Ζαν-Νταβίντ Μαλά - «Οταν αγοράζεις έναν πίνακα, αγοράζεις ένα κομμάτι του καλλιτέχνη»
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Ο γάλλος γκαλερίστας, με παρουσία στο Λονδίνο και στο Ντουμπάι, μιλάει για τις αλλαγές στην παγκόσμια αγορά τέχνης, την ανακάλυψη νέων ταλέντων και τη σημασία της ανθρώπινης σύνδεσης σε μια εποχή όπου η τεχνολογία επηρεάζει τη σχέση μας με την καλλιτεχνική δημιουργία.
«Το μοντέλο λειτουργίας των γκαλερί έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια» μου είπε ο Ζαν-Νταβίντ Μαλά, κεντρίζοντας αμέσως το ενδιαφέρον μου μόλις καθίσαμε να μιλήσουμε για την τέχνη, τις επιχειρήσεις και την παγκοσμιοποίηση του γούστου. Φυσικά, δεν είναι ότι ο JD, όπως είναι ευρέως γνωστός, χρειάζεται κάποια ιδιαίτερα δυνατή δήλωση για να σε κάνει να θέλεις να τον ακούσεις. Εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο γεννημένος στο Παρίσι γκαλερίστας έχει χτίσει το όνομά του στους κύκλους της τέχνης, της μόδας και των διασημοτήτων του Λονδίνου, αποτελώντας πλέον μια απολύτως αναγνωρίσιμη φιγούρα στην πολιτιστική σκηνή και τη λαμπερή ζωή της βρετανικής πρωτεύουσας. Με εντυπωσιακή εμφάνιση, αψεγάδιαστο στυλ και το ιδιαίτερο μάτι για την τέχνη, ο Μαλά έχει κατανοήσει εδώ και χρόνια ότι το art collecting έχει σχέση τόσο με τις διασυνδέσεις όσο και με τα ίδια τα έργα. Η γκαλερί του, JD Malat Gallery, στο Μέιφερ, λίγα μόλις βήματα από το εμβληματικό ξενοδοχείο Claridge’s, είναι γνωστή ως στέκι διασημοτήτων, ενώ το 2025 η δραστηριότητά του επεκτάθηκε σημαντικά με το άνοιγμα μιας δεύτερης γκαλερί, 1.700 τ.μ., στο κέντρο του Ντουμπάι, δίνοντας στη διεθνούς χαρακτήρα επιχείρησή του μια μόνιμη βάση και στη Μέση Ανατολή.
Θέλοντας να μάθω περισσότερα για το αρχικό του σχόλιο, τον ρώτησα ποιο επιχειρηματικό μοντέλο κάνει σήμερα μια γκαλερί επιτυχημένη. «Εχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα σε σχέση με το παρελθόν. Πρέπει να πηγαίνεις εσύ στους πελάτες, γιατί ο κόσμος μπαίνει πλέον λιγότερο στις γκαλερί. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθείς να χρειάζεσαι και έναν φυσικό χώρο, γι’ αυτό και στο Ντουμπάι έχω πλέον αυτόν τον τεράστιο χώρο, ώστε να προσφέρω στους καλλιτέχνες ένα σωστό showroom. Στις ημέρες μας, όμως, πρέπει παράλληλα να διατηρείς την επαφή με τους πελάτες με διαφορετικούς τρόπους. Οι φουάρ τέχνης είναι πλέον ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μας: πρέπει να πηγαίνεις εσύ στο κοινό και να παρουσιάζεις ένα ολοκληρωμένο σώμα δουλειάς».
Αναρωτήθηκα σε ποιες art fairs θα έδινε το «παρών»: «Αυτόν τον μήνα βρίσκομαι στο Παρίσι, μετά στο Μαϊάμι για την Art Basel, στη Σιγκαπούρη, στο Χονγκ Κονγκ… και ούτω καθεξής. Ολες τους είναι πολύ σημαντικές συναντήσεις. Πάντα λέω στην ομάδα μου ότι πρέπει να ανανεώνουμε συνεχώς το πελατολόγιό μας και να προσεγγίζουμε νέα κοινά». Συνέχισε περιγράφοντας το χτίσιμο μιας συλλογής έργων τέχνης σχεδόν σαν έναν κύκλο ζωής, με τους νέους αγοραστές να αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, να ανακαλύπτουν διαφορετικούς καλλιτέχνες και, με τον καιρό, να εξελίσσουν το γούστο τους ή ακόμη και να αλλάζουν εντελώς την κατεύθυνση της συλλογής τους. «Το κλειδί της επιτυχίας είναι να βρίσκεις συνεχώς νέους συλλέκτες» σημείωσε.

Κατά σύμπτωση, η συζήτησή μας συνέπεσε χρονικά με τη διεθνώς γνωστή Frieze London. Τον ρώτησα αν η γκαλερί του θα συμμετείχε με κάποια έκθεση, δεδομένου ότι αποτελεί μια τόσο κεντρική παρουσία στα λονδρέζικα εικαστικά πράγματα. «Οχι φέτος» απάντησε, εξηγώντας ότι αντ’ αυτού θα παρευρισκόταν στην Art Basel του Παρισιού. «Η αγορά είναι σε τραγική κατάσταση αυτή τη στιγμή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συλλέκτες έχουν φύγει από τη χώρα λόγω φορολογίας, ασφάλειας και άλλων παραγόντων, οπότε απλώς δεν έχει νόημα για εμάς αυτή την περίοδο. Αγαπάμε φυσικά το Λονδίνο και είναι η καλύτερη πόλη στον κόσμο, αλλά, στο τέλος της ημέρας, πρέπει να πηγαίνεις εκεί όπου βρίσκονται οι ευκαιρίες. Γι’ αυτό και προτιμάμε να έχουμε παρουσία σε διαφορετικές χώρες, όπου υπάρχουν και περισσότερες».
Επειτα από μια τέτοια δήλωση ήταν φυσικό να θέλω να μάθω περισσότερα για τις αγορές που τον ιντριγκάρουν πραγματικά αυτή την περίοδο. «Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν μια πολύ καλή αγορά για εμάς» ανέφερε ο Μαλά και συνέχισε: «Συμμετείχαμε στην Art Dubai τον περασμένο Μάιο και βλέπουμε μια αύξηση στον αριθμό των συλλεκτών. Είχαμε πάντα συλλέκτες στην περιοχή, αλλά όταν αποφάσισα να ανοίξω την γκαλερί εκεί, πριν από περίπου δύο χρόνια, είδα ξεκάθαρα την αύξηση στη ζήτηση αλλά και τις ευκαιρίες που υπάρχουν. Το Τόκιο είναι επίσης μια ανερχόμενη αγορά· ο κόσμος ενδιαφέρεται πολύ για την τέχνη και υπάρχει μεγάλη ζήτηση, ιδιαίτερα για ορισμένους από τους ιάπωνες καλλιτέχνες που εκπροσωπούμε, όπως ο Μασαγιόσι Νότζο. Με ενδιαφέρει επίσης πολύ η Τουρκία, συγκεκριμένα η Κωνσταντινούπολη, αλλά και το Μπόντρουμ το καλοκαίρι. Το Μπακού στο Αζερμπαϊτζάν θεωρείται και αυτό μια ανερχόμενη αγορά, με τεράστιες προοπτικές γύρω από την ετήσια Baku Art Weekend, που προσελκύει πολλούς διεθνείς συλλέκτες οι οποίοι έρχονται να γνωρίσουν καλλιτέχνες από όλον τον κόσμο. Οσον αφορά τις νέες αγορές, στην Ισλανδία κινούνται πολλά χρήματα, όπως και στη Σουηδία, η οποία έχει κάποιους εξαιρετικούς συλλέκτες. Οι ΗΠΑ παραμένουν επίσης μια πολύ καλή αγορά».
Τα πρώτα χρόνια: Τέχνη και μόδα
Ακούγοντάς τον να μιλάει με τόση σιγουριά για τη σημερινή κατάσταση της αγοράς της τέχνης, του ζήτησα να μου πει περισσότερα για τις εμπειρίες που τον έφεραν μέχρι εδώ. Ο Ζαν-Νταβίντ Μαλά έχει μιλήσει στο παρελθόν για το πόσο σημαντικά υπήρξαν τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στη μόδα στο Λονδίνο, οπότε, όπως όλοι θα περίμεναν, ήθελα να κατανοήσω το γιατί. «Οταν μετακόμισα από το Παρίσι στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, εντυπωσιάστηκα από την πόλη, την κουλτούρα και αυτό το διεθνές μείγμα ανθρώπων. Ξεκίνησα να εργάζομαι στη βιομηχανία της μόδας, και αυτό με βοήθησε πολύ. Η τέχνη και η μόδα διατηρούσαν πάντα μια στενή σχέση, με πολλούς οίκους και σχεδιαστές να υποστηρίζουν ζωγράφους ανά τα χρόνια, ήδη από την εποχή του Μονέ ή του Ρενουάρ. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι όταν βρίσκεσαι στον χώρο της μόδας και της πολυτέλειας, γνωρίζεις ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν τέχνη. Ηταν οι άνθρωποι από τον εικαστικό χώρο τους οποίους γνώρισα όσο εργαζόμουν στη μόδα που μου άνοιξαν πραγματικά το μυαλό και τελικά με ώθησαν στο να αλλάξω κλάδο. Αυτή η σύνδεση εξακολουθεί να μου αρέσει πολύ ακόμα και σήμερα και πιστεύω ότι ο κόσμος μπορεί να ανακαλύψει καλλιτέχνες μέσα από τέτοιου είδους συνεργασίες».
Πέρα από τα χρόνια του στη μόδα, ο Μαλά γνώρισε τον κόσμο της τέχνης και μέσα από την επίσημη εκπαίδευσή του, σπουδάζοντας μεταπολεμική και σύγχρονη τέχνη στο Λονδίνο, προτού αποκτήσει πραγματική εμπειρία μέσα στις γκαλερί, στις δημοπρασίες και δίπλα σε συλλέκτες. Τι θεωρούσε τελικά ο ίδιος σημαντικότερο; «Η εκπαίδευση είναι σημαντική. Οταν άρχισα να εργάζομαι στον χώρο της τέχνης, παρακολούθησα κάποια μαθήματα στον οίκο Sotheby’s, από τα οποία, για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι και πολλά» παραδέχθηκε και συνέχισε: «Ομως, το να μαθαίνεις από τους ανθρώπους και από τις πραγματικές εμπειρίες είναι το καλύτερο σχολείο στη ζωή. Διδάχθηκα μέσα από την εμπειρία, το διάβασμα, πηγαίνοντας σε εκθέσεις και μουσεία, δουλεύοντας σε γκαλερί και γνωρίζοντας νέους συλλέκτες. Πήγαινα σε πάρτι, έκανα networking, ταξίδευα σε όλον τον κόσμο και επισκεπτόμουν το Σεν-Τροπέ για να γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπους και να γίνω φίλος τους. Η ανθρώπινη επαφή και οι εμπειρίες ζωής είναι αναμφίβολα η καλύτερη εκπαίδευση».
Εχοντας χτίσει ένα τόσο αναγνωρίσιμο προφίλ τόσο για τον ίδιο όσο και για την γκαλερί του, είχα την περιέργεια να μάθω πόσο σημαντικές θεωρούσε την εγγύτητα και τις προσωπικές σχέσεις στον κόσμο της τέχνης και πώς έχτισε τις διασυνδέσεις που θα έφερναν τελικά κοντά την γκαλερί του με τη μόδα, τις διασημότητες, τα media και την υψηλή κοινωνία. Η απάντησή του αποκάλυψε πολλά για τη φιλοσοφία με την οποία δουλεύει: «Ολοι και όλα συνδέονται. Μπορεί να γνωρίσεις κάποιον που αγοράζει απλώς τέχνη και ίσως εκείνος να γνωρίζει κάποιον άλλον που θα μπορούσε να γίνει πραγματικός συλλέκτης. Η πώληση τέχνης έχει κάτι το βαθιά προσωπικό, καθώς χτίζεις μια στενή σχέση με τον αγοραστή. Συναναστρέφομαι πολύ σημαντικούς ανθρώπους και επωνύμους και όταν πρόκειται για την τέχνη δεν μιλάς με βοηθούς τους, αλλά απευθείας με τους ίδιους τους συλλέκτες. Αυτό μου επιτρέπει να έχω πραγματικές συζητήσεις μαζί τους και να έχουμε μια ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων. Εχω βρεθεί απέναντι σε πραγματικά απίστευτους ανθρώπους απλώς και μόνο λόγω της δουλειάς μου».

Ο καλλιτέχνης του αύριο
Η έμφαση που δίνει στις ανθρώπινες σχέσεις με έκανε να αναρωτηθώ τι είναι αυτό που τον συναρπάζει στο να ανακαλύπτει και να εξελίσσει νέους καλλιτέχνες, αντί να ασχολείται με ήδη καθιερωμένα ονόματα. «Στο παρελθόν ασχολούμουν πολύ περισσότερο με τη δευτερογενή αγορά και με καταξιωμένους, “blue-chip” εικαστικούς, όμως το 2017 άλλαξα την κατεύθυνση της καριέρας μου και αποφάσισα να επικεντρωθώ σε ανερχόμενους καλλιτέχνες και νέα ταλέντα» εξήγησε ο ίδιος. «Ο Κότζο Μάρφο, για παράδειγμα, είναι ένας εξαιρετικός γκανέζος καλλιτέχνης με βάση το Λονδίνο, τον οποίο ανακάλυψα το 2020 και που σήμερα είναι ένας από τους σημαντικότερους αφρικανούς καλλιτέχνες στην αγορά. Οταν τον πρωτογνώρισα, ζωγράφιζε πάνω σε χαρτόνι επειδή δεν μπορούσε να αγοράσει καμβά, αλλά πλέον έχουμε κάνει μαζί παρουσιάσεις σε μουσεία και διεθνείς εκθέσεις. Είναι σημαντικό να συνεργάζεσαι με εικαστικούς με τους οποίους νιώθεις μια πραγματική σύνδεση. Είναι απίστευτα ικανοποιητικό το να πουλάς σε έναν συλλέκτη το έργο ενός καλλιτέχνη που ανακάλυψες εσύ ο ίδιος. Δεν είναι βέβαια τόσο εύκολο όσο με έναν πίνακα του Πικάσο, που ουσιαστικά πουλιέται από μόνος του αν έχεις ένα καλό έργο στη σωστή τιμή και τον κατάλληλο αγοραστή απέναντί σου. Το να προωθήσεις έναν νέο καλλιτέχνη είναι εντελώς διαφορετικό. Ο συλλέκτης πρέπει να πιστέψει στο έργο και να κατανοήσει το όραμά σου. Λατρεύω το συναίσθημα του να χτίζεις εμπιστοσύνη και το βρίσκω πολύ δυνατό. Φυσικά, εξακολουθώ να δουλεύω και με καταξιωμένους καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους είναι το estate, η διαχείριση του έργου, του Εντ Μόουζες, αλλά και ο Σαντιάγκο Πάρα, ο πλέον γνωστός κολομβιανός καλλιτέχνης, που ανακάλυψα το 2017».
Παρότι εκπροσωπεί πολλούς καταξιωμένους καλλιτέχνες, ο Ζαν-Νταβίντ Μαλά έχει γίνει γνωστός και για την ικανότητά του να ανακαλύπτει ταλέντα από τη νεότερη γενιά. Τον ρώτησα αν υπάρχουν συγκεκριμένα ονόματα που τον ενθουσιάζουν, ιδιαίτερα τώρα που περνά τόσο μεγάλο μέρος του χρόνου του ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο. «Ναι, με ενθουσιάζουν πολύ ορισμένοι ασιάτες καλλιτέχνες. Βρίσκω τον Ιάπωνα Μασαγιόσι Νότζο, που προανέφερα, πολύ ενδιαφέροντα, γιατί δουλεύει με αλουμινόχαρτο και ακρυλικό, κάτι το οποίο βρίσκω πολύ ωραίο. Αγαπώ επίσης τη Σοφί-Γεν Μπρετέζ, μια γαλλίδα ζωγράφο με καταγωγή από το Βιετνάμ. Αυτή την περίοδο συνεργάζομαι και με δύο κινέζους καλλιτέχνες που τα πηγαίνουν αρκετά καλά, τον Τζανγκ Τζι από το Πεκίνο και τον Λου Σιντζιάν, ο οποίος δημιούργησε την εξαιρετική σειρά με τίτλο “City DNA”» είπε ο ίδιος.
Ηταν αναζωογονητικό να ακούω έναν καταξιωμένο γκαλερίστα να μιλάει με πραγματικό ενθουσιασμό για συγκεκριμένα ονόματα, αλλά αναρωτήθηκα αν η παρατήρησή του για το ότι ο κόσμος μπαίνει λιγότερο στις γκαλερί σήμαινε κάτι και για το μέλλον της πώλησης της τέχνης και, κατ’ επέκταση, για το πώς τα έργα θα φτάνουν μέχρι τους συλλέκτες. Γίνεται το μέλλον της αγοράς ολοένα πιο προσωπικό και ψηφιακό; «Για να είμαι ειλικρινής, οι περισσότερες πωλήσεις μας γίνονται πλέον online, χωρίς οι άνθρωποι να μπαίνουν στην γκαλερί. Οπως είπα και προηγουμένως, πρέπει να παίρνεις την πρωτοβουλία και να πηγαίνεις εσύ σε αυτούς» παραδέχθηκε και συνεχίζοντας περιέγραψε: «Η επαφή γίνεται μέσα από βιντεοκλήσεις, συζητήσεις, αποστολή PDFs ή καταλόγων μέσω WhatsApp και email. Μας στέλνουν μήνυμα και λένε: “Μου αρέσει αυτό, αυτό και αυτό”. Ετσι λειτουργεί η διαδικασία πλέον. Ο κόσμος ξέρει επίσης τι κάνουμε, γιατί έχω πολλούς followers που παρακολουθούν τα προγράμματά μας και, αν τους αρέσει κάτι, επικοινωνούν μαζί μας».
Εχοντας περάσει σχεδόν μία ώρα μιλώντας για όλα όσα αφορούν την τέχνη, δεν μπορούσα να μην ρωτήσω τον Ζαν-Νταβίντ Μαλά και για το μέλλον της, ιδιαίτερα τώρα που τα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν οδηγήσει τόσο πολλούς ανθρώπους να διεκδικούν τον τίτλο του καλλιτέχνη. Τι πιστεύει ο ίδιος; «Ο κόσμος της τέχνης έχει αλλάξει πολύ, όμως είναι πολύ δύσκολο να προβλέψεις το μέλλον. Συμβαίνουν πολλά γύρω από την τεχνολογία και την Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως εγώ πιστεύω βαθιά πως η τέχνη είναι… τέχνη. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο κόσμος θα ξυπνήσει μια μέρα και θα θέλει να διακοσμεί το σαλόνι του με πίνακες που έχουν δημιουργηθεί από την AI – ή ίσως να το κάνει μόνο ένα κομμάτι της νέας γενιάς. Ομως, στο τέλος της ημέρας, η αληθινή τέχνη έχει να κάνει με τη σύνδεση: όταν αγοράζεις έναν πίνακα, αγοράζεις ένα κομμάτι του καλλιτέχνη, μια στιγμή από τη ζωή του. Για εμένα, το να επιλέγεις τέχνη φτιαγμένη από την AI είναι σαν να επιλέγεις μια ψεύτικη τσάντα Hermès. Ξέρεις ότι είναι ψεύτικη. Πολύ απλά, δεν μεταφέρει το ίδιο συναίσθημα. Για τους πραγματικούς συλλέκτες τέχνης, αυτή η αυθεντική ανθρώπινη σύνδεση θα παραμένει πάντα η ίδια».
Τα λόγια του μου φάνηκαν καθησυχαστικά, αλλά και πολύ αληθινά. Η τέχνη είναι φτιαγμένη για να φέρει μέσα της ένα κομμάτι της ανθρώπινης ψυχής. Και παρότι κανείς μας δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, εμπιστεύομαι το ένστικτο ενός ανθρώπου που ζει και αναπνέει μέσα στον κόσμο της τέχνης εδώ και δεκαετίες. Από το Παρίσι στο Λονδίνο, το Ντουμπάι και ακόμη παραπέρα, το βλέμμα του Ζαν-Νταβίντ Μαλά στρεφόταν πάντοτε σε έργα που κάνουν τους ανθρώπους να νιώθουν κάτι. Οποια τεχνολογική καινοτομία και αν ακολουθήσει, έχω την αίσθηση πως θα συνεχίσει να κάνει ακριβώς αυτό.
Πηγή: Το Βήμα