Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Γιώργος Σεφέρης - Ο μοντερνιστής

Τέτοιες μέρες πριν από 63 χρόνια, συγκεκριμένα στις 24 Οκτωβρίου 1963, έφτασε στην Αθήνα η χαρμόσυνη είδηση της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Γιώργο Σεφέρη. Ήταν το πρώτο Νόμπελ για την Ελλάδα. (Βλέπετε, στο παρελθόν οι υποψηφιότητες των Άγγελου Σικελιανού και Νίκου Καζαντζάκη είχαν απορριφθεί για ιδεολογικούς λόγους. «Οι δύο αυτοί υποψήφιοι των σφαγέων του Δεκεμβρίου είναι τελείως ξένοι προς την Ελλάδα, την οποία θα ήθελεν ίσως να τιμήσει η Επιτροπή του Νόμπελ» έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα Εστία στο πρωτοσέλιδο της 31ης Αυγούστου 1946 υπό τον τίτλο «Μια διεθνής απάτη»...)

Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε κατά γενική ομολογία η κεντρική μορφή της Γενιάς του ’30 και ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους της μοντέρνας ποίησης. Αν ο Παλαμάς με την ποίησή του απελευθέρωσε «μια δύναμη, απωθημένη και σωρευμένη επί χίλια τόσα χρόνια λογιωτατισμού», ο Σεφέρης , κουβαλώντας το βίωμα της τραγωδίας της γενέθλιας πόλης του (καταστροφή της Σμύρνης) και του «πνιγμού» της Μεγάλης Ιδέας στα νερά του Σαγγάριου ποταμού, αναστοχάστηκε πάνω στην ελληνικότητα. Περιδιαβαίνοντας τα ωραία ερείπια, αφενός βρήκε το νήμα της κομμένης συνέχειάς της και αφετέρου συντόνισε τα ποιητικά βήματά της με τον σύγχρονό του μοντερνισμό.

Στον περίφημο διάλογό του με τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο Τσάτσο και στις ενστάσεις του δεύτερου σχετικά με την ελληνικότητα της μοντέρνας ποίησης κυρίως λόγω της σχεδόν μόνιμης παρουσίας του μη λογικού στοιχείου στα κείμενά της, ο Σεφέρης θα του «απαντήσει» με ένα δημοτικό μοιρολόι: «Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει./ Είχα τον ήλιο στα βουνά, και τον αϊτό στους κάμπους,/ Και τον βοριά το δροσερό τον είχα στα καράβια./ Μα ο ήλιος εβασίλεψε, κι ο αϊτός αποκοιμήθη,/ Και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια./ Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε». Εστιάζοντας λοιπόν στον στίχο «και τον βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια», θα γράψει: «Δεν έχει κανένα λογικό νόημα ή καλύτερα είναι αντίθετος με κάθε λογικό νόημα. Μπορεί ο βοριάς να παίρνει τα καράβια, αλλά κανένα καράβι δεν μπόρεσε ποτέ να πάρει το βοριά. Κουβέντα μικρού παιδιού. Όμως ο στίχος φτιάνει τη μπουνάτσα χωρίς καμιά δυσκολία, σαν να ήταν αυτός που με μια μαγική λέξη παραμέρισε και τους ανέμους και τα πλεούμενα».

Στη δεκαετία του 1960 που έχουμε τη «συνάντηση» της μεγάλης ποίησης με το ελληνικό τραγούδι, την ίδια χρονιά και ο Γιώργος Σεφέρης συναντιέται για πρώτη φορά με τον Μίκη Θεοδωράκη. Αργότερα ο διάσημος συνθέτης θα αφηγηθεί για τη συνάντησή τους στο Λονδίνο: «Ήρθε η μεγάλη στιγμή. Κάθισα στο πιάνο και άρχισα να τραγουδώ και να παίζω την “Άρνηση”... Αργότερα, όταν ηχογραφούσαμε, λέω στον Μπιθικώτση: Πρόσεξε την άνω τελεία. Εκεί που λες “πήραμε τη ζωή μας”, βάλε παύση πριν πεις “λάθος”. Στα αυτιά μου είχα την προτροπή-παράκληση του ποιητή: “Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα”. Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη “λάθος” κολλητά στο “πήραμε τη ζωή μας”, δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα. Όμως πόσο κατανοητό ήταν για τον λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος... Το θέρος του ’62, μαζί με τον Σεφέρη, τον Γιώργο Σαββίδη και τον πατέρα μου τριγυρνούσαμε ένα ολόκληρο βράδυ στην Πλάκα από ταβέρνα σε ταβέρνα, γιατί ο ποιητής ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια και ν’ ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά τους καλλιτέχνες και το κοινό σε όλα τα μαγαζιά να τραγουδούν το “Περιγιάλι το κρυφό”. Ποτέ ίσως ένας Σεφέρης δεν είχε γίνει σαν μικρό παιδί. Γελούσε, έλαμπε ολόκληρος από ευτυχία, και νομίζω πως εκείνη τη βραδιά επέτρεψε στην τόσο αυστηρή του καρδιά να με αγαπήσει. Στο μέτρο φυσικά του επιτρεπτού για έναν διπλωμάτη...».

Προς επίρρωσιν των λεγομένων του Μίκη, στην κηδεία του Σεφέρη στις 22 Σεπτεμβρίου 1971, που εξελίχθηκε σε διαδήλωση κατά της Χούντας, 3.000 άτομα κραύγαζαν «Δημοκρατία - Ελευθερία» και τραγουδούσαν «στο περιγιάλι το κρυφό, κι άσπρο σαν περιστέρι...».

Τέλος, και αφού ο λόγος για την ελληνικότητα στην ποίηση του Σεφέρη, αξίζει να θυμηθούμε μερικά αποσπάσματα από την ομιλία του στις 10 Δεκεμβρίου 1963 στη Σουηδική Ακαδημία, κατά την παραλαβή του Βραβείου Νόμπελ. Κάποιες αλήθειες διαχρονικές για τον τόπο, τη γλώσσα και την πνευματική παράδοσή μας. «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή... Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες... Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν, στον δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα...».

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.