκρινα ένα ιλιγγιώδες κενό: ήτανε το βάραθρο μες στο οποίο καταποντιζόμουν κι όλο μου το είναι τρανταζόταν απ’ τις οργισμένες κραυγές μου.
Έπεφτα στο πάτωμα, χτυπιόμουν, αντιστεκόμουν με όλο μου το κορμί στην ανυπόστατη δύναμη που με τυραννούσε· την υποχρέωνα ν’ αποκτήσει μια υλική μορφή· με άρπαζαν από τα χέρια, μ’ έκλειναν στη σκοτεινή αποθήκη με τις σκούπες και τα ξεσκονιστήρια· εκεί, μπορούσα να κλοτσάω ή να χτυπάω πραγματικούς τοίχους αντί να παλεύω με την αδιόρατη βούληση των άλλων. Ήξερα καλά πόσο μάταιος ήταν ο αγώνας· από τη στιγμή που η μαμά μού πήρε απ’ τα χέρια το ζουμερό δαμάσκηνο, που η Λουίζ έβαζε το κουβαδάκι και τα φτυάρια μου στο καλάθι της, ήξερα πως είχα ηττηθεί· εγώ όμως δεν τα παρατούσα.
Ολοκλήρωνα την ήττα μου. Οι σπασμοί και τα δάκρυα που μου θόλωναν τα μάτια συνέτριβαν τον χρόνο, έσβηναν τον χώρο, καταστρέφοντας μεμιάς το αντικείμενο της επιθυμίας μου και τα εμπόδια που με χώριζαν απ’ αυτό. Βούλιαζα στα σκοτάδια της αδυναμίας· μονάχα ο γυμνός εαυτός μου απόμενε, που ξέσπαγε σε παρατεταμένες κραυγές και ουρλιαχτά.
* Οι «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» της Σιμόν Ντε Μποβουάρ σε μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
*Αρχική Φωτό: Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908-1986) και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ (1905-1980) υπήρξαν ένα από τα πιο εμβληματικά πνευματικά ζευγάρια του 20ού αιώνα.
