Η Μόνικα Βίτι δεν ήταν απλά η μούσα του Αντονιόνι
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Με ένα καλοκαιρινό αφιέρωμα στις ταινίες της, το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στο Λονδίνο αποτείνει φόρο τιμής στην ιταλίδα σταρ που πέρασε για χρόνια στη σκιά του μεγάλου σκηνοθέτη Μικελάντζελο Αντονιόνι
Πολυβραβευμένος ιταλός σκηνοθέτης, ο Μικελάντζελο Αντονιόνι κατάφερε με τις ταινίες του να καταγράψει το υπαρξιακό κενό του 20ου αιώνα και να αναλύσει τα προβλήματα και τις αγωνίες αλλά και τις ελπίδες του σύγχρονου ανθρώπου. Η τριλογία την αποξένωσης, «Η Περιπέτεια» (1960), «Νύχτα» (1961) και «Εκλειψη» (1962), υπήρξε κορυφαίο έργο του και η Μόνικα Βίτι, σύντροφος και πρωταγωνίστριά του, με τη μαγνητική παρουσία της στις ταινίες του υπήρξε σημείο αναφοράς του. Ωστόσο, η ιταλίδα σταρ, στην οποία το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (bfi) αποδίδει φόρο τιμής φέτος το καλοκαίρι προβάλλοντας μεταξύ άλλων τη λαμπρή τριλογία, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μούσα του Αντονιόνι.
Ηταν γνωστό ότι ήταν ζευγάρι, αλλά οι ταινίες τους έκαναν το κοινό να αναρωτιέται πώς ήταν ο δεσμός τους, γράφει στους Financial Times ο Ντέιβιντ Τόμσον με αφορμή το αφιέρωμα του bfi. Πώς μπορούσε να νιώσει κανείς την αίσθηση του εγκλωβισμού της Βίτι σε μια κατάσταση αγωνιώδους περιπλάνησης και συναισθηματικής αβεβαιότητας, στην τριλογία; Δεν υπήρχε ερμηνεύτρια όμοιά της στην έκφραση του δισταγμού· το γέλιο της μπορούσε να διακοπεί από έναν αναστεναγμό ή ένα βογκητό· η ενέργειά της φαινόταν να έλκεται από την αποξένωση, σημειώνει ο Τόμσον. Ο Αντονιόνι δύσκολα μπορούσε να δει μια πλατεία μικρής πόλης ή ένα κοσμικό πάρτι τα ξημερώματα χωρίς να σκεφτεί να τοποθετήσει τη Βίτι σε εκείνο το κενό.
Ηταν η μοναδική ηθοποιός του κινηματογράφου εκείνης της περιόδου που άφηνε να φανεί – χωρίς ποτέ να το εκφράσει ρητά – ότι δεν έβρισκε αυτό που ήθελε (ας το πούμε ικανοποίηση) και κατά συνέπεια παρασυρόταν σε μια υπαρξιακή απογοήτευση. Στον Αντονιόνι δεν άρεσε να μιλάει γι’ αυτήν, σαν να ντρεπόταν για την πιθανότητα ότι είχαν νιώσει την ηδονή μαζί. Αλλά παραδέχτηκε ότι η πραγματική Βίτι δεν ήταν όπως το φάντασμα, που είχε δημιουργήσει για την οθόνη, σημειώνει στους Financial Times ο βρετανός κριτικός κινηματογράφου. Ακόμα και τότε, λοιπόν, στην στοιχειωμένη περίοδο της ακμής της, άρχισε να ανακύπτει το ερώτημα: ήταν ένα εξαιρετικό πρότυπο απογοήτευσης ή μια ηθοποιός υπομονετική απέναντι στη θλίψη του σκηνοθέτη της;
Με το αφιέρωμα στην Μόνικα Βίτι, το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου αναγνωρίζει ότι η ιταλίδα σταρ είχε μια ζωή και μετά τον Αντονιόνι. Πράγματι, η ιταλίδα σταρ εργάστηκε μέχρι το 1989 – οπότε και συνταξιοδοτήθηκε – κερδίζοντας αμέτρητα βραβεία (κυρίως στην Ιταλία), μάλιστα ήταν περισσότερο γνωστή για τους κωμικούς ρόλους της. Κατόπιν αρρώστησε με Αλτσχάιμερ και πέθανε το 2022, σε ηλικία 90 ετών. Η σειρά ταινιών που προβάλλει το bfi θέλει να μας κάνει να καταλάβουμε ότι η Μόνικα Βίτι δεν περιορίζεται μόνο στην τριλογία. Εύλογα όμως μπορεί να αναρωτηθεί κανείς (όπως και ο Ντέιβιντ Τόμσον στους FT) αν θα υπήρχε το αφιέρωμα του bfi χωρίς αυτές τις τρεις αινιγματικές ταινίες ή έστω χωρίς την «Περιπέτεια», μια ταινία – σημείο καμπής, με την οποία ο ιταλός σκηνοθέτης έθεσε τα θεμέλια του μοντέρνου σινεμά.
Σπάζοντας τα στερεότυπα της αφήγησης, ο Αντονιόνι επιλέγει τις σιωπές αντί να δίνει λύσεις και απαντήσεις. Αρχικά, η «Περιπέτεια» έγινε δεκτή με γέλια και αποδοκιμασίες στο φεστιβάλ των Καννών όπου έγινε η πρεμιέρα της τον Μάιο του 1960. Ωστόσο, το 1962, στη δημοσκόπηση των κριτικών του περιοδικού Sight & Sound για τις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ, κατέλαβε τη δεύτερη θέση μετά τον «Πολίτη Κέιν». Προηγουμένως, τη δεκαετία του 1950, ο Αντονιόνι είχε γυρίσει αρκετές καλές ταινίες — μεταξύ των οποίων «Το Χρονικό ενός Ερωτα» (1950), «Η Κυρία Χωρίς Καμέλιες» (1953), «Οι Φίλες» (1955), και «Η Κραυγή» (1957)— χωρίς, ωστόσο, να καθιερωθεί στον διεθνή κύκλο του κινηματογράφου τέχνης.
Τη διαφορά έκανε η παρουσία της Μόνικα Βίτι στην «Περιπέτεια», μια ταινία όπου τεμπέληδες πλούσιοι Ιταλοί κάνουν αδιάφορα ένα ταξίδι σε νησιά της Μεσογείου. Κατά τη διάρκειά του, η Αννα (Λέα Μασάρι) εξαφανίζεται προκαλώντας αμηχανία στον εραστή της, Σάντρο (Γκαμπριέλε Φερτσέτι). Και τότε ο Σάντρο ξεκινά μια ερωτική σχέση με τη φίλη της Αννας, Κλαούντια (Μόνικα Βίτι), που όμως διαρκεί μόνο μέχρι να γνωρίσει μια άλλη γυναίκα.

Με τον Γκαμπριέλε Φερτσέτι στην «Περιπέτεια», το 1960 (Cino del Duca)
Γιατί αποδοκιμάστηκε; Η ταινία ήταν μεγάλη και αργή. Εδινε μια αίσθηση απελπισίας αλλά και κομψότητας. Και η Αννα εξαφανίζεται πραγματικά.Η αναζήτησή της εγκαταλείπεται και η κατάστασή της δεν εξηγείται ποτέ. Η πλοκή φαίνεται να παίρνει μια τροπή αφηρημένη. Αλλά η Μόνικα Βίτι πρόσφερε ένα νέο είδος ομορφιάς: σαγηνευτική πλην όμως απελπισμένη και βυθισμένη στη μοναξιά, συναισθήματα από τα οποία τίποτα δεν μπορούσε να τη σώσει. Η Κλαούντια της Βίτι φοβάται να είναι μόνη, με τον έρωτα να γλιστράει μέσα από τα χέρια της σαν νερό, σχολιάζει ο Τόμσον στους FT. Στη συνέχεια, όμως, η ταινία σημείωσε απροσδόκητη επιτυχία. Προκάλεσε ενθουσιασμό εκτοξεύοντας την καριέρα του Αντονιόνι, ο οποίος αμέσως μετά, γύρισε τη «Νύχτα» (1961), για μια νύχτα περιπλάνησης στο Μιλάνο και ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνιστές τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, τη Ζαν Μορό και τη Μόνοκα Βίτι.
Πρόκειται ίσως για το πιο άμεσο σινεμά της σιωπής και της αίσθησης απουσίας του μεγάλου ιταλού σκηνοθέτη. Αυτή η ταινία, δε, αποδείχτηκε πιο ανθεκτική διαχρονικά από την «Περιπέτεια», πράγμα που – σε μεγάλο βαθμό – οφείλεται στην ειλικρινή λαχτάρα της Μορό να βρίσκεται συνεχώς μπροστά στην κάμερα και να νιώθει ζωντανή. Ο χαρακτήρας της είναι επίσης θλιμμένος, αλλά κατακλύζει την κάμερα και αφήνει τη Βίτι να φαίνεται μελαγχολική και αποξενωμένη. Τέλος, η «Εκλειψη» ίσως είναι η καλύτερη από τις τρεις, σχολιάζει ο Τόμσον, εν μέρει επειδή η Μόνικα Βίτι συμπρωταγωνιστεί με τον Αλέν Ντελόν, και υπάρχει μια πραγματική ερωτική χημεία μεταξύ τους καθώς περιπλανώνται σε έναν έρωτα εξαρχής καταδικασμένο.
Οι τρεις ταινίες ήταν αναμφισβήτητα ό,τι καλύτερο μπορούσε να της συμβεί, υπογραμμίζει ο βρετανός κριτικός κινηματογράφου των FT. Κάποιοι, δε – γράφει – αναρωτήθηκαν αυτόματα αν θα μπορούσε να παίξει στα αγγλικά. Αυτό, όμως, της προκαλούσε εκνευρισμό, καθώς ένιωθε ότι η αβέβαιη γνώση της γλώσσας εμπόδιζε το φυσικό της κωμικό ταλέντο.

Η Βίτι με τον Ντελόν στην «Εκλειψη» (Cineriz)
Αν και εμφανιζόταν μελαγχολική στο μεγαλύτερο μέρος της τριλογίας, στην πραγματική ζωή, η Μόνικα Βίτι ήταν γνωστή για το χιούμορ της, επισημαίνει ο Ντέιβιντ Τόμσον. Γι’ αυτόν, το λόγο, άλλωστε, την επέλεξε ο Τζόζεφ Λόουζι για πρωταγωνίστριά του στην κωμωδία κατασκοπείας «Modesty Blaise» (1966), που κατέληξε, όμως, να είναι ένα από τα πιο διαβόητα εμπόδια σε καριέρα στην ιστορία του κινηματογράφου.
Βασισμένη στο διάσημο κόμικ του συγγραφέα Πίτερ Ο’ Ντόνελ και του σκιτσογράφου Τζιμ Χόλντγουεϊ για την λονδρέζικη εφημερίδα Evening Standard (η «Μοντεστ Μπλαίηζ» εμφανίστηκε και στα ελληνικά στις «Εικόνες» της Ελένης Βλάχου), η ταινία προοριζόταν να είναι μια ποπ παρωδία του Τζέιμς Μποντ στην εποχή του Swinging London. Η Βίτι, όμως, δεν βοήθησε, παρακούοντας τον σκηνοθέτη της για τα ρούχα, τα μαλλιά και το πού να ρίξει το καυστικό της βλέμμα (φαίνεται, δε, ότι ο Αντονιόνι την καθοδηγούσε κρυφά) «Αποφάσισα να προχωρήσω με το “Modesty Blaise” κυρίως λόγω της Βίτι», θα έλεγε αργότερα ο Λόουζι. «Μου άρεσε πολύ και τη έβρισκα πολύ αστεία.
Ακόμα και σε προσωρημένο στάδιο των γυρισμάτων, με όλα τα προβλήματα που είχαμε μεταξύ μας, συχνά, στο δείπνο ή όταν πίναμε ένα ποτό, ήταν απίστευτα αστεία. Αλλά κατά κάποιον τρόπο ήταν τόσο αιχμαλωτισμένη από την εικόνα του Αντονιόνι ώστε δεν μπόρεσε ποτέ να επιτρέψει στον εαυτό της να είναι ο εαυτός της», τόνισε ο βρετανός σκηνοθέτης. Εξάλλου, παρά τις υποσχέσεις του να κρατήσει αποστάσεις, ο Αντονιόνι βρισκόταν συχνά στο καμαρίνι της, δίνοντάς της (κρυφά) οδηγίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Modesty Blaise».

H Βίτι με τον Τέρενς Σταμπ στο «Modesty Blaise» το 1965. (Photo by Susan Wood/Getty Images)
Ο Λόουζι νόμιζε πως ήταν αστείο το γεγονός ότι η Μόνικα απεχθανόταν να κινηματογραφούν το προφίλ της. Αλλά όχι, του είπε εκείνη, δεν θα το έκανε – η μύτη της ήταν πολύ μεγάλη. Ηταν συμπρωταγωνίστρια του Τέρενς Σταμπ, δύο πανέμορφοι άνθρωποι χωρίς όμως αρκετή ζωντάνια στην οθόνη. Το σενάριο (των Εβαν Τζόουνς και Χάρολντ Πίντερ, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται στους τίτλους της ταινίας) ήταν απαίσιο, και ο Λόουζι δεν διέθετε ιδιαίτερο ταλέντο για κωμωδία. Αποτέλεσμα: Η «Modesty Blaise» ήταν ήταν μια απίστευτη καταστροφή. Στο μεταξύ η Μόνικα Βίτι είχε γυρίσει άλλη μια ταινία με τον Αντονιόνι, την «Κόκκινη Ερημο» (1964) , αλλά ο συνδυασμός των αφηρημένων χρωματικών αλλαγών και της εξουθενωτικής ψυχικής οδύνης του χαρακτήρα της δεν εντυπωσίασε το κοινό. Ετσι, αρκέστηκε στην απήχησή της στη Ρώμη και σε ένα εγχώριο κοινό.

H Βίτι στην ταινία «Teresa la Ladra», που στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Το ημερολόγιο μιας κλέφτρας» (Euro International Films)
Στο φετινό αφιέρωμα του bfi προβάλλονται, ακόμη, μερικές λιγότερο γνωστές ταινίες της όπως η «Teresa la Ladra» (1973), του Κάρλο ντι Πάλμα, με τον οποίο είχε επίσης σχέση, η ειρωνική εκδοχή της «Τόσκα» (1973) του Λουίτζι Μάνι, και το «Scandalo Segreto» (1989) σε σκηνοθεσία δική της και με συμπρωταγωνιστή τον Ελιοτ Γκουλντ. Το 2000 η Μόνικα Βίτι παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Ρούσο, ο οποίος την φρόντισε στα δύσκολα τελευταία της χρόνια.