«Belle Epoque» - Ταξιδεύοντας στο γιορτινό Παρίσι του Moulin Rouge και του Τουλούζ-Λωτρέκ
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Περισσότερα από 90 έργα δεκαπέντε καλλιτεχνών σε κατακόκκινο φόντο, μας μεταφέρουν στο γιορτινό Παρίσι της περιόδου των ετών 1880-1900 μέσα από την τέχνη της αφίσας και της λιθογραφίας, όπως αυτή παρουσιάζεται από σήμερα στο Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή.
Είσοδος στο Παρίσι της Belle Epoque

Στο λόμπι του μουσείου, τον επισκέπτη υποδέχονται ένα αντίγραφο της ιστορικής αρ νουβώ εισόδου του παρισινού μετρό, εμπνευσμένης από τον Εκτόρ Γκιμάρ. Δίπλα του, ο Αριστίντ Μπρουάν με το κόκκινο κασκόλ και τη μαύρη κάπα του, η τραγουδίστρια Ιβέτ Γκιλμπέρ και ο μαύρος γάτος του Chat Noir εμφανίζονται ως τρισδιάστατες φιγούρες. Είναι το καλωσόρισμα στον επισκέπτη που δείχνει πώς η τέχνη, η διαφήμιση και η ζωή της πόλης έγιναν τότε ένα αδιαχώριστο σύνολο.Η σκηνογραφία των Παρασκευής Γερολυμάτου και Ανδρέα Γεωργιάδη είναι καθοριστική στη διαδρομή μας. Η αρ νουβώ, η θεατρικότητα των χώρων, οι φωτογραφίες εποχής, μεγεθυμένες σε επιβλητικές ταπετσαρίες αναδεικνύουν την παριζιάνικη ατμόσφαιρα και αρχιτεκτονική καθώς συνομιλούν με τα έργα.Στην πρώτη ενότητα, «Το Παρίσι, μια γιορτή», κυριαρχεί το βαθύ κόκκινο, το χρώμα των αφισών του Τουλούζ-Λωτρέκ, των θεάτρων και των καμπαρέ. Βελούδινες κουρτίνες, μοκέτες, λαμπιόνια και θεατρικός φωτισμός πλαισιώνουν τα έργα, χωρίς να τα καταπίνουν. Η αίσθηση είναι ότι κατεβαίνεις σε έναν τόπο όπου η νύχτα μόλις έχει αρχίσει και το θέαμα υπόσχεται να μη σταματήσει.
Τι ήταν ακριβώς η Belle Epoque;
Στις μεγάλες επιφάνειες των τοίχων, φωτογραφίες εποχής από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και το Musée Carnavalet μεταφέρουν τον επισκέπτη στα βουλεβάρτα, στις προσόψεις και στις γειτονιές του Παρισιού. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, με τις μεγάλες παρεμβάσεις του βαρόνου Οσμάν υπό την καθοδήγηση του Ναπολέοντα Γ΄, το Παρίσι αλλάζει ριζικά: ανοίγουν λεωφόροι, χτίζονται νέα κτίρια, εγκαθίσταται ο δημόσιος φωτισμός, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί φέρνουν νέους επισκέπτες και, λίγο αργότερα, το μετρό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κινείται η πόλη.«Η Belle Époque δεν ήταν ποτέ μια επίσημη ονομασία της εποχής της», όπως εξηγεί η συνεπιμελήτρια της έκθεσης Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau. Είναι ένα χρονωνύμιο, φορτισμένο με τη νοσταλγία όσων κοίταξαν προς τα πίσω, μετά τους πολέμους και τις καταστροφές του 20ού αιώνα, σε μια εποχή εσωτερικής πολιτικής σταθερότητας στη Γαλλία.Η έκθεση εστιάζει κυρίως στα χρόνια 1880-1900, σε μια περίοδο δημιουργικού αναβρασμού που συμπίπτει με την άνθηση της αφίσας, της έγχρωμης λιθογραφίας και της νέας μαζικής ψυχαγωγίας. Το 1889, η εκατονταετηρίδα της Γαλλικής Επανάστασης δίνει στην πόλη τον Πύργο του Άιφελ.Το 1900, η Διεθνής Έκθεση, η σημαντικότερη που είχε πραγματοποιηθεί μέχρι τότε, προσέλκυσε 52 εκατομμύρια επισκέπτες, ενώ ο πληθυσμός της Γαλλίας ανερχόταν τότε σε περίπου 41 εκατομμύρια κατοίκους! Παράλληλα, εγκαινιάζεται η πρώτη γραμμή του μετρό και υλοποιούνται μεγάλα έργα, όπως το Grand Palais, το Petit Palais και η γέφυρα του Αλεξάνδρου Γ΄. Όλες αυτές οι καινοτομίες μετέτρεψαν το Παρίσι σε πρωτεύουσα του κόσμου και, κατεξοχήν, σε πρωτεύουσα της Belle Époque.

Είναι επίσης η περίοδος κατά την οποία κάνει την εμφάνισή του ο κινηματογράφος. Γι’ αυτό, μέσα στην έκθεση, θα δείτε στιγμιότυπα από διάφορες ταινίες της εποχής, εικόνες από τη διεθνή έκθεση, σκηνές από την καθημερινότητα και τη λαϊκή αγορά, καθώς και δύο από τις πρώτες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Η πρώτη είναι το Défense d’afficher, του Ζορζ Μελιές, από το 1896. Η δεύτερη είναι το Colleurs d’affiches, δηλαδή «Οι αφισοκολλητές», των αδελφών Λιμιέρ. Το γεγονός ότι και οι δύο ταινίες καταπιάνονται με το ίδιο θέμα, μόλις έναν χρόνο μετά τη γέννηση του κινηματογράφου, δείχνει ότι η αφίσα είχε ήδη γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής.
Η γέννηση της αφίσας
Σε αυτή την πόλη, η αφίσα γίνεται παντού παρούσα. Μετά τον νόμο του 1881 για την ελευθερία του Τύπου και την απελευθέρωση της αφισοκόλλησης, οι τοίχοι, οι σκαλωσιές και τα δημόσια σημεία πλημμυρίζουν από εικόνες. Καμπαρέ, θέατρα, καφέ-κονσέρ, σαμπάνιες, μπισκότα, περιοδικά και μεγάλα καταστήματα διεκδικούν το βλέμμα του περαστικού. Η εικόνα πρέπει να είναι άμεση, ευανάγνωστη, προκλητική και αναγνωρίσιμη από μακριά. Η σύγχρονη διαφήμιση αρχίζει να αποκτά τη γλώσσα της.

Πόσο μάλλον όταν το Παρίσι γίνεται το παγκόσμιο κέντρο της διασκέδασης. Τουρίστες καταφθάνουν από ολόκληρο τον κόσμο. «Για να καταλάβουμε το κλίμα, αρκεί να φανταστούμε ότι, το 1895, πωλούνται κάθε βράδυ στο Παρίσι 35.000 εισιτήρια για κάθε είδους θεάματα.Πρώτα είναι τα θέατρα και η όπερα, που λειτουργούν υπό κρατική εποπτεία. Με την απελευθέρωση, όμως, της αγοράς, η πόλη γεμίζει θέατρα, καφέ-κονσέρ —όπου οι τραγουδιστές εμφανίζονται μπροστά σε κοινό που απολαμβάνει το ποτό του— και καμπαρέ, τα οποία θα γίνουν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της γαλλικής διασκέδασης. Για να προσελκύσουν το κοινό, οι ιδιοκτήτες των καμπαρέ απευθύνονται στους καλλιτέχνες. Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι ο Ζιλ Σερέ», σημειώνει η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau. «Στην ουσία βλέπουμε τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που παραμένει και δική μας».Η κατανάλωση, η διαφήμιση, οι ελεύθερες δραστηριότητες, το ταξίδι, ο αθλητισμός, η νυχτερινή έξοδος και η δημιουργία των πρώτων σταρ συνδέονται μεταξύ τους. Η αφίσα είναι ο μηχανισμός που τα ενώνει.
Οι καλλιτέχνες της νέας εικόνας
Περισσότερα από 90 έργα δεκαπέντε καλλιτεχνών παρουσιάζουν αυτό το τοπίο. Μετράμε: Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ, Αλφόνς Μούχα, Τεοφίλ-Αλεξάντρ Σταϊνλέν, Πιερ Μπονάρ, Μορίς Ντενί, Φελίξ Βαλοτόν και Ανρί-Γκαμπριέλ Ιμπέλς.Παρουσιάζονται ακόμη έργα των Ζιλ Σερέ, Ρενέ Ερμάν-Πολ, Εμίλ Μπερνάρ, Κλοντ-Εμίλ Σουφνεκέρ, Ζορζ Μποτινί, Τεό βαν Ρισελμπέργκ, Λουί Ανκετέν και του νεαρού τότε Βασίλι Καντίνσκι. Όλοι μαζί συγκροτούν ένα τοπίο πολύ ευρύτερο από τη συνηθισμένη εικόνα της Μονμάρτης.

Δίπλα στις λιθογραφίες και τις αφίσες υπάρχουν ελαιογραφίες, σχέδια, ξυλογραφίες και έργα σε χαρτί, που δείχνουν πόσο ανοιχτά επικοινωνούσαν τότε οι διαφορετικές τεχνικές.

Ο Ζιλ Σερέ, από τους πρώτους μεγάλους αφισογράφους, δημιουργεί τη δική του γυναικεία φιγούρα, τη γνωστή Chérette: χαμογελαστή, συχνά ντυμένη στα κίτρινα, αισθησιακή αλλά όχι προκλητική. Μπορεί να διαφημίσει τα Folies Bergère, ένα θέαμα, ένα σαπούνι ή ένα ποτό. Η ίδια μορφή αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η διαφήμιση μαθαίνει να συνδέει το προϊόν με έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
Ο Τουλούζ-Λωτρέκ και οι πρώτοι σταρ
Ο Τουλούζ-Λωτρέκ βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της άνθησης. Η πρώτη αφίσα του για το Moulin Rouge, τυπωμένη σε 2.000 αντίτυπα, τον έκανε αμέσως γνωστό στο Παρίσι. Η πόλη, που μέχρι τότε είχε δει αφίσες κυρίως ως ανακοινώσεις ή διαφημιστικές επιφάνειες, αρχίζει να τις αντιμετωπίζει ως έργα που αξίζει να κρατήσει. Ο κόσμος επιχειρεί να τις ξεκολλήσει από τους τοίχους, ενώ σύντομα δημιουργείται η «αφισομανία»: οι αφίσες αγοράζονται, συλλέγονται και υπογράφονται από τους καλλιτέχνες τους.

Στις εικόνες του Λωτρέκ, η νυχτερινή ζωή δεν παρουσιάζεται ως ιδανικό τοπίο. Το Moulin Rouge, το Divan Japonais, οι τραγουδιστές και οι χορεύτριες έχουν την ένταση μιας εποχής που αναζητεί νέους κώδικες συμπεριφοράς και δημόσιας παρουσίας.


Η Ζαν Αβρίλ, η Λα Γκουλύ, η Μέι Μίλτον και ο Αριστίντ Μπρουάν γίνονται αναγνωρίσιμα πρόσωπα, προτού καν εμφανιστεί η σύγχρονη βιομηχανία της διασημότητας. Η Ιβέτ Γκιλμπέρ, με τα μακριά μαύρα γάντια της, αποκτά μια εικόνα τόσο ισχυρή ώστε σχεδόν επισκιάζει τη φωνή της.

Λιθογραφία με πινέλο και πιτσίλισμα, τετράχρωμη εκτύπωση σε δύο φύλλα σε χαρτί vélin | 182 x 77,2 εκ. Τυπογραφείο C. Verneau, Παρίσι
Ιδιαίτερη θέση έχει η Σάρα Μπερνάρ, ίσως η πρώτη παγκόσμια σταρ του θεάτρου. Περιόδευσε στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Άπω Ανατολή, προκαλώντας αληθινή λατρεία, ακόμη και σε κοινά που δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα της. Η συνάντησή της με τον Μούχα, το 1895, υπήρξε από τις πιο γόνιμες συμπράξεις στην ιστορία της αφίσας. Η αφίσα που σχεδιάζει για τη «Ζισμόντα» εγκαινιάζει μια μακρά συνεργασία: ο καλλιτέχνης αναλαμβάνει αφίσες, σκηνικά και κοστούμια, ενώ η Μπερνάρ βρίσκει την εικόνα που θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον μύθο της.
Μια τέχνη για όλους
Στη δεύτερη ενότητα, «Μια τέχνη για όλους», παρατηρούμε τη διάδοση της λιθογραφίας. Η τεχνική επιτρέπει την παραγωγή πολλαπλών αντιτύπων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ομοιομορφία. Οι εκτυπώσεις διαφέρουν συχνά στη χρωματική τους απόδοση, έχουν τη δική τους υλικότητα και κυκλοφορούν ως συλλεκτικά αντικείμενα.Ο Αμπρουάζ Βολάρ, οι αδελφοί Νατανσόν της «La Revue blanche» και το περιοδικό «La Plume» θα καταλάβουν γρήγορα ότι οι νέοι καλλιτέχνες μπορούν να βρουν στην έντυπη εικόνα όχι απλώς μια πηγή εισοδήματος, αλλά έναν τρόπο να απευθυνθούν σε πολύ μεγαλύτερο κοινό.Ο Μούχα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι «Εποχές» του, που παρουσιάζονται στην έκθεση, πουλήθηκαν γρήγορα και έδειξαν ότι η ιδέα μιας τέχνης προσιτής σε όλους μπορούσε την ίδια στιγμή να γεννήσει έντονη συλλεκτική επιθυμία.

Η αρ νουβώ γλώσσα του, με τις κυματιστές γραμμές, τα φυτικά μοτίβα και τις επιμήκεις γυναικείες μορφές, επεκτείνεται από την αφίσα στη διαφήμιση, στο θέατρο, στη διακόσμηση και τελικά στον δημόσιο χώρο.

Moët & Chandon, Crémant Impérial, 1899.
Λιθογραφία με πινέλο, επτάχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 60,8 x 22,2 εκ.
Τυπογραφείο Champenois, Παρίσι

Moët & Chandon, Σαμπάνια White Star, 1899.
Λιθογραφία με πινέλο, πεντάχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 60,8 x 22,2 εκ.
Τυπογραφείο Champenois, Παρίσι
Η τρίτη ενότητα, «Η τέχνη είναι παντού», έχει βαθύ ροζ χρώμα, εμπνευσμένο από τις μορφές του Μούχα. Εδώ η διαφήμιση αναδεικνύεται ως πεδίο καλλιτεχνικής καινοτομίας.

Ο Πιερ Μπονάρ εντάσσει γράμματα στη σύνθεση, αντιμετωπίζοντάς τα ως αναπόσπαστο μέρος της. Η αφίσα του για τη France-Champagne, με το ποτήρι που ξεχειλίζει στο κάτω μέρος της εικόνας, έχει τη φρεσκάδα μιας πολύ μεταγενέστερης γραφιστικής επινόησης.

Η επιρροή των ιαπωνικών ξυλογραφιών, η απλοποίηση της φόρμας, οι επίπεδες χρωματικές επιφάνειες και η τόλμη της σύνθεσης προετοιμάζουν ήδη τις μεγάλες καλλιτεχνικές ανατροπές του 20ού αιώνα.Οι αφίσες της Belle Époque είναι αναγνωρίσιμα τεκμήρια μιας εποχής αλλά και ένα εργαστήριο όπου δοκιμάζονται νέες σχέσεις ανάμεσα στην τέχνη και την καθημερινότητα, το κείμενο και την εικόνα, το εμπόριο και τη δημιουργία. Πριν από τους φωβιστές, οι καλλιτέχνες της αφίσας έχουν ήδη τολμήσει έντονες χρωματικές αντιθέσεις. Πριν από τη μοντέρνα γραφιστική, έχουν ήδη ανακαλύψει ότι η τυπογραφία μπορεί να γίνει εικόνα.Η διαδρομή ολοκληρώνεται με έναν τρισδιάστατο χάρτη του Παρισιού. Με φωτιζόμενα κουμπιά ο επισκέπτης μπορεί να εντοπίσει τα θέατρα, τα καμπαρέ, τα τυπογραφεία, τα ατελιέ και τους εκδοτικούς οίκους της εποχής. Ακόμη και σήμερα, μια καρτ ποστάλ με το Moulin Rouge ή τον Chat Noir μπορεί να χωρέσει μέσα της ολόκληρη την υπόσχεση του Πόλης του Φωτός.