Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

«Έφτυσα στο πρόσωπο του Σον Κόνερι 16 φορές» – Φωτιές, μεθύσια και ανέκδοτες ιστορίες στο Όνομα του Ρόδου

Με αφορμή την επετειακή επανακυκλοφορία του εμβληματικού Το Όνομα του Ρόδου οι συντελεστές εξομολογούνται ιστορίες από τα παρασκήνια της ταινίας που έφερε το σύμπαν του Ουμπέρτο Έκο στη μεγάλη οθόνη

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία της, η ταινία του Ζαν-Ζακ Ανό Το Όνομα Του Ρόδου εξακολουθεί να είναι ένα ατμοσφαιρικό αριστούργημα μεσαιωνικού μυστηρίου, γεμάτο παρασκήνιο που αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού. Άλλωστε ο Γάλλος σκηνοθέτης είχε εξαιρετικό υλικό.

Το Όνομα του Ρόδου, το εμβληματικό πρώτο μυθιστόρημα του Ιταλού σημειολόγου, δοκιμιογράφου, φιλόσοφου, κριτικού λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφου Ουμπέρτο Έκο που εκδόθηκε το 1980, αποτελεί ένα πολυεπίπεδο λογοτεχνικό αριστούργημα που συνδυάζει αριστοτεχνικά την αστυνομική πλοκή με τη μεσαιωνική ιστορία, τη σημειολογία και τη φιλοσοφία.

Τοποθετημένο σε ένα απομονωμένο μοναστήρι του 14ου αιώνα, παρακολουθεί τον φραγκισκανό μοναχό Γουλιέλμο της Βασκερβίλη και τον νεαρό δόκιμο Άντσο καθώς ερευνούν μια σειρά από ανεξήγητους και φρικτούς θανάτους.

Πίσω από την εξέλιξη της μυστηριώδους υπόθεσης, ο Έκο υφαίνει μια βαθιά στοχαστική διαμάχη ανάμεσα στον θρησκευτικό φανατισμό, την ελευθερία της σκέψης και τη δύναμη της γνώσης, με κεντρικό πυρήνα το χαμένο δεύτερο μέρος της Ποιητικής του Αριστοτέλη για την κωμωδία και το γέλιο.

Η κινηματογραφική μεταφορά του 1986, σε σκηνοθεσία του Ζαν-Ζακ Ανό και με πρωταγωνιστές τους Σον Κόνερι, Κρίστιαν Σλέιτερ και Ρον Πέρλμαν, κατάφερε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την υποβλητική και σκοτεινή ατμόσφαιρα του Μεσαίωνα.

Αν και η ταινία απλοποίησε αναπόφευκτα τους πυκνούς θεολογικούς και φιλοσοφικούς διαλόγους του βιβλίου για να εστιάσει περισσότερο στον αστυνομικό και θρίλερ χαρακτήρα της ιστορίας, ξεχώρισε για την εξαιρετική οπτική της πιστότητα, τη φωτογραφία και τα ρεαλιστικά σκηνικά της.

Επιπλέον η ερμηνεία του Κόνερι ως ορθολογιστή Γουλιέλμου έδωσε μια μοναδική ζωντάνια στον χαρακτήρα, καθιστώντας την ταινία μία από τις πιο επιτυχημένες και αναγνωρίσιμες διασκευές μεσαιωνικού μυθιστορήματος στον κινηματογράφο.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μέσα αναδεικνύει τη δύναμη της κάθε μορφής τέχνης. Όταν το βιβλίο προσφέρει μια βαθιά διανοητική εμπειρία που προκαλεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιήσει τα σύμβολα και τις ιδέες του Μεσαίωνα, η ταινία μετατρέπει αυτή την αναζήτηση σε μια καθηλωτική οπτική εμπειρία.

YouTube thumbnail

Παρά τις αφαιρετικές προσαρμογές του σενάριου —τις οποίες ο ίδιος ο Έκο αντιμετώπισε με διακριτική απόσταση, αναγνωρίζοντας τις διαφορετικές απαιτήσεις του σινεμά— τόσο το μυθιστόρημα όσο και η ταινία κατάφεραν να παραμείνουν διαχρονικά σημεία αναφοράς, εξερευνώντας το αιώνιο ερώτημα για το πώς η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με την εξουσία και τον δογματισμό.

Σήμερα, με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας σε συλλεκτική έκδοση, επιστρέφουμε στα παρασκήνια των γυρισμάτων μέσα από τα λόγια του σκηνοθέτη και του Ρον Πέρλμαν για το πώς ένα αναπάντεχο best seller μετατράπηκε σε κινηματογραφικό θρύλο — με πλεόνασμα σεληνιασμένων εφήβων, φωτιές στα σκηνικά και 16 φτυσίματα στο πρόσωπο του Σον Κόνερι.

[προσοχή, ακολουθούν spoilers]

Όσα είπε ο Ζαν-Ζακ Ανό

Διάβασα ένα άρθρο για ένα περίεργο βιβλίο που είχε αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές στην Ιταλία — μια ιστορία μυστηρίου και φόνου με μοναχούς στο Μεσαίωνα, οι οποίοι μάχονταν για το χαμένο (και πλασματικό) δεύτερο μέρος της Ποιητικής του Αριστοτέλη. Είπα αμέσως: «Αυτό είναι για μένα». Από παιδί με συνάρπαζε η μεσαιωνική και θρησκευτική αρχιτεκτονική, ενώ η Ποιητική του Αριστοτέλη είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό έργο.

Έμαθα ότι ο Ουμπέρτο Έκο, ο συγγραφέας, θα βρισκόταν στη Γαλλία για ένα μόνο βράδυ. Συμφώνησε να συναντηθούμε στο ξενοδοχείο του και να τον μεταφέρω εγώ στο αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκολ. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν η σκιά του στη σκάλα του ξενοδοχείου, που έμοιαζε με τη σιλουέτα του Σέρλοκ Χολμς — ο Ουμπέρτο ήταν άνθρωπος με τεράστιο χιούμορ και με υποδέχτηκε φορώντας το χαρακτηριστικό του καπέλο και με την πίπα του στο στόμα.

Στο αυτοκίνητο τον βομβάρδισα με ερωτήσεις: τι είδους παπούτσια φορούσαν οι Φραγκισκανοί; Είχαν γένια οι μοναχοί; Τι χρώμα είχαν τα γουρούνια; Μου απάντησε: «Δεν έχω ιδέα, δεν χρειάστηκε να γράψω τίποτα από όλα αυτά».

Τελικά προσέλαβα τον μεσαιωνολόγο Ζακ Λε Γκοφ και επτά συναδέλφους του για να βεβαιωθώ ότι κάθε λεπτομέρεια ήταν ακριβής — τα κοστούμια, η αρχιτεκτονική, η θεία λειτουργία και όλα τα σχετικά.

Ήθελα έναν άγνωστο ηθοποιό για τον ρόλο του Γουλιέλμου της Βασκερβίλης, του μοναχού που ερευνά τους θανάτους, οπότε ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο παρακολουθώντας θεατρικές παραστάσεις με σπουδαίους ηθοποιούς γύρω στα 50.

Στο μεταξύ, ο ατζέντης Μάικ Όβιτζ με έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο επιμένοντας. «Ο Σον Κόνερι θα λάτρευε να κάνει αυτή την ταινία». Τελικά, κάποια στιγμή ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα μου. Ανοίγοντας, είδα μπροστά μου τον Σον με το σενάριο παραμάσχαλα. Μου λέει «Άκου, μικρέ…» και άρχισε να διαβάζει. Ανατρίχιασα. Ο τρόπος που απέδιδε τους διαλόγους ήταν ακριβώς αυτός που άκουγα στο μυαλό μου όσο διάβαζα το βιβλίο.

Πέταξα στη Βιέννη για να δω από κοντά τους πίνακες του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Ήθελα να εμπνευστώ από τους πραγματικούς ανθρώπους εκείνης της εποχής — ανθρώπους που δεν είχαν ούτε οδοντιάτρους ούτε γιατρούς. Φυσικά, επέλεξα και μερικούς εμφανίσιμους μοναχούς.

Ο Κρίστιαν Σλέιτερ εμφανίστηκε στην οντισιόν για τον ρόλο του νεαρού δοκίμου, Άντσο, και μου είπε: «Δεν έμαθα τα λόγια μου, μέθυσα».

Η υπεύθυνη κάστινγκ, η Μαίρη Τζο, έγινε έξω φρενών και προσπάθησε να τον διώξει, αλλά ήταν ακριβώς αυτός που ήθελα. Ήταν μόλις 16 ετών, αλλά έμοιαζε με 14.

Όπως αποδείχθηκε, ήταν ο γιος της Μαίρη Τζο. Είχα ξεχωρίσει τρεις γυναίκες για τον ρόλο της ανώνυμης κοπέλας από το χωριό, αλλά ο Κρίστιαν ερωτεύτηκε την πρώτη, τη Βαλεντίνα Βάργκας, μόλις έκαναν μαζί δοκιμαστικό, οπότε δεν είδα ποτέ τις άλλες δύο.

Χτίσαμε ένα τεράστιο σκηνικό στην κορυφή ενός λόφου κοντά στη Ρώμη για το μοναστήρι και το χωριό.

Κατά τη διάρκεια της σκηνής στο τέλος, όπου ο πύργος της βιβλιοθήκης παραδίδεται στις φλόγες, η κουκούλα του Σον πήρε φωτιά ενώ ένα μεγάλο κομμάτι από αληθινό δοκάρι έπεσε πάνω στον Φέοντορ Σαλιάπιν Τζούνιορ, που υποδυόταν τον τυφλό μοναχό, ρίχνοντάς τον στο έδαφος.

«Είμαι 80 ετών», είπε, «δεν με νοιάζει αν πεθάνω. Ήταν καλή η λήψη;» Πήγε στο νοσοκομείο και αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε το πρόγραμμα των γυρισμάτων επειδή απέκτησε μια ουλή.

Μετά από τέσσερις μήνες στη Ρώμη, επέστρεψα στο Μόχανο αναζητώντας το γραφείο παραγωγής. Δεν μπορούσα να το βρω. Βρήκα τον παραγωγό της ταινίας, Μπερντ Άιχινγκερ, στο υπόγειο με τα πόδια πάνω στο τραπέζι. Μου είπε: «Ζαν-Ζακ, δεν ήθελα να σε ενοχλήσω κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, αλλά πούλησα το κτίριο για να καλύψω τα έξοδα της ταινίας».

Όσα είπε ο Ρον Πέρλμαν

Η πρώτη μου ταινία, Ο Πόλεμος για τη Φωτιά (Quest for Fire), είχε σκηνοθετηθεί από τον Ζαν-Ζακ. Υποδυόμουν έναν άνθρωπο των σπηλαίων. Το να μεταμορφωθώ σε κάτι εντελώς ξένο προς εμένα ήταν μια απίστευτα επιβραβευτική εμπειρία και μια φανταστική εισαγωγή στον κόσμο του κινηματογράφου.

Έτσι, όταν διάβασα ότι ο Ζαν-Ζακ είχε αναλάβει το Όνομα του Ρόδου, ξεφύλλισα το βιβλίο και βρήκα έναν χαρακτήρα που ονομαζόταν Σαλβατόρε — έναν καμπούρη με νοητική στέρηση, που μιλούσε με ένα δικό του κώδικα από επτά γλώσσες — ήταν μια παρόμοια πρόκληση. Είπα στον Ζαν-Ζακ ότι αυτός ο ρόλος θα ήταν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα.

Ο Ζαν-Ζακ μου έδωσε απόλυτη ελευθερία να συνθέσω τους διαλόγους μου. Το Όνομα του Ρόδου είχε εκδοθεί σε 80 γλώσσες, οπότε προμηθεύτηκα αντίτυπα στις επτά γλώσσες στις οποίες αναφέρει ο Ουμπέρτο Έκο ότι μιλάει ο Σαλβατόρε, και σημείωνα κάθε φορά που έπαιρνε τον λόγο.

Μετά απλώς έλεγα: «Άκατα μάκατα… εντάξει, αυτή η λέξη είναι λατινικά, αυτή είναι ισπανικά, αυτή ιταλικά…» και ούτω καθεξής. Έτσι γεννήθηκε ο ιδιαίτερος τρόπος επικοινωνίας του Σαλβατόρε.

Συνεργάστηκα με έναν εκπαιδευτή διαλέκτων, ο οποίος ήταν επίσης ιστορικός με ειδικές γνώσεις για την περίοδο.

Εκείνος πρότεινε το νανούρισμα που τραγουδάει ο Σαλβατόρε όταν τον καίνε στην πυρά.

Ο Ζαν-Ζακ είχε συλλάβει την ιδέα ότι ο Σαλβατόρε ήταν τόσο εκτός πραγματικότητας, που αρχικά διασκέδαζε με αυτή την κατάσταση.

Το νανούρισμα προσέδιδε μια αίσθηση παιδικής αφέλειας και θαυμασμού για το γεγονός ότι συμμετείχε σε αυτή την τελετή, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι προσεχώς θα έχανε τη ζωή του.

Χρειάστηκε να φορέσω την προσθετική καμπούρα μόνο μία φορά, κατά το γύρισμα της σκηνής όπου ο Σαλβατόρε πρόκειται να βασανιστεί από τον Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ, ο οποίος υποδυόταν τον ιεροεξεταστή Μπερνάρντο Γκι.

Έμεινα στην καρέκλα του μακιγιάζ για περισσότερες από 13 ώρες και, μέχρι να φτάσω στο πλατό, ο χρόνος είχε σχεδόν εξαντληθεί. Μου είχαν ξυρίσει τα μαλλιά έτσι ώστε να φαίνεται σαν να είχα ψώρα. Μου είπαν περιπαικτικά: «Καλή τύχη με την προσωπική σου ζωή, φίλε μου».

Περνούσα κάθε ελεύθερη στιγμή μου με τον Σον Κόνερι, παρακολουθώντας τον να υποδύεται και ακούγοντας τις ιστορίες του. Ήταν το ίνδαλμά μου, ένας πραγματικός θρύλος.

Όταν έφτασε η ώρα για τη σκηνή όπου έπρεπε να τον φτύσω στο πρόσωπο, απλά δεν μπορούσα να το κάνω. Ο Σον με πήρε παράμερα και μου είπε: «Ρον, αν δεν με φτύσεις πραγματικά στο πρόσωπο, θα μείνουμε εδώ όλη τη γ@μημένη τη μέρα». Έτσι, τελικά το έκανα.

Το πρόβλημα ήταν ότι δεν γυρίζεις μια σκηνή μόνο από μία γωνία· πρέπει να την επαναλάβεις σε προφίλ, μεσαίο πλάνο, κοντινό, πάνω από τον ώμο… Πρέπει να έφτυσα στο πρόσωπο του Σον Κόνερι 16 φορές εκείνη την ημέρα.

YouTube thumbnail

Το Το Όνομα του Ρόδου είναι διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή, καθώς και σε συλλεκτικές εκδόσεις 4K UHD και Blu-ray από τη Second Sight Films.

Πολυμέσα

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.