Γιατί αγαπήσαμε το Χειρόγραφο της Χαρούλας
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
«Σήμερα ήταν τρύγος και πατήσαμε σταφύλια. Σήμερα η γιαγιά έφτιαξε τηγανίτες κι έβαλε πετιμέζι. Σήμερα ο παππούς άρμεξε την αγελάδα. Σήμερα ο μπαμπάς μέθυσε και το βράδυ κατουρήθηκα. Σήμερα ένας φίλος του μπαμπά μου είπε πως θα με παντρευτεί. Σήμερα μας είπαν πως ο μπαμπάς είναι άρρωστος...»
Αυτό που με καθήλωσε στο εξαιρετικό της Χειρόγραφο της λοιπόν, δεν είναι το ότι εκτίθεται, ξεγυμνώνεται, αλλά ο τρόπος που το κάνει, καθώς μέσα από την παράσταση αυτή αναγνωρίζει κανείς περισσότερο από κάθε άλλη φορά πως η Χαρούλα δεν είναι μόνο μια από τις λίγες φωνές μέσα από τις οποίες έχουν συνδεθεί με τις ρίζες τους νεότερες γενιές, αλλά η ίδια έχει τη στόφα της δημιουργού.
Διότι η έκθεση, η εξομολόγηση, η μαρτυρία, είναι κάτι συγκινητικό από μόνο του αλλά δεν σημαίνει πάντα πως έχει μια καλλιτεχνική αξία ή ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Χάρις Αλέξιου έκλεισε την ιστορία της ζωής της σε έναν ποιητικό μονόλογο, με εξαιρετική λεκτική οικονομία στην αφήγηση και χωρίς ωραιοποιήσεις. Μας άνοιξε ένα διάπλατο παράθυρο στον εσωτερικό της διάλογο μετατρέποντας τις δικές της προκλήσεις και συγκρούσεις σε πανανθρώπινα ερωτήματα, ισορρόπησε αριστοτεχνικά ανάμεσα στη βαθιά πληγή και το χιούμορ επιστρατεύοντας τον αυτοσαρκασμό και μας εκτίναξε τέλος μέσα από μία αφοπλιστική ειλικρίνεια στα τραγούδια - σάρκα από την σάρκα της - που τα ακούσαμε πια αλλιώς.
Ο Γιώργος Νανούρης ένιωσε και με το παραπάνω τις αγωνίες του κειμένου. Ο μονόλογος έρχεται μέσα από ένα σκοτεινό περιβάλλον το οποίο κάθε φορά “παρενοχλεί” ένα καθαρό φως. Ο προβολέας ακολουθεί την ηρωίδα επιλεκτικά αφού συχνά το φως είναι στα χέρια της, σαν να εκπορεύεται από την ίδια κι άλλες φορές διαχέεται στα ελάχιστα αντικείμενα της σκηνής, γιατί η ίδια γλιστράει στο χρόνο. Αποσύρεται κι επανέρχεται. Ψηλαφίζει χαμένους έρωτες και χαμένες ευκαιρίες. Τρέχει να συναντήσει τον εαυτό της παιδί την πατρίδα της, τα τραγούδια, τις “πρώτες φορές” του βίου της. Ξαναζεί τον θρίαμβο των εκπληρωμένων ονείρων και ο προβολέας βρίσκει ξανά το λαμπερό της πρόσωπο.
“Μαμά θα τραγουδήσω με τον Νταλάρα θα πάω στη Μικρά Ασία, θα αλλάξω το όνομά μου”, “Μαμά η Δημητρούλα με πήγε στην Αμερική”, “Σάββατο κι απόβραδο, άκου τι μου γράψανε!”.
Η Χ. Αλέξιου ξαναζεί το παραμύθι, όχι ανώδυνα όμως. “Ντρεπόμουν και για τη λύπη μου και για τη χαρά μου” παραδέχεται. Ποια χαρά; Αυτή “... που μας ακολουθεί σαν κότα πλουμιστή και δεν τη βλέπουμε”. Καθ’όλη τη διάρκεια της παράστασης, τρυπώνει στα φωτεινά και σκοτεινά δωμάτια της ζωής της και του ψυχισμού της εξαναγκάζοντας τον θεατή να επισκεφτεί τα δικά του, όσο σκονισμένα κι αν είναι. Όσο ακατάστατα, παρατημένα και μακρινά.
“Όταν γεράσεις πιο πολύ, πώς θα είσαι; Τι θα κάνεις αν δεν ξαναπατήσεις το πόδι σου στη σκηνή;”, “Χτες φοβήθηκα μήπως δε μ’ αγαπάς αν δε χαμογελώ. Αν δεν είμαι η τριαντάρα με τη φωνή καμπάνα”.
Χτενίζεται στο καμαρίνι της, στην πίσω μεριά της ζωής της. Κι επιστρέφει στη σκηνή θριαμβεύτρια κι εξοντωμένη. Διψασμένη για ζωή, μαζί με όλους και μόνη. Ρουφάει τα βλέμματα, ρουφάει αγάπη, εκπνέει ευγνωμοσύνη κι επιστρέφει στην πίσω μεριά να συνθέσει ξανά τον εαυτό της από την αρχή. Αναζητώντας από την αρχή μια σοφία που όλο νιώθει πως της ξεγλιστράει μα τελικά όλο και πιο πολύ την εμπεριέχει καθώς απλώνει δρασκελιές από τα μικρά στα μεγάλα, από τα ανθρώπινα στα θεϊκά, από τη μια πλευρά της ζωής στην άλλη. Γιατί καλές είναι κι οι αναλύσεις, αλλά παλεύει με κάτι περιττά κιλά κι ο διαιτολόγος δίνει καλύτερες συμβουλές από τους ψυχιάτρους. Αλήθεια, έχει η Χαρούλα τόσο χιούμορ και δεν το ξέραμε;
“Αμάν πια αυτά τα ψυχολογικά τραύματα , αμάν πια αυτοί οι ψυχολόγοι. Φτάσαμε στον Άρη. Πως φτάσαμε εδώ; Χωρίς ψυχολογικά φτάσαμε;”
Στο Χειρόγραφο γελούσαμε και κλαίγαμε σαν να μας διηγιόταν κάποιος μια κοινή μας ιστορία. Για μια πατρίδα που μας παιδεύει και μας ανασταίνει, μια επαρχία που μας ακολουθεί , για ένα παιδί που μας ακολουθεί, για μια ατέλειωτη προσφυγιά που δεν φεύγει απλώς μετακινείται για ένα μέλλον που μας τρομάζει.
“Σήμερα ψήφισα χωρίς να ελπίζω. Σήμερα είδα τις βάρκες με τους μετανάστες και ντράπηκα.”
Η “Μπαλάντα της Ιφιγένειας,” μια από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης ακούστηκε αλλιώς στο Χειρόγραφο. Κι αυτό, γιατί η Ιφιγένεια ήταν “παρούσα”. Οι γονείς της Χάρις Αλέξιου ήταν οι αόρατοι πρωταγωνιστές της παράστασης. Σε αυτούς απευθυνόταν, όχι για να απολογηθεί , όχι για να εξηγήσει αλλά για να κυκλώσει ξανά τον βίο της ορθώνεται απέναντί τους. Τους έφερε στη σκηνή η ανάγκη της ίδιας της τελετουργίας. Για να βγει η κραυγή του πρωταρχικού φόβου και ν’ αναζητήσει έπειτα το νήμα για τη δική της ταυτότητας.
“Μαμά μην πεθάνεις. Μαμά θέλω να πεθάνω. Θέλω κάποιον ν’ αγαπώ. ...Μαμά έγινα μάνα.Πάτερα μου λείπεις, μάνα σε συγχώρεσα”
Παρόντες και οι άνδρες της ζωής της, ωστόσο, ο άνδρας σκιαγραφείται περισσότερο μέσα από την απουσία του. Ο έρωτας είναι δυνατός. και παρών ο άνδρας απών. Τον ονειρεύεται ιδανικό. Δεν βάζει νερό στο κρασί της, σαν τα κορίτσια που κάθε που περιμένουν τον νέο έρωτα προσθέτουν ένα ακόμα χάρισμα στην ιδανική εικόνα.
“Να είναι λεβέντης και τρυφερός να χορεύει ζεϊμπέκικο σαν τον πάτερα μου. Να λέει κάτι και να το εννοεί.”
Και μετά ο έρωτας γίνεται ερώτημα “Αν ήμουν πιάνο ποιος θα με έπαιζε; Αν ήμουν κιθάρα ποιος θα με έπαιρνε αγκαλιά;”
Και τα ερωτήματα φιλοσοφικοί στοχασμοί.
“Πίσω από τα τραγούδια κρύβεται ένας άλλος άνθρωπος που θέλει να ξοδεύεται στην αμνησία”
Κι ας είναι πάντα εκεί το κοριτσάκι που ζητάει να αγαπηθεί.
«Τόσες συναυλίες, τόσες περιοδείες, τόσες πόλεις. Το κρεβάτι τρίζει σ’ αυτό το δωμάτιο. Ένα καναπεδάκι από δερματίνη το ανεβάζει στην κατηγορία “σουίτα”. Από το ταβάνι κρέμεται ένα φωτιστικό γεμάτο μυγάκια. Είναι αργά. Οι άλλοι έχουν βγει για φαγητό. Εγώ πρέπει να κοιμηθώ νωρίς. Να μην κουράσω τη φωνή μου. Έχω ένα σάντουιτς τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Η ντομάτα έχει βρέξει το ψωμάκι του. Βασίλισσά μου, είσαι λίγο παραπονιάρα σήμερα. Αφού το ξέρεις: αυτό που ζεις πάνω στη σκηνή δεν θα το βρεις πουθενά αλλού. Γι’ αυτό τραγουδάς...»
Η Χάρις Αλέξιου στο Χειρόγραφο γλύφει τη μοναξιά πόντο πόντο, σκαλίζει ανατριχιαστικά την οδύνη χωρίς να γίνεται μελό, στοιχίζεται πίσω από την Χαρούλα παιδί την έφηβη Χαρούλα, τη μάνα Χαρούλα, τις παρηγορεί και τις παίρνει όλες αγκαλιά. Και συνεχίζει να πορεύεται με όλους τους ανθρώπινους φόβους και τις ανασφάλειες, με όλες τις απώλειες ελπίζοντας και τραγουδώντας.
Γι’ αυτό άλλωστε στο Χειρόγραφο ήταν τόσο διάχυτο το φως της ζωής. Στην εποχή των supermen και των superwomen, στην εποχή της επιτήδευσης και της ψυχρής οθόνης , η Αλέξιου, άμεση, αφτιασίδωτη και τόσο πηγαία εκφραστική στάθηκε στην ουσία και κέρδισε. Και κερδίσαμε κι εμείς οι αυτήκοες μάρτυρες όχι μόνο των γεγονότων αλλά και μιας διαδρομής εσωτερικής γι’ αυτό και τόσο ενδιαφέρουσας.
Παναγιώτης Τσεβάς: ακορντεόν - πιάνο
Γιώργος Λιμάκης: Κιθάρα
Αναστάσης Μισυρλής: ΒιολοντσέλοΣτο Θέατρο Βασιλάκου