Το 1940, όταν η Ελλάδα της 4ης Αυγούστου έμπαινε στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η ληξιαρχική πράξη θανάτου της ΚτΕ είχε ήδη από καιρό σφραγιστεί και καταχωρηθεί. Οι ελπίδες που γεννήθηκαν κατά την ένδοξη δεκαετία 1919-1929 από τη λειτουργία του πρώτου διεθνούς διακρατικού οργανισμού –αλλά και από την παγκόσμια έμφαση που δόθηκε τότε στη διεθνή συνεργασία σε όλες τις πολυποίκιλες εκφάνσεις της– είχαν καταρρεύσει μαζί με την ψευδαίσθηση της συλλογικής εξασφάλισης της ειρήνης. Μια μεγάλη ευκαιρία για πολλές από τις μικρές χώρες σαν την Ελλάδα είχε επίσης εκπνεύσει. Διά της ΚτΕ είχε δημιουργηθεί μεταξύ των δύο πολέμων ένα εντελώς καινούργιο δυναμικό περιβάλλον, εντός του οποίου μια ανίσχυρη χώρα που μέχρι τότε ζούσε αποκλειστικά στη σκιά των Μεγάλων Δυνάμεων μπορούσε για πρώτη φορά να διευρύνει τους ορίζοντές της. Το διεθνές φόρουμ της ανεκτικής Γενεύης επέτρεψε στα μικρά κράτη να διεκδικήσουν ισότητα δικαιωμάτων, να ανταλλάξουν απόψεις, να τις δημοσιοποιήσουν, να συμπήξουν συμμαχίες, να ζητήσουν βοήθεια για εξωτερικό δανεισμό, να επωφεληθούν από την τεχνογνωσία των πιο προηγμένων κρατών-μελών, και κυρίως να απαλλαγούν από τον βραχνά της μονομερούς εξάρτησης. Η ΚτΕ προσπάθησε εν ολίγοις να τα εντάξει –εκόντα αλλά και άκοντα όπως είδαμε– μέσα στο διεθνές σύστημα με οργανικό τρόπο, υιοθετώντας την αρχή της ισότητας των κρατών, που αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ρητά. Φυσικά δεν ήταν εύκολο εγχείρημα. Η κουλτούρα της διεθνούς συνεργασίας ήταν ακόμα στα σπάργανα.
Αντιθέτως, υπήρχαν παλαιόθεν εμπεδωμένες πρακτικές μονομερούς εξάρτησης. Προβληματική αποδείχθηκε επίσης η διαχείριση της κρατικής κυριαρχίας. Να εναποθέσει ένα κράτος ρητά στην αρμοδιότητα ενός υπερεθνικού οργανισμού την επίλυση των διαφορών του με άλλα κράτη, ή την απόφαση κήρυξης πολέμου ή τη διαχείριση ομάδας υπηκόων του (μειονότητες), το 1919 ήταν πρωτόγνωρη σύλληψη και τροποποιούσε δραστικά την παραδοσιακή της έννοια. Τα μικρά και αδύναμα κράτη, όπως και η Ελλάδα, ήταν επιπλέον ήδη σημαδεμένα από την αλληλουχία παραβιάσεων, εισβολών, προσβολών, εκβιασμών που είχαν υποστεί διαχρονικά από τις μεγαλύτερες «συμμάχους» ή αντιπάλους τους. Το παρελθόν αυτό έκανε την πάντα συναισθηματικά αγόμενη και φερόμενη κοινή γνώμη, αλλά και τις εκάστοτε κυβερνήσεις που τη χειρίζονταν, δυσανεκτικές, καχύποπτες και εύθικτες σε κάθε πρωτοβουλία του νέου διεθνούς οργανισμού, παρά το γεγονός ότι την είχαν ανάγκη. Τη λαϊκή δυσανεξία καλλιέργησαν και εκμεταλλεύτηκαν οι ντόπιες ελίτ, τα ποικίλα συμφέροντα των οποίων απειλούνταν από τις καινοτομίες που συνεπαγόταν η διάδραση με το διεθνές περιβάλλον.
Η Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα παρέμενε μια ξενοφοβική και εσωστρεφής χώρα. Η δύσκολη εξαρτησιακή σχέση της με τη Μεγάλη Βρετανία, που άρχισε με τα δάνεια της επανάστασης και τελείωσε δραματικά στη μικρασιατική εκστρατεία, έκανε σχεδόν κάθε συναλλαγή με τους «ξένους» και την ΚτΕ να μοιάζει επίφοβη ή δόλια, και γι’ αυτό ανεπιθύμητη. Παράλληλα δυσκολευόταν να εναντιωθεί στη Μεγάλη Δύναμη που μέχρι πρότινος ήταν η κύρια πηγή εξάρτησης αλλά και προστασίας της. Όταν η Μεγάλη Βρετανία και η ΚτΕ είχαν διάσταση απόψεων, λόγου χάρη, η Ελλάδα δίσταζε να πάρει ανοιχτά θέση υπέρ της δεύτερης όσο και να την συνέφερε. Το ενδιαφέρον είναι πως η Ελλάδα είχε βρεθεί για πρώτη ίσως φορά την εποχή εκείνη σε κενό προστασίας/εξάρτησης, γεγονός που σηματοδοτούσε μια δυνατότητα ανεξαρτησίας. Η παραδοσιακή προστάτιδα Αγγλία από το 1923 και μετά αδιαφορούσε, γιατί η Ελλάδα δεν είχε πια τόση σημασία γι’ αυτήν. Από την άλλη μεριά η Γαλλία, που ενδιαφερόταν για τα Βαλκάνια, ποντάριζε κυρίως στη Γιουγκοσλαβία. Η Ελλάδα έμεινε λοιπόν μόνη της, με όλους σχεδόν τους γείτονες απέναντί της – συν την αποχαλινωμένη Ιταλία του Mussolini. Ήταν μοναδική ευκαιρία να απαλλαγεί από τον μονομερή έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων και δη της Αγγλίας, να αναζητήσει νέες λύσεις στα καυτά οικονομικά, κοινωνικά και εξωτερικά της προβλήματα και να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς τον εκσυγχρονισμό της. Όπως είδαμε όμως, η χώρα δυσκολεύτηκε να αντιμετωπίσει δημιουργικά εξαρχής τους νέους όρους και τις προϋποθέσεις της συνεργασίας της με τη διεθνή κοινότητα, εμμένοντας στα κλειστοφοβικά αντιξενικά αντανακλαστικά του 19ου αιώνα.
Παρ’ όλα αυτά ο ελληνικός –όπως και ο διεθνής– Μεσοπόλεμος σφραγίστηκε από το νέο διεθνές περιβάλλον και δη την ΚτΕ. Με την παρέμβασή της, που έγινε χάρη στα δύο προσφυγικά δάνεια που ενέκρινε (και εν πολλοίς διαχειρίστηκε), μεταμορφώθηκαν κυριολεκτικά οι λεγόμενες «νέες χώρες», και δη η Μακεδονία και η Θράκη με την εγκατάσταση των προσφύγων. Επέδρασε επίσης στο συνολικό κοινωνικοοικονομικό προφίλ της χώρας, δεδομένου ότι διά των ίδιων αυτών δανείων η ΚτΕ επιχείρησε να εκσυγχρονίσει εκ των άνω την οικονομία, να βελτιώσει τους όρους της εργασίας, να ορίσει τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών, να προωθήσει μια νέα αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μειονοτικής προστασίας, να βελτιώσει τη δημόσια υγεία και να ενθαρρύνει τη διεύρυνση της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών. Το εθνικό σύστημα υγείας, το ΙΚΑ, το εργατικό δίκαιο, ακόμα και το κτηματολόγιο ήταν καινοτομίες που εισήχθησαν σε πρώιμη (ή πολύ πρώιμη) φάση κατά τον Μεσοπόλεμο, παρά την (σφοδρή μερικές φορές) αντίδραση των ντόπιων ελίτ που υπεράσπισαν τα κεκτημένα τους. Η κοινή γνώμη, παραπληροφορημένη στην πλειονότητά της από πολιτικούς και Τύπο, δεν αντελήφθη τις δυνατότητες που πρόσφεραν στη χώρα τα νέα διεθνή φόρα. Εξαιτίας αυτού αντιδρούσε αρνητικά σε όλες ανεξαιρέτως τις «ξενόφερτες» αλλαγές, ταυτίζοντας την ΚτΕ με τις Μεγάλες Δυνάμεις και την εμπειρία του 19ου αιώνα. Έτσι η ελληνική κοινωνία βίωσε τη διαπλοκή της με τη διεθνή κοινότητα μονοδιάστατα ως έναν επιβεβλημένο –για να μην πούμε εκβιασμένο– εκσυγχρονισμό/εκδυτικισμό, χωρίς να επιχειρήσει να συνδιαλλαγεί μαζί της γόνιμα.
Οι εξαιρέσεις που καλωσόρισαν θερμά την ενεργό συμμετοχή στη διεθνή κοινότητα και τις πρωτοβουλίες της ήταν ελάχιστες κοινωνικές νησίδες, όπως, λόγου χάρη, οι φεμινίστριες της ομάδας της Αύρας Θεοδωροπούλου και οι εκσυγχρονιστές της αριστερής πτέρυγας των φιλελευθέρων, δηλαδή της ομάδας Παπαναστασίου, που ως φιλοευρωπαϊστές πίστεψαν με θέρμη στην ένταξη της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο, με πολυμερή ανάπτυξη των πολιτικών, πολιτισμικών, οικονομικών και κοινωνικών διεθνών σχέσεων .
Με την κήρυξη του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η ευκαιρία είχε χαθεί. Η Μεγάλη Βρετανία από το 1940 ως το 1946 απαιτούσε πια τον έλεγχο της Ελλάδας α) για να νικήσει στον πόλεμο και β) για να μην υπερισχύσει η Αριστερά στην περιοχή. Για τους Αμερικανούς, που βγήκαν στη συνέχεια δυναμικά στο προσκήνιο διεκδικώντας την ηγεσία του ελεύθερου λεγόμενου κόσμου απέναντι στο σιδηρούν παραπέτασμα, η Ελλάδα ήταν επίσης αναγκαία, πράγμα που σήμαινε ότι η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική εξάρτησή της ήταν αναπόφευκτη, εξ ου και χρηματοδοτήθηκε αδρά με 706.700.000 δολάρια από το Σχέδιο Μάρσαλ. Η ελληνική πολιτική ηγεσία χρησιμοποίησε από τη μεριά της τον κίνδυνο από Βορρά για να επικρατήσει ολοκληρωτικά των αντιπάλων της. Η χώρα βρέθηκε για μια ακόμα φορά «μεταξύ των οδόντων της άρκτου και της υπούλου θωπείας της Δύσεως».
Μπορεί η μόνιμη επιδίωξη της Δύσης να ήταν πάντα να μας χωρέσει στα δικά της παπούτσια, όπως είπε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν επιχειρήσαμε ποτέ πραγματικά να βαδίσουμε με τα δικά μας.