Βασίλης Ραφαηλίδης - «Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νέα και αναμάρτητη»
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
«Σύντροφοι, ο αγώνας συνεχίζεται από κει που τον άφησε ο Λένιν το 1924»
«Σύντροφοι, ο αγώνας συνεχίζεται από κει που τον άφησε ο Λένιν το 1924», λέει εμφατικά ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης, στον πρόλογο του νέου του βιβλίου με τίτλο «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, εξώφυλλο Πολυάννα Κωνσταντοπούλου και Στάθης Σταυρόπουλος). Ενός βιβλίου που προσπαθεί να συμβάλει στην αποσαφήνιση των αιτιών της πτώσης των κομμουνιστικών καθεστώτων, αλλά και στη διερεύνηση του μέλλοντος της μαρξιστικής ιδεολογίας, μετά την παρένθεση —όπως τη θεωρεί ο ίδιος ο συγγραφέας— της «εφαρμογής» της από «έναν άτσαλο, χαοτικό και εμπειρικό κομμουνισμό, βαθύτατα αντιμαρξιστικό κατά βάθος και κατ’ ουσία».

«ΤΑ ΝΕΑ»,8.2.2000, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Στην εποχή της επικράτησης της φιλελεύθερης ιδεολογίας δεν θα κομίζαμε γλαύκα λέγοντας πως είναι φυσικό να υπάρξει ένα νέο βλέμμα στον μαρξισμό. Όχι μόνον διότι σιγά σιγά δημιουργείται η αναγκαία απόσταση από το επίκαιρο, αλλά και γιατί από τα πράγματα επιβάλλονται νέες οριοθετήσεις και αντιστάσεις στη μονολιθικότητα. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης εκθέτει, μέσα από τη σύμβαση της χρονολογικής παρουσίασης γεγονότων και ιδεών, τον δικό του ασύμβατο εαυτό. Του «ελαφρώς αναρχίζοντα μαρξιστή, που ποτέ δεν υπήρξε μέλος κανενός κόμματος, ούτε του κομμουνιστικού», όπως ο ίδιος τον ορίζει. Από την ουτοπία του Σαιν Σιμόν και του Φουριέ στον «Μαρξισμό και τις ουρές του». Κι από την επανάσταση (όχι μόνο την Οκτωβριανή) στον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Χρουστσόφ, τον Στάλιν και στην τελευταία περίοδο της πτώσης. Αλλά και με αναφορές στον Μάο, τον Τίτο, τον Χότζα, τον Φιντέλ Κάστρο και τον Τσε. Από τις 567 σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν όλες αυτές οι μορφές που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα. Αλλά και οι ιδέες που τον διέτρεξαν, συχνά με λεπτομερειακή παράθεση.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης είναι ένας συγγραφέας που πατάει σε μεγάλο πλούτο εμπειριών. Από βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, σκηνοθέτης ο ίδιος δύο ταινιών μικρού μήκους, βρίσκεται στο πλευρό του Πάμπλο στην Αλγερία. Επί χούντας στις φυλακές της Αίγινας, στη μεταπολίτευση κινηματογραφικός κριτικός, ρεπόρτερ, σχολιογράφος και επιφυλλιδογράφος. Σήμερα, συγγραφέας δώδεκα βιβλίων, αφιερώνει τη νέα αυτή έκδοση στη μνήμη του Μιχάλη Ράπτη (ή Πάμπλο), του συναγωνιστή και φίλου του. Και δεν το θεωρεί δεύτερη έκδοση της «Περιπέτειας του Μαρξισμού» του 1990, αφού ξαναγράφτηκε υπό το φως των συνταρακτικών εξελίξεων της πτώσης του κομμουνισμού. Βασική αιτία της πτώσης αυτής, σύμφωνα με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, είναι η καθυστέρηση της Σοβιετικής Ένωσης στον τομέα των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής, στη λεγόμενη «τρίτη βιομηχανική επανάσταση». Επομένως «οι Αμερικανοί δεν είχαν και πολλά να κάνουν, για να βοηθήσουν στην κατάρρευση και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991». Της Σοβιετικής Ένωσης που μπορεί να αποτελεί Ιστορία, σύμφωνα όμως με πολλούς —ανάμεσα στους οποίους και ο Βασίλης Ραφαηλίδης— δεν συμπαρέσυρε με την πτώση της και τις ιδέες που αποτέλεσαν «τη μεγάλη έκρηξη» της δημιουργίας της.
*Κριτικό άρθρο για το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού». Έφερε τον τίτλο «Η περιπέτεια δεν τελείωσε» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2000.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου, γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1934 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, νικημένος από την επάρατη νόσο.

Τέκνο οικογένειας που γνώρισε διώξεις εξαιτίας της ιδεολογίας της, ο Ραφαηλίδης πέρασε δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια στην περιοχή της Κοζάνης και στην Καστοριά.
Το 1953 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε κινηματογράφο και εργάστηκε ως βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη.

Έγινε επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου στη «Δημοκρατική Αλλαγή» (1965).
Ο Ραφαηλίδης συμμετείχε στην εκδοτική ομάδα των περιοδικών «Ελληνικός Κινηματογράφος» (1966) και «Σύγχρονος Κινηματογράφος» (1968).

Κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, και έως το θάνατό του, εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου, σχολιογράφος και επιφυλλιδογράφος σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες («Το Βήμα», «Έθνος», «Ελευθεροτυπία»).
Στο οπισθόφυλλο του προαναφερθέντος βιβίου του Ραφαηλίδη αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα, λέει ο σουρεαλιστής και κομουνιστής Πωλ Ελυάρ, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα που τελειώνει με το θάνατο της Σοβιετικής Ένωσης. Αιωνία της η μνήμη. Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς τους κομουνιστές του κόσμου όλου, που την αγαπήσαμε, άλλοι από κομματικό καθήκον, άλλοι από ηθική υποχρέωση και άλλοι από κεκτημένη ταχύτητα εξαιτίας της αγάπης μας για τον Μαρξ. Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νέα και αναμάρτητη. Είναι καλό να θυμάσαι αναμάρτητους τους πεθαμένους. Δυστυχώς, τη σκοτώσαμε όταν έγινε 74 ετών και είχε πολύ αμαρτήσει. […] Αφού όλα πεθαίνουν, πρέπει να πεθαίνει και η φτώχεια που γεννάει επαναστάσεις κομουνιστικές και άλλες. Η φτώχεια βρωμάει και βαλσαμωμένη. Αυτό πίστευε ο Μαρξ, που δεν πίστευε στο Θεό, που είναι βάλσαμο για τους απελπισμένους. Ο μαρξισμός είναι μια απόπειρα απάντησης σε ερωτήματα τόσο παλιά, όσο και οι μούμιες των Φαραώ».