Ροντόλφο Βαλεντίνο - Ο αιώνιος εραστής
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Εκατό χρόνια από τον θάνατο του εμβληματικού ηθοποιού, ο τίτλος του απόλυτου συμβόλου του βωβού κινηματογράφου και της ανδρικής γοητείας ακόμα του ανήκει.
Ο Ρούντι δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος εραστής της οθόνης· ήταν ένας τζέντλεμαν στην πραγματική ζωή» είχε πει η «αγαπημένη της Αμερικής» Μαίρη Πίκφορντ, κινηματογραφική σταρ και συνιδρύτρια της εταιρείας παραγωγής ταινιών United Artists, μιλώντας για τον Ροντόλφο Βαλεντίνο, για τον οποίο είχε συμπληρώσει: «Είχε μια φυσική ευγένεια και μια ειλικρίνεια που σπάνια έβρισκες στο Χόλιγουντ. Η τραγωδία του ήταν ότι παγιδεύτηκε σε μια εικόνα που ο ίδιος δεν μπορούσε πάντα να ελέγξει».
«Ηταν ένας άνδρας γεμάτος θλίψη, παρά την επιτυχία του» είχε αποκαλύψει άλλη μια σταρ του βωβού κινηματογράφου, η Γκλόρια Σουάνσον, προσθέτοντας: «Η λατρεία του κόσμου τον φόβιζε και τον έσπρωχνε στην απομόνωση. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα απλό παιδί από την Ιταλία που του έλειπε η πατρίδα του και η ησυχία του». Ο Ρεξ Ινγκραμ, ο ιρλανδός σκηνοθέτης που απογείωσε την καριέρα του Βαλεντίνο με τους «Τέσσερις ιππότες της Αποκαλύψεως» (The Four Horsemen of the Apocalypse, 1921), έλεγε πως «η κάμερα τον αγαπούσε με έναν τρόπο τον οποίο δεν μπορούσες να διδάξεις σε κανέναν. Είχε μια ομορφιά που ήταν ταυτόχρονα αρρενωπή και ποιητική».
Και ο Τσάρλι Τσάπλιν σημείωνε στην αυτοβιογραφία του πως «ήταν ένας άνθρωπος που δεν πρόλαβε ποτέ να απολαύσει την επιτυχία του, γιατί η ίδια του η εικόνα τον είχε φυλακίσει. Ηταν ευγενικός, έξυπνος και πολύ πιο βαθύς από τους ρόλους που αναγκαζόταν να παίξει».
Η διαδρομή του «λατίνου εραστή»
Γεννήθηκε στις 6 Μαΐου 1895 στην Καστελανέτα της Νότιας Ιταλίας ως Rodolfo Alfonso Raffaello Pierre Filibert Guglielmi di Valentina d’Antonguolla – όνομα τόσο πληθωρικό όσο και η μετέπειτα – σύντομη – καριέρα του. Γιος ενός κτηνιάτρου που πέθανε όταν ο Ροντόλφο ήταν μόλις 11 ετών, μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η φτώχεια δεν έσβησε τη φιλοδοξία. Αποβλήθηκε από στρατιωτική σχολή, αποφοίτησε όμως από τη Γεωργική Σχολή του Σαντ’Ιλάριο, στο Νέρβι της Γένοβας, το 1912, παίρνοντας πτυχίο στη Γεωπονία. Οταν απέτυχε να βρει δουλειά πάνω στο αντικείμενό του, μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη, όπως τόσοι Ιταλοί της γενιάς του. Με πολλά όνειρα και με την ελπίδα μιας ζωής που η πατρίδα δεν μπορούσε να του προσφέρει. Ηταν 18 ετών.
Ο Βαλεντίνο στους «Τέσσερις Ιππότες της Αποκαλύψεως». Photo Credits: AP Photo
Στην Αμερική εργάστηκε ως κηπουρός, σερβιτόρος και κυρίως ως συνοδός χορού σε νυχτερινά κέντρα και καμπαρέ, μια δουλειά που τον έφερε σε επαφή με την υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης, αλλά τον έμπλεξε και σε φασαρίες: οι έντονες φήμες για ανάρμοστες σχέσεις με εύπορες παντρεμένες ή διαζευγμένες γυναίκες τον ανάγκασαν να καταφύγει στη Δυτική Ακτή. Εκεί, στο Χόλιγουντ, ξεκίνησε την κινηματογραφική καριέρα του παίζοντας συνήθως τον «κακό» αλλοδαπό απατεώνα ή χορευτή τάνγκο – ρόλοι στερεοτυπικοί για έναν άνδρα με «εξωτική», μεσογειακή εμφάνιση στο σινεμά της εποχής.
Σκηνή από την ταινία «Πέρα απ’ τα βράχια».
Το όνομα «Βαλεντίνο» έγινε μέσα σε λίγους μήνες συνώνυμο του «λατίνου εραστή» – όρου που ουσιαστικά χτίστηκε γύρω από τη δική του παρουσία. Εννοείται πως η εικόνα του απόλυτου, επικίνδυνου, σχεδόν βάρβαρου εραστή ήταν κατασκευή των στούντιο, όχι αντανάκλαση του ίδιου του ανθρώπου. Συνεργάτες και βιογράφοι τον περιγράφουν ως ντροπαλό, καλλιεργημένο, λάτρη του χορού και της μόδας, με έντονο ενδιαφέρον για τα κοσμήματα, τα άλογα και τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων.
Ωστόσο, ταινίες όπως το «Αίμα και άμμος» (Blood and Sand, 1922) και «Ο αϊτός» (The Eagle, 1925) τον εγκλώβισαν σε έναν ρόλο τον οποίο, όπως φαίνεται, ο ίδιος δεν επιθυμούσε ιδιαιτέρως. Ηταν όμως πια ένα φαινόμενο που το ευρύ κοινό – κυρίως οι γυναίκες – λάτρευε με ένταση. Την ίδια στιγμή, μέρος του Τύπου τον αντιμετώπιζε με καχυποψία και χλεύη, κατηγορώντας τον για εκθηλυμένη εμφάνιση και αφήνοντας υπαινιγμούς για τη σεξουαλικότητά του.
Με τη δεύτερη σύζυγό του, Νατάσα Ράμποβα. Photo Credits: AP Photo
Η κοινωνία δεν ήξερε πού να τον κατατάξει· πώς να χωρέσει έναν άνδρα που αμφισβητούσε – έστω και άθελά του – τα στερεότυπα του φύλου και της ανδρικής εικόνας στην αυστηρή Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα. Η προσωπική του ζωή – δύο σύντομοι, ταραχώδεις γάμοι με την αμερικανίδα ηθοποιό Ζαν Ακερ και κατόπιν με την αμερικανίδα χορεύτρια, σχεδιάστρια κοστουμιών και αιγυπτιολόγο Νατάσα Ράμποβα – τροφοδοτούσε ακόμη περισσότερο με σκανδαλώδεις λεπτομέρειες (αλήθειες αλλά και πολλά ψέματα) τον μύθο γύρω από το πρόσωπό του. Εναν μύθο που τελικά έγινε αφόρητα βαρύς για τον ίδιο.
Με την ολοκλήρωση των γυρισμάτων του «Γιου του σεΐχη» (The Son of the Sheik, 1926) και ενώ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, σε μια εξαντλητική διαφημιστική περιοδεία για την προώθηση της ταινίας, κατέρρευσε. Ηταν μόλις 31 ετών όταν πέθανε σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι της Νέας Υόρκης. Ο θάνατός του προήλθε από σηψαιμία, ύστερα από μια αποτυχημένη χειρουργική επέμβαση για οξεία σκωληκοειδίτιδα και έλκος.
Η περίπτωσή του ενέπνευσε τον όρο «Valentino’s Syndrome», τον οποίο χρησιμοποιεί ακόμα η ιατρική κοινότητα. Μόλις κυκλοφόρησε η τραγική είδηση, οι δρόμοι γύρω από το νοσοκομείο κατακλύστηκαν από χιλιάδες θαυμάστριες. Αναφέρθηκαν λιποθυμίες, ακόμη και απόπειρες αυτοκτονίας, ενώ τηλεγραφήματα συμπόνιας έφταναν από όλον τον κόσμο. Τεράστιο ήταν το πλήθος που τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία.

Στιγμιότυπο από τον «Γιο του σεΐχη». Photo Credits: AP Photo
Ο Βαλεντίνο πέθανε πριν προλάβει να δει τι θα σήμαινε ο ήχος για τον κινηματογράφο, πριν προλάβει να ξαναχτίσει την καριέρα του πέρα από τον ρόλο του εραστή που τον φυλάκισε.
Και ίσως αυτό είναι το πιο τραγικό στοιχείο της ιστορίας του: πέθανε στην απόλυτη κορύφωση της φήμης του, χωρίς να προλάβει να μεγαλώσει, να γεράσει, να εξελιχθεί – έμεινε παγωμένος, για πάντα, στην εικόνα του τέλειου εραστή. Αυτό όμως το «πάγωμα» της εικόνας του είναι και το γεγονός που τον μετέτρεψε σε αρχέτυπο. Κάθε «λατίνος εραστής» που ακολούθησε, από τον Ραμόν Νοβάρο μέχρι τις πιο σύγχρονες εκδοχές της μεσογειακής αρρενωπότητας, πατάει πάνω σε ένα μοντέλο που εκείνος, χωρίς να το γνωρίζει, καθιέρωσε.
Σήμερα, 100 χρόνια μετά την αναχώρησή του, το όνομά του έχει αποσυνδεθεί εν μέρει από το έργο του – λίγοι θυμούνται σκηνή προς σκηνή τις ταινίες του –, και όμως παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα της κινηματογραφικής ιστορίας. Ο Ροντόλφο Βαλεντίνο δεν είναι πια απλώς ένας ηθοποιός· είναι ένα σύμβολο. Και ίσως η πιο καθαρή απόδειξη της παράδοξης αθανασίας που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος: ακόμη και όταν ο άνθρωπος σβήνει νωρίς, η εικόνα του μπορεί να συνεχίσει να ζει και να αποθεώνεται για πάντα.